Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for specific heirs due to lack of standing or procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible for a specific group of heirs while allowing it for others. The court found that certain heirs lacked standing or failed to meet procedural requirements for challenging the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected for these parties, and they were ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks standing or fails to comply with procedural requirements for challenging the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1836 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1836/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Ν., 2.Β. Μ. του Γ., 3.Μ. Π. του Κ., 4. Δ. Σ. του Π., 5. Σ. Γ. του Σ., 6. Μ. Κ. του Γ., 7. Μ. Ε. του Γ., 8. Χ. Γ. του Γ., ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος (σύμφωνα με την ...-2021 ληξιαρχική πράξη του ληξιαρχείου Δ.Ε. Δραπετσώνας) Χ. Γ. του Γ., 9. Χ. Κ. του Σ., 10. Κ. Μ. του Γ., 11. Μ. Χ. του Κ., 12. Π. Π.
του Γ., 13. Σ. Σ. του Β., 14. Κ. Γ. του Ν., 15. Β. Α. του Π., 16. Π. Ε. του Γ., 17. Κ. Π. του Μ., 18. Μ. - Ρ. Μ. του Π., 19. Π. Α. του Ν., 20. Δ. Π. του Σ., 21. Κ. Π. του Δ., 22. Κ. Β. του Β., 23. Ψ. Α. του Ι., 24. Κ. Π. του Κ., 25. Χ. Π. του Ν., 26.Β. Ι. του Π., 27.Ρ. Γ. του Χ., 28.Π. Η. του Γ., 29. Κ. Ε. του Γ., 30. Μ. Θ. του Δ., 31. Τ. Σ. του Ν., 32.Δ. Μ. του Κ., 33. Μ. Ε. του Ά., 34. Τ. Ι. του Μ., 35. Ζ. Β.
του Γ., 36. Κ. Β. του Η., 37. Φ. Μ. του Κ., 38. Π. Χ. του Ν., 39. Κ. Ο. του Ι., 40. Χ. Χ. του Ι., 41.Μ. Β. του Δ., 42.Χ. Π. του Β., 43. Β. Ν. του Α., 44. Μ. Π. του Γ., 45. Ν. Ε. του Ε., 46.Φ. Φ. του Γ., 47. Κ. Ι. του Π., 48. Α. Γ. του Χ., 49. Σ. Α. του Κ., 50. Ν. Σ. του Δ., 51. Μ. Χ. του Δ., 52. Φ. Ι. του Α., 53.Κ. Ε. του Σ., 54. Υ. Ε. του Κ., 55. Κ. Κ. του Θ., 56. Π. Μ. του Γ., 57. Δ. Σ. του Β., 58. Π. Γ. του Κ., 59.
Λ. Σ. του Χ., 60. Μ. Β. του Γ., 61. Π. Α. του Γ., 62. Γ. Ν. του Θ., 63. Λ. Ν. του Α., 64. Λ. Σ. του Γ., 65. Δ. Κ. του Ι., 66. Π. Σ. του Α., 67.Τ. Α. του Δ., 68. Κ. Ι. του Γ., 69. Τ. Κ. του Δ., 70. Λ.-Ζ. Α. του Γ., 71. Δ. Γ. του Κ., 72. α) Β. Τ. του Ε., β) Θ. Τ. του Ε., ως εκ διαθήκης συγκληρονόμων του αποβιώσαντος (σύμφωνα με την ...-2017 ληξιαρχική πράξη του Ληξιαρχείου Αθηνών) Τ.
Ε. του Β. και 73. Κ. Δ. του Χ., κατοίκων ..., εκ της υπηρεσίας τους (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.), εκ των οποίων οι με α/α 2η, 3ος, 26ος, 37η, 38η, 39η, 41ος, 42η, 43η, 44ος, 45ος, 46ος, 67η και 69ος δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ 2ης ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ και ΑΙΓΑΙΟΥ", (2η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου) και ήδη "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Αλικάκου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολλάλη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. ΑΤΤΙΚΗΣ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Δούκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η .../2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η .../2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Οι πληρεξούσιοι του 1ου αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 318/2022, 1269/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 152/2023, 318/2022, 220/2021).
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 318/2022, 1374/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 318/2022, 1711/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της, από ....2022 και με αριθμό κατάθεσης ....2022, ένδικης αίτησης για αναίρεση της ....2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησαν οι εβδομήντα τρείς (73) συνολικά αναιρεσείοντες (επί συνόλω 80 αρχικώς εναγόντων), η οποία στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με την επωνυμία α) "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2ης Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), β) "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1ης Δ.Υ.Πε Αττικής) και γ) "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) έλαβε χώρα με επίσπευση των ανωτέρω εβδομήντα τριών (73) αναιρεσειόντων, κατόπιν επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου προς τους αναιρεσίβλητους και με πρόσκληση αυτών για να παρασταθούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμόν ....2022, ....2022 και ....2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.
Π. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 2η, 3ος, 26ος, 37η, 38ος, 39η, 41ος, 42η, 43η, 44ος, 45ος, 46ος, 67η και 69ος των αναιρεσειόντων, δηλαδή οι Β. Μ., Μ. Π., Β. Ι., Φ. Μ., Π. Χ., Κ. Ο., Μ. Β., Χ. Π., Β. Ν., Μ. Π., Ν. Ε., Φ. Φ., Τ. Α. και Τ. Κ., αντιστοίχως, δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες (όχι όμως και οι 8ος και 72ος εξ αυτών που απεβίωσαν, περί των οποίων κατωτέρω), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Κωστούλα. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπόμενους αναιρεσείοντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι, η δικηγόρος Αθηνών Αλεξάνδρα Κωστούλα, που, φερόμενη ότι εκπροσωπεί όλους του αναιρεσείοντες, έδωσε την έγγραφη παραγγελία στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και της κλήσεως για συζήτηση στα αναιρεσίβλητα ν.π.δ.δ., είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους (2η, 3ος, 26ος, 37η, 38ος, 39η, 41ος, 42η, 43η, 44ος, 45ος, 46ος, 67η και 69ος) αναιρεσείοντες, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους των λοιπών διαδίκων (αναιρεσιβλήτων ή παρισταμένων αναιρεσειόντων), κλήτευση των παραπάνω αναιρεσειόντων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας [καθώς πρόκειται επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, 542/2020)], πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και ως προς μεν τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολιπόμενους αναιρεσειόντες (2η, 3ο, 26ο, 37η, 38ο, 39η, 41ο, 42η, 43η, 44ο, 45ο, 46ο, 67η και 69ο) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην των 8ου και 72ου αναιρεσειόντων που απεβίωσαν, περί των οποίων αμέσως κατωτέρω), να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.
Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος". Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης, ενώ δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (ΑΠ 1003/2023, 1298/2022, 1446/2019, 1487/2019, 533/2018, 1611/2011).
Εν προκειμένω, η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσειόντων, με δήλωση εμπεριεχόμενη στις έγγραφες, από 07.04.2023, προτάσεις της, γνωστοποίησε: α) προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2ης Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) και ήδη με την νέα επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) ότι ο όγδοος (8ος) αναιρεσείων Γ.
Χ. απεβίωσε στις ....2021 και ότι συνεχίζει τη διακοπείσα δίκη ο υιός του Γ. Χ., ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του και β) προς το τρίτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) ότι ο εβδομηκοστός δεύτερος (72ος) αναιρεσείων Ε. Τ. απεβίωσε στις ....2017 και ότι συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη οι υιοί του Β.
και Θ. Τ., ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ήτοι: α) την .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Δραπετσώνας Αττικής αναφορικά με τον όγδοο (8ο) αναιρεσείοντα Γ. Χ. και β) την .../2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Αθηναίων αναφορικά με τον εβδομηκοστό δεύτερο (72ο) αναιρεσείοντα Ε.
Τ., ο θάνατος αυτών όντως έλαβε χώρα ....2021 και ....2017 αντιστοίχως, δηλαδή πριν από την άσκηση (με την κατάθεσή της, κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) της ένδικης, από ....2022 με αριθμό κατάθεσης ....2022, αίτησης αναίρεσης. Επομένως, η. αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από τους ανωτέρω (8ο και 72ο) αναιρεσείοντες, μετά τον θάνατο αυτών, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των πρώτου (1ου) και τρίτου (3ου) αναρεσιβλήτων (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου και Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) αντιστοίχως, τους οποίους και μόνον αφορά, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, που αφορά το υποκείμενο της διαδικαστικής αυτής πράξης, ενώ δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους των ως άνω θανόντων.
Ζήτημα πληρωμής δικαστικών εξόδων στα ανωτέρω αναιρεσίβλητα ν.π.δ.δ. (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου και Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) λόγω της απόρριψης ως απαράδεκτης ως προς αυτά της ένδικης αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα των αποβιωσάντων όγδοου (8ου) και εβδομηκοστού δευτέρου (72ου) των αναιρεσειόντων αντιστοίχως, δεν γεννάται, διότι οι "υπόχρεοι" στην καταβολή τους ως άνω αναιρεσείοντες είναι ανύπαρκτα πρόσωπα (ΑΠ 2084/2022).
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη, από ....2022 με αριθμό κατάθεσης ....2022, ένδικη αίτηση αναίρεσης (αναφορικά με τους παριστάμενους αναιρεσείοντες) κατά, της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ....2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσε την έναρξη της τοκοδοσίας του επιδίκου νοσοκομειακού επιδόματος και το ποσοστό αυτής τις:
α) από 28.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 έφεση του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. "2ης Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου", β) από 19.09.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 έφεση του ήδη 2ου αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. "1ης Δ.Υ.Πε Αττικής" και γ) από 17.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης .../2019 έφεση του ήδη 3ου αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και επιπροσθέτως και κατά το μέρος που αφορούσε τον 5ο ενάγοντα, τότε 2° εφεσίβλητο της ανωτέρω γ έφεσης του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (ήδη 54ο αναιρεσείοντα) Ε.
Υ., κατά της .../2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 31.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007, αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ιατρών κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΙΚΑ", στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν τα ανωτέρω ν.π.δ.δ.
για τους αντίστοιχους ενάγοντες το καθένα, περί επιδίκασης νοσοκομειακού επιδόματος, εξαφάνισε την άνω εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα αντίστοιχα κεφάλαια και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης ως προς αυτά, απέρριψε την αγωγή ως προς τον ανωτέρω 5° ενάγοντα (ήδη 54ο αναιρεσείοντα) για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του ήδη 3ου αναιρεσίβλητου Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και δέχθηκε (κατά τα λοιπά) εν μέρει την αγωγή, και υποχρέωσε τα ήδη αναιρεσίβλητα ν.π.δ.δ. να καταβάλουν σε κάθε ένα των, ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρειόντων - αντίστοιχων εναγόντων το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 15.620,70 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμό των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) αναφορικά με τους παρισταμένους αναιρεσείοντες [1η, 4ο έως και 7η, 9ο έως και 25ο, 27ο έως και 36η, 40η, 47η έως και 66ο, 68ο, 70η, 71ο και 73ο).
Α. Κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔ "δεν επιτρέπεται η προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης". Από τη διάταξη αυτή, (που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, τακτικά και έκτακτα, στα οποία περιλαμβάνεται και η αναίρεση) προκύπτει ότι απορρίπτεται ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο, με το οποίο προσβάλλεται η απόφαση ως προς μόνη τη διάταξη περί εξόδων, κατά παράλειψη κάποιου άλλου παραπόνου επί της ουσίας της υπόθεσης. Ως "ουσία της υπόθεσης" νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα (ΑΠ 1112/2022, 207/2020, 1276/2017). Β. Εξάλλου, η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 505/2020, 700/2019, 192/2016, 1331/2013).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο (3ο) λόγο αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, για ευθεία και εκ πλαγίου, παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης περί δικαστικής δαπάνης με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαιτέρως δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθεισών νομικών διατάξεων, ενώ θα έπρεπε να επιβάλει αυτά, εν όλω ή εν μέρει, στα ηττηθέντα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα, των οποίων οι εφέσεις απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Οι 1η, 4ος έως και 7η, 9ος έως και 25ος, μοναδικοί (προσηκόντως παριστάμενοι) αναιρεσείοντες που στρέφονται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (2ης Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) και ήδη "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το άνω αναιρεσίβλητο με τον μοναδικό αυτό λόγο αναίρεσης ως προς μόνη τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων, χωρίς να υφίσταται αναιρετικός λόγος που να πλήττει και την ουσίας της υπόθεσης ως προς το αναιρεσίβλητο αυτό (που συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας και η κατ' εκείνων αναιρετικοί λόγοι δεν το αφορούν).
Επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω Α νομική σκέψη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από τους ανωτέρω 1η, 4ο έως και 7η, 9ο έως και 25ο αναιρεσείοντες και στρέφεται κατά του πρώτου (1ου) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ανωτέρω ν.π.δ.δ., που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, -και το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους, ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων δικαστικών εξόδων (ΑΠ 1009/2023, 885/2023, 18/2020, 1072/2020)- κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους αναιρεσείοντες και κατά το μέρος που στρέφονται κατά των δεύτερου (2ου) και τρίτου (3ου) των αναιρεσιβλήτων ("1η Δ.Υ.Πε Αττικής" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." αντιστοίχως), σύμφωνα με τη Β νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη, κατά το άρθρο 179 του ΚΠολΔ, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, ο άνω τρίτος (3ος) λόγος αναίρεσης, ως προς τους διαδίκους αυτούς είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 732/2022, 194/2021, 248/2019, 781/2017).
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνον κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.
Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.
Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνον επί πρόσθετων λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 520 § 2) και αντέφεσης (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 732/2022, 160/2021, 15/2020, 207/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 732/2022, 194/2021, 248/2019, 782/2019).
Στην περίπτωση, όμως, που με την έφεση πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτή μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 847/2022, 732/2022, 291/2020, 374/2019, 1003/2017).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, 11/1996, ΑΠ 194/2021, 1163/2019) όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 717/2022, 1108/2021, 194/2021).
Στον ως άνω, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης εμπίπτει και η παράβαση του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου έφεσης, ή επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 732/2022, 916/2020, 248/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, όπως ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1284/2023, 1809/2022, 1431/2019, 885/2017).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1284/2023, 885/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος και αναφορικά με τα ήδη δεύτερο (2ο) και τρίτο (3ο) αναρεσίβλητα ν.π.δ.δ. "1η Δ.Υ.ΠΕ.
Αττικής" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." αντιστοίχως, τα εξής: "... Επομένως, και στην προκειμένη περίπτωση η έναρξις της τοκογονίας της ενδίκου απαιτήσεως κατά του αρχικώς εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (Ι.Κ.Α.), επέρχεται δια της επιδόσεως εις αυτό (μάλιστα όχι μόνο καταψηφιστικής αλλά και αναγνωριστικής) αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δια της εκκαλουμένης αποφάσεως του, καθώρισε την έναρξη της τοκογονίας των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών υπέρ των εναγόντων από της επομένης της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, εντός του οποίου εκάστη μηνιαία επιδοματική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητή, και όχι από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως και άνευ ειδικού λόγου εφέσεως στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος αυτής (εφέσεως) κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ ( ... ) αλλά και κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της εφέσεως του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ. 1η Δ.Η.ΠΕ. ...
Αφού δε επέρχεται αλλαγή διατακτικού, δέον όπως γίνουν δεκταί αι ένδικαι εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμαι κατά το κεφάλαιο τούτο της εκκαλουμένης, το οποίο αφορά στην έναρξη τοκοδοσίας του ενδίκου επιδόματος και το ποσοστό αυτής ...". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν (μεταξύ των άλλων) την έφεση των εκκαλούντων ν.π.δ.δ. "1η Δ.Υ.Πε.
Αττικής", και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια αυτής περί της ενάρξεως τοκοδοσίας του επιδίκου επιδόματος και του ποσοστού αυτής, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας κατ' ουσίαν την, από 31.12.2007, ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τα ανωτέρω εναγόμενα ν.π.δ.δ.
να καταβάλουν, η μεν "1η Δ.Υ.Πε. Αττικής" (μεταξύ των άλλων) στους 38ο, 39ο, 41η, 42ο. 44ο, 45η, 46η, 47ο, 50η, 51η, 57η, 67η, 68ο, 70η, 72ο, 74ο και 78ο των εναγόντων (αντίστοιχων 27ο έως και 36η, 40η, 47η έως και 52ο των ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων), ο δε "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (μεταξύ των άλλων) στους 1ο, 6ο, 13ο, 14ο, 23ο, 27η, 33ο, 34η, 40ο, 43ο, 48η, 49ο, 55ο, 61ο, 71η, 73ο και 76ο των εναγόντων (αντίστοιχων 53ο, 55ο έως και 66ο, 68ο, 70η, 71ο και 73ο των ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων), το, πρωτοδίκως επιδικαθέν ποσό των 15.620,70 ευρώ για τον καθένα, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) από της επόμενης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
Οι ανωτέρω προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσείοντες (27ος έως και 36η, 40η, 47η έως και 52ος και 53ος, 55ος έως και 66ος, 68ος, 70η, 71ος και 73ος) με τους εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο (2ο) και πρώτο (1ο) λόγο αναίρεσης αντιστοίχως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδίκασε κάτι το οποίο δεν ζητήθηκε και ειδικότερα ότι δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο έφεσης των εκκαλούντων και ήδη ανωτέρω αναιρεσίβλητων ν.π.δ.δ. "1η Δ.Υ.Πε.
Αττικής" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", παραβαίνοντας έτσι την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος των εφέσεών τους, αφού με το δικόγραφο αυτών δεν προέβαλαν λόγο έφεσης περί παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων περί ενάρξεως της τοκοφορίας των οφειλόμενων ποσών, δηλαδή δεν έπλητταν την πρωτόδικη απόφαση καθ' ο μέρος αυτή όρισε ως χρονικό σημείο έναρξης της τοκοφορίας την επομένη της τελευταίας ημέρας κάθε μηνός, εντός του οποίου κάθε μηνιαία επιδοματική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και περαιτέρω, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά τούτο, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τα ανωτέρω ν.π.δ.δ.
να τους καταβάλουν αντιστοίχως τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως χρηματικά ποσά με τόκο από της επομένης ημέρας της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, κάτι το οποίο δεν ζητήθηκε. Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ενόψει του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των δικογράφων των από 19.09.2019 (και με αριθμό κατάθεσης .../2019) και από 17.10.2019 (και με αριθμό κατάθεσης .../2019) εφέσεων των ανωτέρω ν.π.δ.δ. "1η Δ.Υ.Πε.
Αττικής" και "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", αντιστοίχως, που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς εναγομένου "ΙΚΑ- ΕΤΑΜ", προκύπτει ότι τα εναγόμενα αυτά-εκκαλούντα και ήδη 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων, με την έφεσή του το καθένα, ισχυρίζονταν, κατ' εκτίμηση αυτών (μεταξύ των άλλων), ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό και ζητούσαν με αυτές (εφέσεις) την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την εξολοκλήρου απόρριψη της ένδικης αγωγής των αντιστοιχούντων σε καθένα εξ αυτών εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη άνω αναιρεσειόντων.
Συνεπώς και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε, μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και το κεφάλαιο των τόκων και δη της έναρξης αυτών επί της επιδικασθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απαίτησης (νοσοκομειακού επιδόματος) των ανωτέρω εναγόντων αντίστοιχων αναιρεσειόντων, έστω και αν οι λόγοι έφεσης δεν αναφέρονταν ειδικά ως προς το κεφάλαιο των τόκων και ειδικότερα την έναρξη αυτών, αφού τα ήδη ανωτέρω αναιρεσίβλητα με την έφεσή του το καθένα ζητούσαν την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της (ΑΠ 732/2022, 15/2020).
Ειδικότερα με τις ως άνω εφέσεις των ανωτέρω δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων που υπεισήλθαν στη θέση του αρχικώς εναγομένου η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο και κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στους ανωτέρω ενάγοντες το καθένα το επιδικαθέν ποσό με "με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, εντός του οποίου κάθε μηνιαία επιδοματική παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή".
Επομένως το Εφετείο, ορθά λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτίμησε (από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς και) το κεφάλαιο των τόκων, ερευνώντας (αυτεπαγγέλτως) τη νομική βασιμότητα (και) του χρόνου έναρξης της τοκογονίας (επί του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού των 15.620,70 ευρώ για τον καθένα ως άνω ενάγοντα με επιτόκιο 6%), ως προαπαιτούμενο της κατ' ουσίαν έρευνας αυτής, και έκρινε ότι οφείλονται τόκοι από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής (κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ")' ενώ ήδη στην ένδικη αγωγή, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι, υφίστατο και επικουρικό αίτημα για επιδίκαση τόκων (έναρξη τοκογονίας) από την επίδοση αυτής Συνεπώς, με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και οι, υποστηρίζοντες τα αντίθετα, ανωτέρω αντίστοιχοι δεύτερος (2ος) και πρώτος (1ος) λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (02.03.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ.
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.
α' του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015). Επακολούθησε όμως ο ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α και γ του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 01.01.2012". Εξάλλου, για τους απασχολούμενους σε νοσοκομεία του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ιατρούς, με το άρθρο 32 παρ. 1, 2, 3 και 6 του ως άνω ν. 3918/2011 ορίσθηκε ότι από 01.06.2011 οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ειδικότερα (μεταξύ άλλων) το Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Πολυκλινική" (παρ. 1), ότι μετά την ένταξη οι ανωτέρω υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής) και ότι οι ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που υπηρετούν στις ως άνω μονάδες κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν στον αντίστοιχο φορέα υποδοχής (παρ. 2), ότι το λοιπό μόνιμο και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που υπηρετεί στις παραπάνω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης, καθώς και το αποσπασμένο ή διατιθέμενο από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
σε εξειδικευμένες μονάδες ή τμήματα νοσοκομείων του ΕΣΥ, εφόσον επιθυμεί την ένταξη, μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο και ειδικότητα στους φορείς υποδοχής, καταλαμβάνοντας ισάριθμες προσωποπαγείς θέσεις που συστήνονται αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής, ενώ όσοι δεν επιθυμούν την ένταξη μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (παρ. 3) και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του Νοσοκομείου, στο οποίο εντάσσονται. Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α 41) ορίσθηκε ότι από 01.01.2013 τα λειτουργούντα και υπό ενιαία διοίκηση διασυνδεόμενα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που προβλέπονται (και) από το άρθρο 32 του ν. 3918/2011 αποτελούν αυτοτελή και ενιαία Ν.Π.Δ.Δ.
Επομένως για το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό που απασχολείτο σε νοσοκομεία (μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης) του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., μετά την απόσχιση του κλάδου υγείας του τελευταίου αναφορικά με την παροχή σε είδος υπηρεσιών υγείας και την ένταξη των νοσοκομείων αυτών ως παραρτημάτων σε δημόσια νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά επί ασκήσεως ενδίκου μέσου (έφεσης ή αναίρεσης) κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ ή τον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
το έχον νομική προσωπικότητα (Ν.Π.Δ.Δ.) νοσοκομείο (φορέας υποδοχής), στο ιατρικό προσωπικό του οποίου έχει ενταχθεί το απασχολούμενο σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης (νοσοκομεία) του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 794/2022, 306/2020). Περαιτέρω, η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προΰποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1179/2023, 427/2021, 661/2020).
Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Για να θεμελιώνεται όμως ο άνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 372/2024, 20/2021, 995/2019, 600/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων), κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο εν σχέσει με τον ήδη 54ο αναιρεσείοντα - 5ο ενάγοντα, Υ.
Ε. και την παθητική νομιμοποίηση του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου "Ι.Κ.Α.", τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι κάτωθι αναφερομενοι ενάγοντες της ενδίκου αγωγής είχον προσληφθή, ως ιατροί, υπό του αρχικώς εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) υπό την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-Ι.Κ.Α.)", δυνάμει ατομικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσέφερον τας υπηρεσίας των, έχοντας πλήρη απασχόληση, στας τοπικάς Μονάδας Υγείας του Ι.Κ.Α., αι οποίαι δια του άρθρου 2 του Ν. 3225/2004 μετωνομάσθησαν εις Κέντρα Υγείας του Ι.Κ.Α.
Συγκεκριμένως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2002 έως και ...-2007, οι ενάγοντες παρέσχον τας υπηρεσίας των υπό την ειδικότητα: ... ενώ δεν προέκυψε η ειδικότης του 5ου ενάγοντος ιατρού (Ε. Υ.). Οι ανωτέρω ενάγοντες ιατροί παρέσχον τας υπηρεσίας των κατά το επίδικο χρονικό διάστημα: ο 1ος έως και η 35η (στους οποίους δηλαδή περιλαμβάνεται και ο 5ος ενάγων και ήδη 54ος αναιρεσείων, που ενδιαφέρει εν προκειμένω,) εξ αυτών ...
στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Πειραιώς, ...". Και περαιτέρω, το Εφετείο, επικαλούμενο και το προσκομισθέν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ...-2016 έγγραφο της Δ/νσεως Διοικητικής Υποστηρίξεως αυτού μετά του επισυναπτόμενου σ' αυτό πίνακος υπηρεσιακής καταστάσεως των εναγόντων, συνεχίζει " ... ο 5ος ενάγων (Ε. Υ.ς), και ήδη 2ος εφεσίβλητος στην από 17-10-2019 κρινομένη έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.
Ε.Ο.Π.Υ.Υ., κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχε τας υπηρεσίας του ως ιατρός στο Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., το οποίο ενετάχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Πολυκλινική", στο οποίο ο ανωτέρω ενάγων- εφεσίβλητος μετεφέρθη (μετετάχθη), το δε τελευταίο διασυνεδέθη μετά του Νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" δυνάμει της Υ4α/ΟΙΚ 84627 Υπουργικής Αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β' 1681/28-7-201 1).
Επομένως, ο ανωτέρω ενάγων-εφεσίβλητος δεν μετεφέρθη (μετετάχθη) στον εκκαλούντα και καθολικό διάδοχο του αρχικώς εναγόμενου Ι.Κ.Α. Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ως εκ τούτου, μη καλυπτόμενος ο ανωτέρω ενάγων- εφεσίβλητος από τας διατάξεις της καθολικής διαδοχής, ουδεμία σχέση συνδέει αυτόν μετά του εκκαλούντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και δέον όπως, η ένδικος αγωγή απορριφθή ως προς αυτόν (5° ενάγοντα και ήδη 2° εφεσίβλητο στην από 17-10-2019 κρινομένη έφεση) λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του εκκαλούντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ., καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του ως προς τον ανωτέρω 5ο ενάγοντα και ήδη 54ο αναιρεσείοντα (Ε. Υ.), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (μεταξύ των άλλων και) κατά το μέρος της με το οποίο είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και αφού κράτησε κατά τούτο (αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
ως προς τον 5ο ενάγοντα) την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτή ως προς τον ανωτέρω πέμπτο (5°) εκ των εναγόντων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ως προς την παθητική νομιμοποίηση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ενόψει του ότι, όπως ο ίδιος. ο ανωτέρω 54ος αναιρεσείων. ρητώς αναφέρει στον σχετικό (πέμπτο δια παραπομπής στον τέταρτο) λόγο αναίρεσης, από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Πειραιώς, όπου απασχολείτο προηγουμένως, μετετέθη στο "Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." από τις 29.03.2011, ήτοι πριν την ένταξη (μεταξύ των άλλων και) του άνω "Νοσοκομείου Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." ως παραρτήματος στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Πολυκλινική", ως δημόσιο νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ., την 01.06.2011, όπου και συνέχισε απασχολούμενος και μετά την ένταξη αυτή και επομένως ουδέποτε μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ώστε να νομιμοποιείται παθητικά αυτός, ως καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σε συνέχιση της εκκρεμούς δίκης, που αφορά μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι και η από 30.01.2015 (με αριθμό κατάθεσης ....2015) κλήση (μεταξύ των άλλων και) του ήδη 54ου αναιρεσείοντος (5ου καλούντος), με την οποία επανέφερε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τη συζήτηση της, ματαιωθείσας, ένδικης αγωγής, που αρχικώς στρεφόταν κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το πρώτον κατά του ν.π.δ.δ.
Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως καθολικού διαδόχου και συνεχίζοντος την εκκρεμή δίκη ως προς αυτόν του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κατατέθηκε στο Δικαστήριο μετά την μετάθεση του ανωτέρω ενάγοντος στο "Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." στις 29.03.2011, και την ένταξη του νοσοκομείου αυτού, ως παραρτήματος, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Πολυκλινική".
Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο 5ος ενάγων (Ε. Υ.), "κατά το επίδικο χρονικό διάστημα" παρείχε τις υπηρεσίες του ως ιατρός στο Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., δεν αναιρεί τα ανωτέρω, διότι το αναφερόμενο ως "επίδικο χρονικό διάστημα" στην εν λόγω περικοπή έχει την έννοια του κρίσιμου, για τη νομιμοποίηση, χρόνου της ένταξης (την 01.06.2011) των νοσοκομείων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στο ΕΣΥ (ως παραρτημάτων σε δημόσια νοσοκομεία αυτού), σε νοσοκομείο του οποίου, κατά τα ανωτέρω, απασχολείτο ήδη ο παραπάνω ενάγων, και τούτο διότι, αφενός η περικοπή αυτή επακολουθεί της, αμέσως παραπάνω, ενταγμένης στην ουσία της υπόθεσης, σχετικής νομικής σκέψης περί της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και αφετέρου ρητώς αναφέρεται προηγουμένως στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι (μεταξύ των άλλων εναγόντων και) ο 5ος ενάγων προσελήφθη ως ιατρός από το αρχικώς εναγόμενο Ι.Κ.Α., δυνάμει ατομικής συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και προσέφερε τις υπηρεσίες του σε τοπική Μονάδα Υγείας του Ι.Κ.Α., και ειδικότερα "κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01.01.2002 έως και 31.12.2007", ο εν λόγω ενάγων παρέσχε τις υπηρεσίες του στο Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.
Πειραιώς. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια σε σχέση με την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως προς τον 5ο ενάγοντα και ήδη 54ο αναιρεσείοντα και ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος (5ος) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Για τους ίδιους ως άνω λόγους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο τέταρτος (4ος) λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο παραπάνω 54ος των αναιρεσειόντων (5ος ενάγων), Ε. Υ., στρεφόμενος κατά του τρίτου (3ου) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερόμενου ...-2016 εγγράφου της Δ/σεως Διοικητικής Υποστηρίξεως του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
μετά του επισυναπτόμενου σ' αυτό πίνακος υπηρεσιακής κατάστασης των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, με το να δεχθεί ότι εκ του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι αυτός κατά το "επίδικο χρονικό διάστημα" παρείχε τις υπηρεσίες του ως ιατρός στο Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., και επομένως, δεν μεταφέρθηκε (μετατάχθηκε), στο, εκκαλούν, καθολικό διάδοχο του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α., ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", αφού το έγγραφο αυτό δεν αναφέρει σε ποιά Υπηρεσία Υγείας του πρώην "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." εργαζόταν αυτός κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01.01.2002 έως 31.12.2007, αλλά σε ποια Υπηρεσία του Ι.Κ.Α.
εργαζόταν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν. 3918/2011, ήτοι την 1η Ιουνίου 2011, καθώς αυτός εργαζόταν κατά το "επίδικο χρονικό διάστημα", στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Πειραιώς, μετετέθη δε στο "Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." από 29.03.2011 και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, ο ως άνω λόγος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η επικαλούμενη αιτίαση δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του ως άνω εγγράφου της Δ/σεως Διοικητικής Υποστηρίξεως του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." μετά του επισυναπτόμενου πίνακος (ήτοι δεν συνιστά "σφάλμα ανάγνωσης"), αλλά πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο σε αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δηλαδή στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερου (2ου) και τρίτου (3ου) αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1ης Δ.Υ.Πε Αττικής) και "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και να συμψηφιστούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των 53ου έως και 66ου, 68ου, 70η, 71ου και 73ου των ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και του (3ου) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", λόγω του ιδιαιτέρως δυσχερούς της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα τεθεί ως προς το δεύτερο (2ο) αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. "1η Δ.Υ.Πε Αττικής" (και τους 27ο έως και 36η, 40η, 47η έως και 52ο των ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων) ελλείψει αιτήματος αυτού που παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους 2η, 3ο, 26ο, 37η, 38ο, 39η, 41ο, 42η, 43η, 44ο, 45ο, 46ο, 67η και 69ο των αναιρεσειόντων, δηλαδή τους Β. Μ., Μ. Π., Β. Ι., Φ. Μ., Π. Χ., Κ. Ο., Μ. Β., Χ. Π., Β. Ν., Μ. Π., Ν. Ε., Φ. Φ., Τ. Α. και Τ. Κ., αντιστοίχως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της, από ....2022 και με αριθμό κατάθεσης .../2022, αίτησης για αναίρεση της .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους ανωτέρω (2η, 3ο, 26ο, 37η, 38ο, 39η, 41ο, 42η, 43η, 44ο, 45ο, 46ο, 67η και 69ο) αναιρεσείοντες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την άνω, από ....2022, αίτηση για αναίρεση της .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ασκείται από τους αποβιώσαντες 8ο Γ. Χ. και 72ο Ε. Τ. αναιρεσείοντες και στρέφεται κατά των πρώτου (1ου) και τρίτου (3ου) αναρεσιβλήτων ν.π.δ.δ. με την ήδη επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου) και "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), αντιστοίχως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την άνω, από ....2022, αίτηση για αναίρεση της .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ασκείται από τους 1η, 4ο έως και 7η, 9ο έως και 25ο αναιρεσείοντες και στρέφεται κατά του πρώτου (1ου) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την ήδη επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου" (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου).
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους άνω αναιρεσείοντες (1η, 4ο έως και 7η, 9ο έως και 25ο) στα δικαστικά έξοδα του ανωτέρω (1ου) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. (Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την άνω, από ....2022, αίτηση για αναίρεση της .../2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήτοι κατά το μέρος που ασκείται α) από τους 27ο έως και 36η, 40η, 47η έως και 52ο αναιρεσείοντες και στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Πε Αττικής) και β) από τους 53ο έως και 66ο, 68ο, 70η, 71ο και 73ο αναιρεσείοντες και στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.).
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης μεταξύ των 53ου έως και 66ου, 68ου, 70ης, 71ου και 73ου των αναιρεσειόντων και του (3ου) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ