Supreme Court dismisses appeal on termination of lease due to dissolution of engagement and inability to pay rent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the termination of a lease contract. The appellant argued that the dissolution of her engagement and the cessation of her fiancé's rent payments constituted a 'serious reason' for early termination under Greek civil law. The court found that these personal circumstances did not objectively render the continuation of the lease unacceptably burdensome for the appellant in good faith. Consequently, the court upheld the lower court's ruling that the lease should continue until its natural expiration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 288, 588, 672, 752, 766 of the Civil Code: A serious reason for terminating a continuous legal relationship exists only when circumstances make the continuation unacceptably burdensome in good faith; personal events affecting only the terminating party without making the contract unviable for the other do not constitute such a reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1837 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1837/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσάκωνα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 900/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1735/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16/7/2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 610/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2008 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 30/12/2005 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αιτήσεως αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 ΑΚ συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκείς έννομη σχέση για σπουδαίο λόγο. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσεως έως τον χρόνο της λήξεώς της.
Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται, υπερμέτρως δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη οποιοσδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής.
Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται όμως να ευρίσκονται στην σφαίρα επιρροής του ίδιου καταγγέλλοντος. Ειδικώς, για την πρόωρη καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, για την οποία ο νόμος έχει θεσπίσει και ειδικούς προς τούτο λόγους για αμφοτέρους του συμβαλλομένους, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά.
Ο ευρύτερος τυχόν προσδιορισμός του περιεχομένου του σπουδαίου λόγου θα δημιουργούσε ανασφάλεια στα μέρη για τη διάρκεια της σύμβασης. Για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου μπορεί να γίνει και σύγκριση του συμφέροντος του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της συμβάσεως με το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της συμβάσεως μέχρι την κανονική λύση της.
Εξάλλου, ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νόμιμη έννοια και, συνεπώς η κρίση για την ορθή υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1639/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα (εναγομένη) αποκρούοντας την από 15-3-2002 αγωγή με την οποία οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) ζήτησαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα και συναφείς δαπάνες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, λόγω εγκατάλειψης του μίσθιου ακινήτου πριν από τη λήξη της μίσθωσης, ισχυρίσθηκε ότι την καταρτισθείσα στις 18-11-2000 μισθωτική σύμβαση κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο και, συγκεκριμένα, "διότι λόγω διαλύσεως της μνηστείας της με τον ...
και την εκ τούτου ματαίωση του γάμου τους, αλλά και διότι ο πρώην μνηστήρας της έπαυσε του λοιπού να συμμετέχει στην πληρωμή του μισθώματος, κατέστη ασύμφορη η περαιτέρω παραμονή της στο μίσθιο διαμέρισμα, το οποίο είχε μισθώσει για να χρησιμοποιηθεί ως συζυγική οικία". Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αβάσιμη, διότι τα περιστατικά τα οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα - εναγομένη προς θεμελίωση του σπουδαίου λόγου αφορούν προδήλως την ίδια και μόνο και όχι τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες προς τους οποίους απευθύνθηκε η καταγγελία και, περαιτέρω, διότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αντικειμενικώς αξιολογούμενα δεν καθιστούν την εξακολούθηση της μισθώσεως για την αναιρεσείουσα - μισθώτρια και αξιώσιμη κατά την καλή πίστη. 'Ετσι, κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα - εναγομένη να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες νομιμοτόκως το ποσό των 11.039,36 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα - εναγομένη μισθώτρια (διάλυση της μνηστείας και αδυναμία εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων) δεν αποτελούν, με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τους κανόνές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, περιστατικά που καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσβάστακτη για την αναιρεσείουσα μισθώτρια τη συνέχιση της επίδικης μίσθωσης και, ως εκ τούτου δεν μπορούν να θεμελιώσουν σπουδαίο λόγο.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2004 αίτηση της ... για αναίρεση της 1735/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ