Legislator Case Law & Legislation
1837/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling that termination was an abuse of right.

Case Number 1837/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision to annul the employee's termination. The court found the dismissal was an abuse of right because the employee refused a demotion to a hazardous position and filed a separate lawsuit for damages. The court held that economic restructuring justifications are not subject to judicial review in such cases.

Legislator headnote

AI generated

Art. 669, Art. 281, Art. 174, Art. 180, Art. 648, Art. 656 of the Civil Code: Termination of employment contracts is a unilateral act but can be transformed into a consensual one; if exercised in bad faith or for vindictive purposes, it is void and the employer must continue paying wages.

Keywords

AI generated
abuse of right termination of employment economic restructuring bad faith dismissal judicial review limits hazardous work conditions Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 669 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 174 of the Civil Code
Art. 180 of the Civil Code
Art. 648 of the Civil Code
Art. 656 of the Civil Code
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1837 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1837/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ Α.Ε", που εδρεύει στη Νέα Καρβάλη Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Πίκουλας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Μπούκαλης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.04.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 350/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20.08.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 669 του ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία αλλά μπορεί με συμφωνία των μερών, όπως στις περιπτώσεις που οι σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου διέπονται από κανονισμό προσωπικού με συμβατική ισχύ, να αναχθεί από αφηρημένη σε αιτιώδη δικαιοπραξία, όταν κατά τη συμφωνία των μερών μπορεί να γίνει για συγκεκριμένους λόγους με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας.

Η καταγγελία αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη αλλά η άσκησή της υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρ. 281 του ΑΚ, οπότε, εφόσον έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174 και 180 του ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται όπως και προηγουμένως τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή τους, να καταβάλλει τους μισθούς του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 648 και 656 του ΑΚ.

Τέτοια υποχρέωση συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε για εκδίκαση εις βάρος του μισθωτού λόγω προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Ειδικώς επί απολύσεως που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρηση δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου ως έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής προς απόλυσης του εν λόγω εργαζομένου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρ. 281 του ΑΚ.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 7 του Ν. 2112/1920 και 648 και 652 του ΑΚ προκύπτει ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης.

Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική μόνο ζημία. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη είτε να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων.

Ο εργοδότης όμως που επιχειρεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης της επιχειρήσεώς του διατηρεί τη δυνατότητα, εφόσον ο μισθωτής δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, να καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι έγινε ύστερα από την αντίκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός αν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή και άλλα κρίσιμα περιστατικά, όπως είναι η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη.

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία την 16-11-1972 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως μαθητευόμενος μηχανοτεχνίτης έναντι των εκάστοτε νόμιμων μηνιαίων αποδοχών. Εργάσθηκε μέχρι την 19-3-1977, οπότε στρατεύθηκε και μετά την απόλυσή του από το στράτευμα επαναπροσλήφθηκε την 29-8-1979 και απασχολήθηκε υπό τους αυτούς όρους και συνθήκες.

Κατά το χρονικό διάστημα από 14-12-1979 έως 17-12-1984 εργάσθηκε ως τεχνίτης Γ' εφαρμοστής στο κεντρικό συνεργείο μηχανολογικής συντήρησης και από 18-12-1984 έως 5-6-1994 ως τεχνίτης Β' σωληνουργός στο ίδιο τμήμα του εργοστασίου. Ηδη από τον Σεπτέμβριο του 1988 ο αναιρεσίβλητος είχε διαπιστώσει ότι πάσχει από αλλεργικό άσθμα, ασθένεια την οποία γνωστοποίηση στην επιχείρηση και ζήτησε τη μετακίνησή του από τη θέση του σωληνουργού, που απαιτούσε να κινείται σε χώρους με βλαπτικές για την υγεία του ουσίες, σε άλλη θέση, όπου δεν θα υπήρχε τέτοιος κίνδυνος.

Η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να τον μετακινήσει σε άλλη θέση αλλά κατόπιν προσφυγής του στο δικαστήριο υποχρεώθηκε με την 156/92 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που κατέστη τελεσίδικη και τον τοποθέτησε από 6-6-1994 στη θέση του τεχνίτη υδραυλικού Β' του τμήματος δομικών έργων της διεύθυνσης συντήρησης του εργοστασίου, όπου απασχολήθηκε μέχρι την 7-9-2005.

Ειδικότερα, κατά την εκτέλεση της εργασίας του αυτής ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση, κατασκευή, τοποθέτηση και επισκευή των ειδών υγιεινής όλων των χώρων του εργοστασίου, των δικτύων αποχέτευσης, των υδραυλικών δικτύων πόσιμου και βιομηχανικού ύδατος, όλων των δικτύων των θερμαντικών σωμάτων, των θερμαντικών εγκαταστάσεων καλοριφέρ και όλων των εστιών θέρμανσης ύδατος, ηλιοθέρμων και θερμοσιφώνων.

Καθόλο δε το χρονικό αυτό διάστημα που εκτελούσε τα παραπάνω καθήκοντα του τεχνίτη υδραυλικού εξακολουθούσε να πάσχει από εξωγενές βρογχικό άσθμα, που επιβαρύνεται από πτητικά υγρά και αέρια και συνιστάται η απομάκρυνσή του από χώρους με ερεθιστικές οσμές και αέρια. Από το έτος 2004 η αναιρεσείουσα προέβη για λόγους οικονομικοτεχνικούς σε αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησής της και σε μείωση του προσωπικού της.

Τη λήψη των μέτρων αυτών επέβαλαν συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, που η επιχείρηση αντιμετώπιζε, όπως η καθοδική πορεία της αγοραπωλησίας λιπασμάτων στη διεθνή και εγχώρια αγορά και η μείωση του τζίρου της. Στα πλαίσια της πολιτικής αυτής ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας με το 413/19-7-2004 υπηρεσιακό σημείωμά του πρότεινε στη Διεύθυνση του εργοστασίου την κατάργηση τριών οργανικών θέσεων, μεταξύ των οποίων και τη μοναδική θέση του υδραυλικού που κατείχε ο αναιρεσίβλητος.

Η πρότασή του εγκρίθηκε από τη Διεύθυνση και τη 2-2-2005 αποφασίσθηκε η μετάθεση του τελευταίου στη θέση του τεχνίτη Β' στο συνεργείο γενικής συντήρησης του εργοστασίου. Η μετάθεσή του αυτή αποφασίσθηκε από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας, παρότι γνώριζαν ότι ο εργαζόμενος εξακολουθεί να πάσχει από βρογχικό άσθμα, που είχε αποτελέσει την κατά τα άνω σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως αιτία μετάθεσής του από τη θέση του Τεχνίτη Β' σωληνουργού του κεντρικού συνεργείου μηχανολογικής συντήρησης στη θέση του τεχνίτη Β' υδραυλικού του Τμήματος δομικών έργων της διεύθυνσης συντήρησης του εργοστασίου.

Δηλαδή η αναιρεσείουσα τον μετέθεσε σε θέση στην οποία θα εκτίθετο στις προαναφερθείσες βλαβερές επενέργειες με κίνδυνο επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του. Δέχθηκε, περαιτέρω, το Εφετείο ότι η συμπεριφορά αυτή των οργάνων της αναρεσείουσας αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου την οποία μόλις του γνωστοποιήθηκε δεν αποδέχθηκε.

Συγκεκριμένα, με την από 3-2-2005 εξώδικη δήλωσή του εξέθετε τα προεκτεθέντα και δήλωνε ότι εμμένει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως εργασίας και αξίωνε την τήρησή τους σύμφωνα με την ανωτέρω δικαστική απόφαση. Λόγω της αρνήσεώς του να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα και της εμμονής του να προσφέρει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους αρχικούς όρους της συμβάσεως εργασίας, η αναιρεσείουσα επέδωσε σε αυτόν την 8-2-2005 την από 7-2-2005 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεώς του και την απέλυσε (την επομένη, μάλιστα, 9-2-2005, του επέδωσε εκ νέου το έγγραφο της καταγγελίας, διότι υπέλαβε ότι είχε υπολογίσει εσφαλμένα την αποζημίωση που όφειλε να του καταβάλει και στη συνέχεια παρακατέθεσε για την αιτία αυτή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 54.423,04 ευρώ, το οποίο και ανέλαβε ο αναιρεσίβλητος).

Με βάση τα προεκτεθέντα περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου έγινε κατά κατάχρηση του εργοδοτικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, καθόσον η άσκησή του υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και αυτό, διότι έγινε από εκδίκηση των αρμοδίων οργάνων της προς τον αναιρεσίβλητο, αφενός μεν λόγω του ότι δεν αποδέχθηκε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας που του επέβαλαν και αφετέρου λόγω του ότι είχε ασκήσει και κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) την από 15-6-2004 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί εις ολόκληρον με την ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ" ΑΕΓΑ και το Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Βιομηχανίας Λιπασμάτων Νέας Καρβάλης, να καταβάλει ως αποζημίωση από αδικοπραξία το ποσό των 195.990,75 ευρώ.

Στην κρίση του αυτή δεν κατέληξε, όπως εκθέτει, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη, εκτός άλλων, την κατάθεση του επιμελεία του αναιρεσιβλήτου εξετασθέντος μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ίδιο ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, διότι θα ήταν παράλογο να αρνηθεί ο αναιρεσίβλητος χωρίς λόγο τη μετάθεση στη νέα του θέση με τις ίδιες μέχρι τότε αποδοχές, διακινδυνεύοντας τα εκ της 33ετούς συμβάσεως εργασίας δικαιώματά του.

Ετσι, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής για τους προαναφερθέντες λόγους και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Ειδικότερα, δεν ενέχει αντίφαση η αιτιολογία ότι η μετακίνησή του στη θέση του τεχνίτη Β' στο συνεργείο γενικής συντήρησης του εργοστασίου, δηλαδή σε θέση που θα εκτίθετο στις επιβλαβείς για την υγεία του επενέργειες, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας και ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του έγινε για λόγους εκδίκησης συνισταμένους στην άρνησή του να αποδεχθεί την παραπάνω μετακίνηση και στην άσκηση εκ μέρους του αγωγής αποζημιώσεως κατά της εργοδότριας εταιρείας.

Οι αποδιδόμενες δε κατά τα λοιπά αιτιάσεις περί ανεπαρκών αιτιολογιών αποτελούν πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, των οποίων όμως το πόρισμα περί της καταχρηστικότητας της καταγγελίας εκτίθεται με σαφήνεια. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης δεν είναι βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-8-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ" για αναίρεση της 350/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ