Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the notice of appeal was insufficiently detailed regarding the claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a debt collection case. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence proving the debt, but the court found the appeal notice itself was legally defective. The court ruled that the notice of appeal must explicitly detail the facts and legal basis of the claim to be admissible, and since it did not, the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 979(2), 933, 585(2) of the Code of Civil Procedure; The notice of appeal for the registration of a debt execution must contain a precise description of the claim and the facts establishing it, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1837 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1837/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18835/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1717/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-9-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 10-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την προσβαλλομένη απόφαση εξηφανίσθη, κατά παραδοχήν εφέσεως του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η υπ' αριθμ. 18838/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-11-2008 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου. Μεταρρυθμισθέντος δε του πίνακος κατατάξεως, με την εξ αυτού αποβολή του αναιρεσείοντος κατά το ποσό των 181.961,61 €, κατετάγη για το ποσό αυτό το αναιρεσίβλητο.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ.2, 933 και 585 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ.1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά πίνακος κατατάξεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 Κ.Πολ.Δ., και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθ' ού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων ισχυρισμών.
Ειδικότερα η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαιτήσεως της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών τα οποία κατά νόμον θεμελιώνουν την απαίτηση και το προνόμιό της. Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυνάμενη να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα.
Περαιτέρω, αν ο λόγος ανακοπής, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ' ού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί μόνη η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ' ού η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ' ού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον ενδεχόμενο προνομιακό χαρακτήρα της (Α.Π. 650/2011, 849/2009, 440/2004, 1340/2004, 404/2003).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012, 163/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής , νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Η σιωπή του δικαστηρίου περί τοιαύτης αυτοτελούς αιτήσεως, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, στοιχειοθετεί τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος όμως, για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς την αίτηση που έμεινε αδίκαστη και να αναφέρει το περιεχόμενό της (Α.Π. 156/2012, 522/2012, 115/2011, 135/2010, 341/2010).
Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά το οποίο επιτρέπεται αναίρεση, "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναιρέσεως αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς , με τον προβλεπόμενο από τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 12/2000, 1/1999, Α.Π. 2001/2009). Στην προκειμένη περίπτωση το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο για την νομική θεμελίωση της ενδίκου ανακοπής διέλαβε στο δικόγραφο αυτής μεταξύ άλλων, επί λέξει, και τα εξής: "Με επίσπευση αρχικά... ανώνυμης εταιρίας... και ακολούθως του Κ. Π. του Ι...και δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης..., της υπ' αριθμό .../2007 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού και της υπ' αριθμό .../2008 Β επαναληπτικής περίληψης δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του τεσσαρακοστού πρώτου καθ ου, εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικώς την 2-7-2008..., ένα ενιαίο γήπεδο...εμβαδού 39.183 τμ..., όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στην ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία " …", οφειλέτιδος του επισπεύδοντος και του Ελληνικού Δημοσίου, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθμό .../2008 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού, και κατακυρώθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "ΕDIL τεχνική - βιομηχανική ανώνυμη τεχνική και βιομηχανική εταιρία" έναντι του ποσού των 800.100,00 ευρώ.
Στον ως άνω πλειστηριασμό αναγγέλθηκε, μεταξύ άλλων, νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρα 972 ΚΠολΔ και 55 ΚΕΔΕ, το Ελληνικό Δημόσιο ... Οι εν λόγω αναγγελίες, με τους συνημμένους σε αυτές πίνακες χρεών, από τους οποίους προκύπτουν οι χρονολογίες των ταμειακών βεβαιώσεων, το οικονομικό έτος που αφορά κάθε χρέος, το είδος αυτού και το ποσό της βασικής οφειλής και των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, έχουν επακριβώς ως εξής:...
Οι παραπάνω αναγγελθείσες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου είναι προνομιακές, ως ληξιπρόθεσμες... Λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος...συντάχθηκε ο υπ' αριθμό .../2008 πίνακας κατάταξης δανειστών...με τον οποίο η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, αφού προαφαίρεσε ως δικαιώματα και έξοδα εκτέλεσης: ...
ακολούθως κατέταξε στο πλειστηρίασμα των 785.149,6 ευρώ, που απέμεινε προς διανομή προνομιακά τους φερόμενους ως έχοντες εργατική απαίτηση 37 πρώτους αντιδίκους καθώς και τον έχοντα δικηγορική απαίτηση 38° καθ ου και συγκεκριμένα......και τον Π. Γ. του Γ. για 200.061,61 ευρώ προνομιακά τυχαία υπό τον όρο της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεως του...
Επειδή δια της παραπάνω κατατάξεως δεν ικανοποιήθηκε το σύνολο αλλά μέρος μόνο των αναγγελθεισών δια των προϊσταμένων των Δ.Ο.Υ. απαιτήσεων μου, ανακόπτω νόμιμα και εμπρόθεσμα τον ως άνω πίνακα κατάταξης δανειστών, αιτούμενο την τροποποίηση αυτού...ως έχον προς τούτο προφανές έννομο συμφέρον, με σκοπό την μεγαλύτερη ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεων μου, για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους και αληθείς λόγους:
Α. 1... 2. Διότι αρνούμαι την ύπαρξη, το μέγεθος και, ιδίως, τον προνομιακό χαρακτήρα των καταταγεισών απαιτήσεων του τριακοστού όγδοου καθ' ου έναντι της οφειλέτριας εταιρίας, αιτούμενο την αποβολή του από τον ανακοπτόμενο πίνακα και την κατάταξη μου στο ποσό των 200.061,61 ευρώ, που αυτός κατετάγη προνομιακά και τυχαία, ώστε να ικανοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος των αναγγελθεισών απαιτήσεων μου, και πάντως αρνούμαι ότι είχε καταρτίσει σύμβαση έμμισθης εντολής με την οφειλέτρια εταιρεία από 1-1-2004, ότι παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του σε αυτήν μέχρι την 8-6-2005, ότι η οφειλέτρια εταιρία είχε συμφωνήσει με αυτόν πάγια μηνιαία αντιμισθία του ύψους 4.000 ευρω, ότι του οφείλει τα ποσά που μνημονεύονται στην από 15-7-2008 αναγγελία του, ότι οι ανωτέρω απαιτήσεις προέρχονται από δικηγορικές αμοιβές και ότι ο καθ' ου ενεργώντας ως εντολοδόχος της καθ' ης η εκτέλεση συνέταξε και κατέθεσε τα δικόγραφα που παραθέτει στην αναγγελία του.
Επιπλέον, οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του δεν προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετή από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού που ήταν η 8-6-2005 ... και επομένως δεν απολαμβάνουν του προνομίου του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ ... άλλως οι απαιτήσεις που εμπίπτουν στο ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχονται σε 74.400 ευρώ ενώ οι υπόλοιπες είτε αφορούν σύνταξη και κατάθεση δικογράφων μετά την 8-6-2005 είτε δεν προκύπτει ότι αφορούν δικόγραφα που συντάχθηκαν από τον καθ' ου.
Συνεπώς εσφαλμένα κατατάχθηκε ο τριακοστός όγδοος καθ' ου στο ποσό των 200.061,61 ευρώ, άλλως στο ποσό των (200.061,61-74.400=) 125.661,61 ευρώ, γι αυτό και πρέπει να αποβληθεί από την κατάταξη αυτή και να καταταγώ εγώ σε αυτό, δια των ανωτέρω Δ.Ο.Υ. προνομιακά και οριστικά για μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεων μου....".
Υπό το ως άνω περιεχόμενο της η ένδικη ανακοπή, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η μεταρρύθμιση του ανακοπτομένου πίνακος κατατάξεως ως προς τον αναιρεσείοντα για την εκ 200.061,61€, απαίτησή του εκ δικηγορικής αμοιβής, για την οποία κατετάχθη προνομιακώς.
Συγκεκριμένα το ανακόπτον αναιρεσίβλητο αρνήθηκε την ύπαρξη και το ύψος της εν λόγω απαιτήσεως και τον προνομιακό χαρακτήρα ταύτης, ως μη προκυψάσης κατά την κρίσιμη ως άνω διετία αναδρομικώς από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού, που ήταν η 8-6-2005. Επομένως όλα όσα ισχυρίζεται περί του αντιθέτου ο αναιρεσείων με τους δύο πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, ότι δηλαδή η ένδικη ανακοπή είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν εάν ο πιστωτής Κ.
Π. με επίσπευση του οποίου τελικώς πραγματοποιήθηκε ο πλειστηριασμός, είχε επιδώσει προς την οφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία " …", δική του επιταγή προς εκτέλεση και εάν είχε επιβάλει αυτοτελή κατάσχεση, ώστε το δικαστήριο να διαγνώσει ποια είναι η ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού, τυγχάνουν αβάσιμα.
Τούτο δε, διότι η ένδικη ανακοπή , όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν έχει ως βάση την αμφισβήτηση του χρόνου που καθορίσθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού ως ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού, αλλ' αντιθέτως θεωρεί δεδομένο και αναμφισβήτητο τον χρόνο αυτόν για την θεμελίωση των προβαλλομένων δι' αυτής λόγων ανακοπής.
Επομένως οι δύο λόγοι του αναιρετηρίου, οι οποίοι, με βάση τον περί αοριστίας ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 , 8, 9 και 14 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν απεφάνθη επί της παραδεκτώς δια λόγου εφέσεως προβληθείσης σχετικής ενστάσεως και δεν κήρυξε αόριστη και απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το αρχικό κείμενο των διατάξεων του άρθρου 975 αριθ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ. στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας και οι απαιτήσεις διδασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, στην τετάρτη δε τάξη (κατατάσσονται) οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και επιδικάστηκαν με τελεσίδικη απόφαση.
Ακολούθησαν: α) ο ν. 1545/1985, με το άρθρο 31 του οποίου ορίστηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξηρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων, εφόσον όλες αυτές προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή (...)", β) ο ν. 2479/1997, με το άρθρο 6 παρ. 16 του οποίου ορίζεται: "Στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, υπάγονται οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή (.....).
Η παρ. 5 του άρθρου 975 καταργείται, μεταβαλλομένης αναλόγως της αριθμήσεως των επόμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την έναρξη της ισχύος του ν. 2497/1997 (6-5-1997) οι κατά τα ανωτέρω απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις κατατάσσονται οριστικά ή τυχαία, στην τρίτη τάξη των προνομιούχων απαιτήσεων υπό την προϋπόθεση ότι προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (ήδη και οι απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ των άλλων, ευθέως στην ρηθείσα διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του ν. 3924/2011) (Α.Π. 1819/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί επί της ενδίκου ανακοπής, μεταρρύθμισε τον πίνακα και κατέταξε στο εναπομείναν, (μετά την αφαίρεση των εξόδων), προς διανομήν πλειστηρίασμα τον αναιρεσείοντα δικηγόρο προνομιακώς και οριστικώς στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ.
για μέρος μόνο εκ των αναγγελθεισών απαιτήσεών του κατά της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριας εταιρείας από δικηγορικές προς αυτήν υπηρεσίες του και συγκεκριμένα για το ποσό των 18.100 €, το οποίο αφορούσε απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού (8-6-2005) και κρίθηκαν γι` αυτό προνομιούχες, όχι δε και για τις πέραν του ποσού αυτού απαιτήσεις του αναιρεσείοντος από την ίδια αιτία , οι οποίες είχαν προκύψει μετά την αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού (8-6-2005) και μέχρι την διενέργεια αυτού την 2-7-2008 και οι οποίες κρίθηκαν γι` αυτό μη προνομιούχες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο - και με βάση τα προεκτεθέντα - ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ειρημένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τον ν. 1545/85 (άρθρ. 31), και του άρθρου 6 παρ. 16α του ν. 2479/97... Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του παρεβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
τυγχάνει αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι απεδείχθησαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 653/2011, 625/2008, 38/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1006 παρ. 4 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. "αν η απαίτηση του δανειστού που αναγγέλλεται στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό, η αναγγελία έχει τα ίδια αποτελέσματα με την κατάσχεση, εφόσον επιδοθεί και στον υποθηκοφύλακα της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο και αφότου αυτό σημειωθεί στο περιθώριο της εγγραφής της κατάσχεσης".
Από την γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής και της αντιστοίχου τοιαύτης του άρθρου 972 παρ. 2 εδ. β του Κ.Πολ.Δ. που αφορά την κατάσχεση κινητών πραγμάτων, και υπό το φως του νομοθετικού σκοπού αυτών (εγκειμένου στη διασφάλιση της θέσεως και στην προάσπιση των συμφερόντων των αναγγελλομένων δανειστών έναντι του δολίου οφειλέτου από τους κινδύνους συμπαιγνίας αυτού και του επισπεύδοντος, η οποία, ενόψει του συστήματος απαγορεύσεως των πολλαπλών κατασχέσεων θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαναγκασμένη αδράνεια και απραξία των άλλων δανειστών) προκύπτει ότι, αν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση και επέβαλε την κατάσχεση, δεν συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία για οποιονδήποτε λόγο, όπως είναι και η αναστολή εκτελεστότητος του σχετικού εκτελεστού τίτλου, τότε μπορεί να συνεχισθεί η εκτέλεση και η διαδικασία του πλειστηριασμού των κατασχεθέντων πραγμάτων με πρωτοβουλία άλλου δανειστού, που ανήγγειλε την απαίτησή του με βάση εκτελεστό τίτλο (Α.Π. 609/2009, 2353/2009) .
Εξάλλου, κατά το άρθρο 312 του Κ.Πολ.Δ.: "Το περιεχόμενο της απόφασης αποτελεί πλήρη απόδειξη ... και για τη γνώμη που έχει εκφέρει το δικαστήριο" (παρ.1). "Η κατά την παρ. 1 αποδεικτική δύναμη του περιεχομένου της απόφασης μπορεί να ανατραπεί με το πρακτικό της συζήτησης ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής" (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση αποτελεί, έναντι πάντων, πλήρη απόδειξη για την κρίση που εξέφερε σ` αυτήν το δικαστήριο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία της εννόμου σχέσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης.
Συνεπώς όταν αυτή προσκομίζεται για την απόδειξη της υπάρξεως της εννόμου σχέσεως, ως εκ της οποίας παρέχεται στο διάδικο, υπέρ του οποίου βεβαιώθηκε με αυτήν η ύπαρξη της σχέσεως ταύτης, δικαίωμα να προβεί σε εκτέλεση κατ` εκείνου εις βάρος του οποίου έγινε η βεβαίωση αυτή, σε δίκη που αφορά την εκτέλεση, αποδεικνύει πλήρως τη βεβαιουμένη απαίτηση, για την οποία η εκτέλεση, όχι μόνο έναντι του οφειλέτου, αλλά και των στην δίκη αυτή συμμετεχόντων τρίτων, όπως επί πλειστηριασμού, των αναγγελθέντων σ` αυτόν δανειστών, για τους οποίους δεν γεννάται ζήτημα επεκτάσεως του από την απόφαση αυτή δεδικασμένου, αφού δεν πρόκειται εκτέλεσή της κατ` αυτών, αλλά κατά του οφειλέτου του επισπεύδοντος ή άλλου συνδανειστή τους, και οι οποίοι μπορούν ν` ανατρέψουν την άνω αποδεικτική δύναμη της αποφάσεως μόνο από το τυχόν αντίθετο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης στην οποία εκδόθηκε (ως αντίθετο, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση της αποφάσεως) ή με την προσβολή της αποφάσεως ως πλαστής.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ.12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, σύμφωνα και προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 312 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία δεν εκφέρει γνώμη περί της εννόμου σχέσεως που συνιστά το αποδεικτέο γεγονός σε άλλη δίκη, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το γεγονός αυτό, αλλά η αποδεικτική αυτής δύναμη είναι τέτοια με των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων (Α.Π.650/2011).
Τέλος ο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη υπόθεση μέρος των τα εξής: "Με επίσπευση ...
ανώνυμης εταιρίας... κατασχέθηκε δυνάμει της .../19-4-2005 έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως ... ενιαίο γήπεδο... ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία " …"... (οφειλέτριας της επισπεύδουσας). Με την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και την επακολουθήσασα 1004/26-04-2005 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας ορίστηκε να γίνει ο πλειστηριασμός του ακινήτου αυτού στις 8 Ιουνίου 2005 (αρχική ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού)...
Ο ... πλειστηριασμός δεν έγινε και η επισπεύδουσα ως άνω εταιρία αδράνησε για τη συνέχιση αυτού... Ο Κ. Π. (39ος των καθ ων η ανακοπή..., έχοντας απαίτηση κατά της ιδιοκτήτριας του άνω κατασχεμένου ακινήτου της " ... βασιζόμενη στην ... Διαταγή πληρωμής... ανήγγειλε την απαίτησή του αυτή στην υπάλληλο του πλειστηριασμού...
με την 11-12-2007 αναγγελία του... Νέα κατάσχεση του ακινήτου αυτού δεν έγινε. Στη συνέχεια, με την .../20-12-2007 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού της ανωτέρω υπαλλήλου του πλειστηριασμού... ο εν λόγω δανειστής (Κ. Π.), προκειμένου να ικανοποιήσει την ως άνω απαίτηση του κατά της " …"... δήλωσε τη συνέχιση του πλειστηριασμού του άνω ακινήτου...Τέλος, μετά από την 02-04-2008 νέα έγγραφη εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου του ως άνω επισπεύδοντος, εκδόθηκε, από τον ίδιο ως άνω δικαστικό επιμελητή, η .../2-4-2008 Β' επαναληπτική περίληψη δηλώσεως συνεχίσεως έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου, με την οποία ορίστηκε να γίνει ο πλειστηριασμός στις 2 Ιουλίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία και διενεργήθηκε και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην "ΗΕLLAS EDIL SA ", αντί 800.100 €.
Από τα ως άνω περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο δανειστής Κ. Π., επέσπευσε τον πλειστηριασμό του άνω ακινήτου... χωρίς να προβεί σε νέα κατάσχεση του ακινήτου αυτού και κατά συνέπεια ... αρχική ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού του ακινήτου αυτού θεωρείται η 8η Ιουνίου 2005, που για πρώτη φορά ορίστηκε να γίνει...
Στην ανωτέρω επί του πλειστηριασμού υπάλληλο αναγγέλθηκαν ως δανειστές της καθ ης η εκτέλεση " …", μεταξύ άλλων, το ανακόπτον ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και οι 1ος έως και 24ος των εφεσίβλητων της α' έφεσης...Το Δημόσιο αναγγέλθηκε, δια των Προϊσταμένων Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, για τις ακόλουθες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις...
Το Δημόσιο αναγγέλθηκε για τις προαναφερθείσες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και ζήτησε με τις αναγγελίες αυτές, δια των άνω Προϊσταμένων των Δημοσίων Οικονομικών του Υπηρεσιών, την προνομιακή κατάταξη τους (άρθρο 975 αριθμ. 5 ΚΠολΔ). Αναγγέλθηκαν , επίσης, οι 24 πρώτοι εφεσίβλητοι της α' έφεσης, ο 24ος απ' αυτούς και εκκαλών της β' έφεσης, για προνομιακές απαιτήσεις, προερχόμενες των πρώτων 23 από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που τους συνέδεε με την καθ ης η εκτέλεση, του δε 24ου προερχόμενη από δικηγορική αμοιβή, ως ακολούθως : 1) ...
και 24) Π. Γ. προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 200.061,61€, προς μερική ικανοποίηση της απαίτησης του. Σε περίπτωση μη τελεσιδίκου επιδικάσεως των απαιτήσεων των άνω καταταχθέντων εργαζομένων και δικηγόρου προνομιακά και τυχαία, για το συνολικό ποσό των 605.127,59€, στο ποσό αυτό κατατάχθηκαν (επικουρικά) με τον άνω πίνακα για μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεων τους: 1) Η Δ.Ο.Υ.
Καλαμαριάς για 131,60 € , οριστικά και τελεσίδικα... Προνομιακές κατατασσόμενες στην τρίτη τάξη, είναι οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία του πρώτου ορισθέντος πλειστηριασμού και εν προκειμένω από 8 Ιουνίου 2003 έως 8 Ιουνίου 2005, εκτός αν αφορούν αποζημιώσεις εργαζομένων, λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, οπότε οι απαιτήσεις αυτές (για αποζημίωση καταγγελίας) υπάγονται στο ίδιο ως άνω προνόμιο της τρίτης τάξης ανεξάρτητα από το χρόνο που γεννήθηκαν...
Στην υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγέλθηκε στις 16-7-2008 και ο εκκαλών - εφεσίβλητος με την από 15-7-2008 αναγγελία του, για απαιτήσεις κατά της " …", συνολικού ποσού 444.900,00€, οι οποίες αφορούσαν δικηγορική αμοιβή του, για υπηρεσίες που παρείχε στην καθ' ης η εκτέλεση ως άνω ΑΤΕΒΕ, ζητώντας, στην περίπτωση συντάξεως πίνακα κατάταξης, να καταταγεί προνομιακά.
Στην εν λόγω από 15-7-2008 αναγγελία του ενσωμάτωσε, για να αιτιολογήσει την άνω απαίτηση του, πιστό αντίγραφο της από 15-7-2008 αγωγής του κατά της " …", που κατέθεσε την ίδια ημέρα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης... Με την αγωγή αυτή ισχυρίστηκε ότι η καθ ης η εκτέλεση ως άνω " …" του όφειλε για νομικές του προς αυτήν υπηρεσίες, για συμφωνηθείσα πάγια μηνιαία αντιμισθία , από 1.1.2004 έως 31-07-2005, το ποσό των 4.000 € και συνολικά 76.000,00 € και επί πλέον για δικηγορική αμοιβή, για το ίδιο χρονικό διάστημα, το ποσό των 56.900 € για τις στην αγωγή λεπτομερώς αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες και επίσης ο ποσό των 8.000,00€ μηνιαίως για συμφωνηθείσα πάγια μηνιαία αντιμισθία από 01-08-2005 έως 30-10-2008 και συνολικά 312.000,00 € και για όλες τις άνω αιτίες του όφειλε η καθ ης η εκτέλεση " …" το συνολικό ποσό των 444.900 €.
Η υπάλληλος του πλειστηριασμού...λαμβάνοντας υπόψη την άνω αναγγελία, κατέταξε στον ... πίνακα κατάταξης δανειστών, μεταξύ άλλων, και τον ως άνω δικηγόρο... για το ποσό των 200.061,61€, προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής του για μερική ικανοποίηση της πιο πάνω απαιτήσεώς του.
Η ανωτέρω αγωγή εκδικάστηκε στη δικάσιμο που ορίστηκε... εμφανίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης " …" Κ. Μ. και αποδέχθηκε την αγωγή, έχοντας προς τούτο ειδική εξουσιοδότηση από το ΔΣ της εναγομένης. Μετά ταύτα , η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολο της με την 5749/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εναγομένη και ήδη καθ ης η εκτέλεση ως άνω εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα δικηγόρο το ποσό των 444.900 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Η απόφαση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι κατέστη τελεσίδικη. Ο εκκαλών δικηγόρος δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής.
Συνεπώς, η άνω απόφαση στερείται, λόγω μη τελεσιδικίας, αποδεικτικής δύναμης ... Άλλωστε, το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν εξέφερε κρίση, μετά από αποδεικτική διαδικασία, για την ύπαρξη της έννομης σχέσης που συνέδεε τον ως άνω δικηγόρο μετά της εναγομένης και ήδη καθ ης η εκτέλεση και για το ύψος της απαίτησης του πρώτου κατά της δεύτερης, αλλά δέχθηκε την αγωγή σύμφωνα με την αποδοχή της από την εναγομένη...(άρθρο 298 Κ.Πολ.Δ.) και άρα και για το λόγο αυτό στερείται αποδεικτικής δύναμης έναντι τρίτων και εν προκειμένω του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος Δημοσίου.
Κατά συνέπεια, ως προς την άνω απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή ως άνω δικηγόρου, για μέρος της οποίας προνομιακά κατετάγη στον προσβαλλόμενο πίνακα, την ύπαρξη της οποίας (απαίτησης) αρνείται το ανακόπτον Δημόσιο, όπως αρνείται και την προνομιακή κατάταξή της, θα ληφθούν υπόψη τα έγγραφα (και δικόγραφα) που ο καθ ου με επίκληση προσκομίζει στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Μάρτυρες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, δεν εξετάστηκαν. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και κυρίως τα δικόγραφα αποδεικνύεται ότι η καθ' ης η εκτέλεση " …" ανέθεσε την εντολή στον καθ ου η ανακοπή Π. Γ., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, αρχές του 2004, να διεκπεραιώσει όλες τις δικαστικές υποθέσεις που αυτή θα αντιμετώπιζε στο άμεσο μέλλον.
Με την εντολή αυτή συμφωνήθηκε ότι η καθ' ης θα του κατέβαλλε ξεχωριστή αμοιβή για κάθε επιμέρους πράξη που θα διενεργούσε, εάν δε, επρόκειτο για υποθέσεις που αφορούσαν ασφαλιστικά μέτρα και συγκεκριμένα σύνταξη και συζήτηση ανακοπής, αίτησης διόρθωσης κατασχετήριας έκθεσης και αίτησης αναστολής πλειστηριασμού του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, ο καθ ου θα δικαιούταν ως αμοιβή, το ποσό των 600 €, για τη σύνταξη, κατάθεση, επίδοση κάθε δικογράφου και συζήτηση αυτών, και σε περίπτωση που ματαιωνόταν η συζήτηση θα δικαιούταν το ποσό των 400 €...".
Ακολούθως το Εφετείο αναφέρεται αναλυτικώς στις ενέργειες που προέβη ο αναιρεσείων ως πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ' ης η εκτέλεση και συνεχίζει ως εξής: "Τα υπόλοιπα κονδύλια ο καθ' ου η ανακοπή ανήγγειλε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, ως αμοιβή του από νομικές υπηρεσίες του προς την καθης η εκτέλεση, που περιέχονται στην 15-07-2008 αναγγελία του και δη στην ενσωματωμένη στην αναγγελία αυτή 30298/15-07-2008 αγωγή του, παρέλκει να ερευνηθούν ως προς την βασιμότητά τους, διότι αφορούν σε χρόνο γέννησης των οικείων απαιτήσεων μεταγενέστερο της ορισθείσας ημερομηνίας (8.6.2005), για τον πρώτο πλειστηριασμό του ακινήτου της καθ' ης η εκτέλεση - εντολέως του και άρα δεν έχουν προνομιακό χαρακτήρα για να καταταγούν στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης.
Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι οι προνομιακές απαιτήσεις του 38ου των καθ ων η ανακοπή δικηγόρου ανήλθαν στις 8.6.2005 στο συνολικό ποσό των ... 18.100,00€ και όχι στο ποσό των 200.061,61€ στο οποίο κατατάχθηκε και πρέπει να αποβληθεί από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατά το πλεονάζον ποσό των (200.061,616 - 18.100,00€=) 181.961,61€ και να καταταγεί για το ποσό αυτό το ανακόπτον Δημόσιο...".
Με βάση τα εκτεθέντα το Εφετείο έκρινε βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε κατά το αντίστοιχο μέρος της την ένδικη ανακοπή και μεταρρυθμίζοντας τον πίνακα απέβαλε εξ αυτού τον αναιρεσείοντα για το επί πλέον του συνολικού ως άνω ποσού των προνομιακών απαιτήσεών του , ήτοι για το ποσό των 181.961,61 € και κατέταξε στη θέση αυτού για το ποσό τούτου το αναιρεσίβλητο.
Τις παραδοχές αυτές του Εφετείου πλήττει ο αναιρεσείων με τους λοιπούς λόγους του αναιρετηρίου, προσάπτοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις κάτωθι αναιρετικές αιτιάσεις. Ειδικότερα με τον τέταρτο κατά σειράν λόγο του αναιρετηρίου μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., διότι παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 1006 παρ. 4 του ιδίου Κώδικος με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής σχετικά με την νομική ισχύ και τις συνέπειες της επεχούσης θέση αυτοτελούς κατασχέσεως αναγγελίας του επισπεύσαντος τον πλειστηριασμό Κ.
Π., την οποία το Εφετείο εθεώρησε ότι δεν συνιστά νέα κατάσχεση. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι ναι μεν η ως άνω διάταξη, (που έχει την προεκτεθείσα νομοθετική σκοπιμότητα) προσδίδει στην αναγγελία, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτήν, τα αποτελέσματα της αυτοτελούς κατασχέσεως, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχιση της εκτελέσεως και η διαδικασία του πλειστηριασμού, όμως με την εν λόγω αναγγελία δεν επιβάλλεται νέα κατάσχεση, στο ήδη κατασχεθέν ακίνητο, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων και συνακολούθως δεν επηρεάζει την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Στην προκειμένη επομένως περίπτωση, ημερομηνία πρώτου πλειστηριασμού, παραμένει η αρχικώς ορισθείσα τοιαύτη της 8-6-2005, αφού ο πλειστηριασμός έγινε μεν με επίσπευση του αναγγείλαντος δανειστού, με βάση όμως την επιβληθείσα από την αρχικώς επισπεύσασα εταιρεία κατάσχεση, μετά την επιβολή της οποίας και ορίσθηκε η ως άνω ημερομηνία πλειστηριασμού.
Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν προσέδωσε αποδεικτική ισχύ στην προσκομισθείσα ενώπιον του Εφετείου υπ' αριθμ. 5749/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αποδεικνύονται πλήρως οι απαιτήσεις του κατά της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία " …", υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 12 και 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απορριπτέος, ως προς μεν την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 αιτίασή του ως απαράδεκτος, διότι αφορά παραβίαση δικονομικής και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, ως προς δε τις λοιπές αιτιάσεις του ως αβάσιμος, διότι, εφόσον το Εφετείο έκρινε ανελέγκτως με βάση τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα ότι η προειρημένη υπ' αριθμ. 5749/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, επί πλέον δε εξεδόθη, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ορθώς έκρινε ότι η απόφαση αυτή στερείται (άμεσης) αποδεικτικής ισχύος έναντι του αναιρεσιβλήτου ως τρίτου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του αυτού Κώδικος, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα (Α.Π. 109/2012, 134/2012, 228/2012, 373/2012, 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο κατά σειράν και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 του Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το Εφετείο , κατά το σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα έγγραφα , από τα οποία αποδεικνύεται η αναγγελθείσα απαίτηση του αναιρεσείοντος ή κονδύλια αυτής και ειδικότερα:
(α) τα πρακτικά της δίκης επί της με αριθμό 43853/2008 ανακοπής της τράπεζας "EFG Eurobank" κατά του ίδιου με αριθμό .../29.9.2008 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Μπιλίση - Χρουσαλά. (β) Την υπ' αριθμ. 1507/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης από την οποία αποδεικνύεται η παράστασή του προς αντίκρουση εφέσεως κατά της ιδίας ως άνω εταιρείας .
(γ) Την υπ' αριθμόν .../18.12.2003 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού .., (δ) Τα υπ' αριθμόν .../10.5.2005 και .../28.11.2003 αποδεικτικά αποστολής των εταιριών ταχυμεταφορών Γενική Ταχυδρομική και Α05.
(ε) Το από 12.7.2005 αποδεικτικό καταθέσεως υπ' αυτού της αμοιβής δικηγόρου, ύψους 1.300€, (στ) Το από 23.3.2000 σημείωμά του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως κατά τη συζήτηση της αιτήσεως συντηρητικής κατασχέσεως κατά της αυτής οφειλέτιδος πελάτισσας του " …".
(ζ) Την υπ' αριθμ. 183/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως επί της ανωτέρω αιτήσεως.
(η) Τις υπ' αριθμόν ... και .../20.5.2003 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Καβάλας και Αλεξανδρουπόλεως …και …. Και (θ) Το υπ' αριθμόν ... αποδεικτικό αποστολής της εταιρείας ταχυμεταφορών Γενική Ταχυδρομική, προς τον άνω εντολοδόχο του δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Λυμπερόπουλο.
Από τη βεβαίωση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθησαν και προσεκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, αξιολογουμένη σε συνδυασμό με τις παραδοχές της και ιδιαιτέρως τις αναφερόμενες στις υπηρεσίες που προσέφερε ο αναιρεσείων ως δικηγόρος στην καθ ης η εκτέλεση εταιρεία " …", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που μνημονεύονται αναλυτικώς ανωτέρω και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, μειωμένων όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ
Απορρίπτει την από 17-9-2012 αίτηση του Π. Γ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.1717/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των τριακοσίων (300) ευρώ δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 19η Ιουλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 17η Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ