Greek Supreme Court dismisses appeal on pension supplement, ruling it is not equal pay under EU law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by former employees against a pension supplement paid by the EETTAE company. The appellants argued the monthly contribution constituted equal pay under EU law and a property right under the Charter of Fundamental Rights. The court rejected this, stating the relevant EU provisions define wages for gender equality purposes, which does not apply to private supplementary pension schemes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 157(2) TFEU; Article 17 of the Charter of Fundamental Rights of the EU: The concept of 'pay' under Article 157(2) TFEU applies only to remuneration from an employment relationship for gender equality purposes and does not extend to supplementary private pension benefits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1836 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1836/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα .
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ. του Π., κατοίκου Μ., 2.Α. Κ. του Γ., κατοίκου Ν. Ψ., 3.Α. Α. του Δ., κατοίκου Υ. Α., 4.Β. Ε. του Ι., κατοίκου Λ. Α., 5.Γ. Σ. του Θ., κατοίκου Π., 6.Γ. Σ. του Γ., κάτοικου Α., 7.Γ. Ε. του Γ., κατοίκου Αθηνών, 8.Δ. Κ. του Α., κατοίκου Π., λόγω θανάτου του πατρός του, Δ. Α. του Δ., 9.Δ. Δ. του Δ., κατοίκου Π., 10.Ε. Ε. του Μ., κατοίκου Π., 11.Ε.
Ν. του Α., κατοίκου Π., 12.Ι. Μ. του Ι., κατοίκου Π., λόγω θανάτου του συζύγου της, Δ. Α. του Δ., 13.Κ. Δ. του Λ., κατοίκου Σ., 14.Κ. Μ. του Α., κατοίκου Μ., 15.Κ. Ε. του Β., κατοίκου Α., 16.Κ. Π. του Δ., κατοίκου Β., 17.Κ. Α. του Ε., κατοίκου Ν. Σ. Α., 18.Κ. Ε. του Σ., κατοίκου Α., 19.Κ. Α. του Α., κατοίκου Ρ., 20.Κ. Ό. του Μ., κατοίκου Μ., 21.Κ. Κ. του Α., κατοίκου Α., 22.Κ.
Ι. του Σ., κατοίκου Χ., 23.Μ. Π. του Ι., κατοίκου Γ., 24.Μ. Ε. του Β., κατοίκου Α., 25.Μ. Κ. του Θ., κατοίκου Η., 26.Μ. Μ. του Γ., κατοίκου Α., 27.Μ. Β. του Μ., κατοίκου Γ. Α., 28.Ν. Μ. του Ν., κατοίκου Β., 29.Ξ. Σ. του Ι., κατοίκου Κ. Θ., 30.Π. Κ. του Β., κατοίκου Φ. Α., 31.Ρ. Α. του Κ., κατοίκου Β. Α., 32.Ρ. Ά. του Π., 33.Ρ. Έ. του Θ., κατοίκου Α., 34.Ρ. Ε. του Β., κατοίκου επαρχιακής οδού Κ. - Α.
Α., 35.Ρ. Π. - Σ. του Α., κατοίκου επαρχιακής οδού Κ. - Α. Α., 36.Τ. Χ. του Α., κατοίκου Α., 37.Χ. Ε. του Ε., κατοίκου Π., και 38.Χ. Ι. του Δ., κατοίκου Χ. Ω., λόγω θανάτου του συζύγου της, Χ. Ξ.. Ο. 1η, 2ος, 4η, 5ος, 8ος, 9η, 12η, 13ος, 16ος, 17η, 18η, 19η, 20η, 23ος, 24η, 26η, 28η, 29η, 30η, 32η, 33η, 34η, 37η και 38η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (3η, 6ος, 7η, 10η, 11η, 14η, 15ος, 21η, 22ος, 25ος, 27η, 31η, 35ος και 36ος) δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη και Νικόλαο - Στέργιο Σακαλή, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2359/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 321/2022, ΑΠ 1269/2017).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 2040/2022, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 306/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το oποίο φέρει βεβαίωση του· γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι αν ο διάδικος παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών.
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1374/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 ορίζεται ότι "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς" Από, δε, τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 287 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η ως άνω διακοπή της δίκης επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 628/2022). Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.
Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 715/2020, ΑΠ 372/2020, ΑΠ 1596/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 28 Μαρτίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 2511/236/30.3.2022 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 3η, 6ος, 7η, 10η, 11ος, 14η, 15ος, 21η, 22ος, 25ος, 27η, 31η, 35ος και 36ος αναιρεσείοντες, ούτε υποβλήθηκε ως προς τους διαδίκους αυτούς η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. 5589Δ/31.5.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Παναγιώτη Νικολόπουλου, από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Ιωάννη Κυριακόπουλου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Ως προς τους 3η, 6ος, 7η, 10η, 11ος, 14η, 15ος, 21η, 22ος, 25ος, 27η, 31η και 36ος αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Ιωάννη Κυριακόπουλο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την αναιρεσίβλητη, με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις τους προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί κλητεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω αναιρεσείοντες, επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Περαιτέρω, από τις από 3.1.2023 προτάσεις των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι με αυτές δηλώθηκε ο θάνατος του 35ου αναιρεσείοντα Π.-Σ. Ρ., που απεβίωσε στις 23.5.2022, μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τις Ρ. Ε., σύζυγό του, Ρ. Σ. και Ρ. Α., θυγατέρες του, ως νόμιμες εκ διαθήκης κληρονόμοι του, οι οποίες με την ως άνω ιδιότητά τους έχουν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Ιωάννη Κυριακόπουλο, που υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους τις προτάσεις, να τις εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, με τις από 5.12.2022 εξουσιοδοτήσεις, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών και προσκομίζουν έγγραφα που αποδεικνύουν το θάνατο του ως άνω αναιρεσείοντος στις 23.5.2022 και την ιδιότητά τους ως εκ διαθήκης κληρονόμων του.
Επομένως ως προς τον ως άνω 35ο αναιρεσείοντα έχει επέλθει βιαία διακοπή της δίκης, αυτή, όμως, δεν θεωρείται ότι επαναλαμβάνεται με τις ως άνω κληρονόμους του, καθότι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Συνακόλουθα και ως προς τον ως άνω 35ο αναιρεσείοντα , πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί ως προς αυτόν η βιαία διακοπή της δίκης. Ως προς τους λοιπούς παρισταμένους 1η, 2ο, 4η, 5ο, 8ο, 9η, 12η, 13ο, 16ος, 17η, 18η, 19η, 20η, 23ο, 24η , 26η, 28η, 29η, 30η, 32η, 33η, 34η, 37η και 38η αναιρεσείοντες η υπό κρίση από 28 Μαρτίου 2022 και με αριθ.
κατάθ. 2511/236/30.3.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5091/31.8.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η από 7.2.2019 με αριθ.
καταθ. 12054/843/7.2.2019 έφεση των εναγόντων (πλην των 2ης, 6ου και 37ης εναγόντων που δεν ήταν διάδικοι στο Εφετείο) και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 2359/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε κατ'ουσία αυτή και απορρίφθηκε η από 29.3.2018 με αριθμ.
καταθ. 43842/1403/8.5.2018 αγωγή των εναγόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.
Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".
Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (Ολ.ΑΠ 9/2012).
Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".
Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75) με την οποία ορίζεται ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν...σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' απαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019).
Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018, Ολ ΣτΕ 2197-2200/2010).
Ειδικότερα στον τομέα των τραπεζών συστήθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), και οι οποίοι παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, πρβλ.
ΑΠ 244/2019). Οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1244/2019).
Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α.ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018).
Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ, με το άρθρο 10 παρ.1 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.
Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".
Ακόμη, με τον άνω ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α` 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ( Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.
του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "Ασφαλιστικές Εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.
Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.
Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου με το ήδη αναφερθέν άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι "Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.
Δεν θεωρούνται φορείς ασφάλισης κατά την έννοια του παρόντος νόμου τα Κεφάλαια Αποκαταστάσεως Φορτοεκφορτωτών (Κ.Α.Φ.)".. Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τ. Α., Ε. και Κ., Ε., Ε..Τ..Β..Α.., Ι. - Λ., του Τ..Α..Π.. - Ο..Τ..Ε..
και του Τ..Σ..Π..Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν. Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11% και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.
Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ.2 ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.
Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β` 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ) και ιδίως το ΔΛΠ αρ.19, το οποίο επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.
Στον ίδιο ως άνω Κανονισμό 1725/2003, για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ορίζεται ότι: "...4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.
Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δε θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.
Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα...".
Συνεπώς, ενώ δίδεται ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται μόνο εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών. Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, προκειμένου περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές προς τους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότηση, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο, που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.
Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών, που καταβάλλονται από την Τράπεζα- εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.
Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες, έχουν αναλάβει την νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πέραν των, λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσης, διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.
Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.
Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους, τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα το να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο, γι` αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ` επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.
Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).
Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).
Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).
Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση, και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).
Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010).
Από το συνδυασμό, όλων των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως, με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός, με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός αν και στερείται νομικής προσωπικότητας είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησής του υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης, ειδικής, πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα).
Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική (ΑΠ 287/2022, ΑΠ 1158/2018).
Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" (Α 87) και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια.
Περαιτέρω, με το άρθρο 157 παρ.1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και πρώην άρθρο 141 Συνθήκης ΕΚ) ορίζεται ότι "1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. 2.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως? EL30.3.2010 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/117.
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.3....4...". Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1565/2021).
Ακόμη, με το άρθρο 17 παρ.1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι "1. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της.
Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον". Εξάλλου, με το άρθρο 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248|1955 ορίζεται ότι "Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος "ημερομίσθιον" σημαίνει-οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού- την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν` αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια τον μισθωτόν, είτε δι` εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι` υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν".
Περαιτέρω, με το άρθ. 6 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (αρθ. 28 §1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την αυτή κατ' άρθρο 28 §1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάζεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 6/2007).
Εξάλλου, το έτος 1949 συνεστήθη από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.
Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικουρήσεως στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΑΠ 929/2023, ΟλΣτΕ 431-436/2022).
Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής : Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.
του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών, και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικουρήσεως, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).
Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λ.π. (άρθρο 5).
Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του ως άνω άρθρου με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το υπ'αριθμ. 1047/22.11.1995 πρακτικό του Δ/Σ της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ/Σ της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ.2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).
Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2919 (Α' 89), ορίσθηκαν στις παρ.1 και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ε. Τ. Ε. Α. Ε. Π. (Ε.) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύνταξης του Λ. Ε. Π. Ε. Τ. της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ε. Λ. Ε. Π. Ε. Τ. της Ε. - Π.
Π. Ε. Α. Α..Ε.. (Ε. - Π.Π. ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως...".
Με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α 72) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ.1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους μεν συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ.4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές, από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ.7) και ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).
Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στο δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 929/2023).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 539/2023, ΑΠ 1391/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 475/2022) ούτε, με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 539/2023, ΑΠ 1477/2022, ΑΠ 374/2020).
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 475/2022, ΑΠ 1199/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 596/2019, ΑΠ 669/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 809/2022, ΑΠ 308/2020). δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1545/2022).
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 896/2021). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29.3.2018 με αριθμό 43842/1403/2018 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (πλην των 2ης, 6ου και 37ης εναγόντων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), ισχυρίσθηκαν ότι τυγχάνουν συνταξιούχοι, πρώην εργαζόμενοι (υπάλληλοι) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ότι αυτοί είναι δικαιούχοι της μετεργασιακής παροχής (μηνιαίας επικούρησης) του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε", που ιδρύθηκε το έτος 1949, κατόπιν συμφωνίας των εργαζομένων της εναγομένης με τη Διοίκηση αυτής.
Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." δεν λειτουργεί ως φορέας υποχρεωτικής κοινωνικής (επικουρικής) ασφάλισης, αλλά ως έντοκος "Ειδικός Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", διοικούμενος και διαχειριζόμενος κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του από Διαχειριστική Επιτροπή, και που, με βάση τις καταστατικές του διατάξεις, έχει σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή στους ασφαλισμένους του μηνιαίας επικούρησης μισθολογικού (μετεργασιακού) χαρακτήρα.
Ότι η ένταξή τους στο ΛΕΠΕΤΕ και η συνεπακόλουθη αδιατάρακτη καταβολή της επικούρησης επί σειρά ετών σ'αυτούς (ενάγοντες) αποτέλεσαν μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, καθότι από τη πρόσληψή τους αποκτούσαν δικαίωμα συμμετοχής στο ΛΕΠΕΤΕ δια της καταβολής της εισφοράς τους και προσδοκία λήψης των παροχών κατά τη μετεργασιακή μετάπτωσή τους στο καθεστώς των συνταξιοδοτουμένων.
Ότι, κατά τον ως άνω Κανονισμό, ως πόροι του Λογαριασμού προβλέπονται (άρθρο 5) οι εισφορές των εργαζομένων σε ποσοστό 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, η εισφορά της εναγομένης σε ποσοστό 9% επί των ιδίων ως άνω ποσών, ως και οι λοιποί πρόσοδοι που αναφέρονται σε αυτόν. Ότι ο τρόπος υπολογισμού της μηνιαίας Επικούρησης ορίζεται βάση του άρθρου 9 παρ.4 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ και με συγκεκριμένο ποσό ως προς το ύψος του χορηγούμενου επικουρικού βοηθήματος, ως προς το οποίο δεν προβλεπόταν δυνατότητα μείωσής του αλλά μόνο αναπροσαρμογής του με βάση το ύψος των συντάξιμων αποδοχών τους.
Ότι η εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε την υποχρέωσή της να εξασφαλίσει τις καθορισμένες παροχές-επικουρήσεις και να καταβάλει το ποσό που υπολειπόταν για την πλήρη κάλυψη των καθορισμένων παροχών της. Ότι για την κάλυψη των ελλειμμάτων του Λογαριασμού Επικούρησης είναι αποκλειστικά υπεύθυνη η εναγόμενη τράπεζα, η οποία κάλυπτε συνεχώς για τουλάχιστον δέκα χρόνια τα ελλείμματα ρευστότητας του Λογαριασμού, που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πλημμελούς και ζημιογόνας διαχείρισης των αποθεματικών, των προγραμμάτων της για εθελούσια έξοδο του προσωπικού της από την εργασία και της αιφνίδιας ένταξης των νεοπροσλαμβανόμενων από 1.1.2005 υπαλλήλων της στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και εφεξής, χωρίς επιδότηση του Λογαριασμού για τις απώλειες των εσόδων του από τις ως άνω αιτίες.
Ότι η εναγομένη, άρχισε από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2017 να αρνείται τη νομική δέσμευσή της και την εγγυητική της ευθύνη για την κάλυψη των τυχόν ελλειμμάτων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.". και ότι το Δεκέμβριο του ιδίου έτους με μονομερή απόφασή της διέκοψε τις τακτικές καταβολές της προς τον ειδικό αυτό Λογαριασμό, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η καταβολή της μηνιαίας επικούρησής τους.
Ότι η παράλειψη της εναγομένης να συνεχίσει από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017 να καλύπτει τα ελλείμματα συνιστά υπαίτια αθέτηση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσής της, ότι, επιπρόσθετα, είναι πράξη παράνομη και θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, από τις διατάξεις περί συμβάσεως, αδικοπραξίας, εντολής, παρακαταθήκης και κοινωνίας δικαιώματος:
α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται αα) να συνεχίσει να τους καταβάλει κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και στο διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούνταν και ελάμβανε έκαστος εξ αυτών μέσω του Λογαριασμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, πλέον της αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας, και ββ) να τους καταβάλει για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και στο διηνεκές το αναφερόμενο για τον καθένα από αυτούς σ'αυτή ποσό, με το νόμιμο τόκο, β) άλλως επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για την συνέχιση της καταβολής σε αυτούς μέσω του ΛΕΠΕΤΕ των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών από τον Ιανουάριο του 2018 και στο διηνεκές και γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητας τους, άλλως ως ηθική βλάβη, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 2359/2018 απόφασή του, θεώρησε την αγωγή ως μη ασκηθείσα ως προς τους 2η, 6ο και 37η ενάγοντες και δικάζοντας αντιμωλία των λοιπών διαδίκων απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή. Επί της από 7.2.2019 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 5091/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, ως προς τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές δέχθηκε τα εξής "...Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ανωτέρω προαναφέρθηκε, με την ένδικη αγωγή ζητείται με τα κύρια αιτήματά της α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη), υποχρεούται να συνεχίσει να τους καταβάλει, ως πρώην εργοδότρια των εναγόντων, του εν ζωή συζύγου της δέκατης τρίτης ενάγουσας και πατέρα του ανηλίκου τέκνου αυτής καθώς και του εν ζωή συζύγου της τεσσαρακοστής ενάγουσας (ήδη αναιρεσείοντες), κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν και εις το διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούντο και ελάμβανε έκαστος αυτών μέσω του Λογαριασμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, οπότε και η εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, αποφάσισε μονομερώς και καταχρηστικά τη διακοπή επιδότησής του, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, υποχρεούται να συνεχίσει να τους καταβάλει ως οφειλόμενη εργοδοτική επικουρική παροχή 1 μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, 1/2 ως δώρο Πάσχα και 1/2 μηνιαία επικούρηση ως επίδομα αδείας ετησίως και εις το διηνεκές, γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, υποχρεούται τους καταβάλει την αναλυτικά αναφερόμενη ως άνω οφειλόμενη εργοδοτική μηνιαία παροχή της, για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν και εις το διηνεκές.
Ως προς τα αιτήματα αυτά, κατά το μέρος που στηρίζονται στην κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης λόγω μετεργασιακής παροχής, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην άσκησή της, δεδομένου ότι επικαλούνται ότι ο "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί, διατηρώντας την περιουσία του και στον οποίο συνεχίζουν να είναι ασφαλισμένοι και να παραμένουν δικαιούχοι των ασφαλιστικών του παροχών, σύμφωνα με τον Κανονισμό αυτού.
Και τούτο διότι, κατ' άρθρα 68 και 73 του ΚΠολΔ, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αυτοί είναι οι φορείς του ασκούμενου δικαιώματος (....). Ως εκ τούτων στην αγωγή περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά για την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά τα άνω κεφάλαια ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους σχετικούς λόγους εφέσεώς τους, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί για αυτό, και εν συνεχεία, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα σχετικά κεφάλαιά της, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.
Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, χωρίς το Δικαστήριο να εμποδίζεται προς τούτο από την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως των εκκαλούντων (άρθρο 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διότι μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης το Εφετείο κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την αγωγή, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δυνάμενο να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη (άρθρο 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Και τούτο διότι σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του Ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων από 1.1.2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (άρθρο 58 του Ν. 3371/2005).
Οι διατάξεις δε του ως άνω νόμου (άρθρα 57 έως 64 του Ν. 3371/2005) είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, χωρίς αυτές να είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθ. 4, 5 παρ. 1, 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Δεν γεννάται, συνεπώς, αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη, εργοδότριά τους, τις παροχές επικούρισης (επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της εναγομένης να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους.
Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18.11.1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρισής τους.
Περαιτέρω, όσον αφορά το επικουρικά διατυπωμένο αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για την συνέχιση της καταβολής σε αυτούς μέσω του ΛΕΠΕΤΕ των ανωτέρω καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών που προβλέπονται στον κανονισμό του από τον Ιανουάριο του 2018 και εντεύθεν και εις το διηνεκές, όπως αυτές (επικουρικές παροχές) είχαν διαμορφωθεί και τους καταβάλλονταν μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, κατά το μέρος που στηρίζεται σε αμφότερες τις βάσεις της αγωγής, ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική, τυγχάνει απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας (....).
Στην προκειμένη περίπτωση με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και σε σχέση με το προελεχθέν αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." ποσά που αντιστοιχούν στα εκάστοτε ταμειακά ελλείμματα του ιδίου ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε."), αυτή (αγωγή) ήταν ως προς αυτό το αίτημα αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν προσδιορίζονταν στην αγωγή τα ακριβή ποσά, που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη, ούτε και εξειδικεύονταν κάποιος τρόπος υπολογισμού αυτών, δυνάμει του οποίου θα ήταν δυνατός ο προσδιορισμός τους, αλλά απλώς αναφέρονται στην αγωγή γενικώς "ποσά", με συνέπεια να μη μπορεί να αμυνθεί η εναγομένη κατά των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων.
Συνεπώς, αναφορικά με τα μη επαρκώς οριζόμενα εν λόγω ποσά προς κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", που αντιστοιχούν στο χρόνο πριν τη συζήτηση της αγωγής, για τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε το σχετικό αίτημα, κατά το μέρος που στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη νόμιμο και ουσιαστικά αβάσιμο ενώ κατά το μέρος που στηρίζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη μη νόμιμο, η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε, πρέπει δε αφ' ενός κατ' εφαρμογή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες από την προσβληθείσα απόφαση, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφ' ετέρου μετά από παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και, αφού κρατηθεί η υπόθεση αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό, που απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμο, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτό ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Εξ άλλου αναφορικά με τα μη επαρκώς οριζόμενα εν λόγω ποσά προς κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", που αντιστοιχούν στο χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής, για τα οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε το σχετικό αίτημα ως απαράδεκτο, το οποίο και το παρόν Δικαστήριο κρίνει απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, για το λόγο αυτό πρέπει απλώς να αντικατασταθεί η αιτιολογία, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω εκτιθέμενα.
Επιπλέον αναφορικά με τα ανωτέρω κύρια αιτήματα της αγωγής, κατά το μέρος που στηρίζονται στην αδικοπρακτική βάση, είναι στο σύνολό τους απορριπτέα ως μη νόμιμα, δεδομένου ότι η επικαλούμενη στην αγωγή συμπεριφορά της εναγομένης δεν είναι παράνομη, και δη η εφαρμογή προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου του προσωπικού και η μη ασφάλιση των προσλαμβανόμενων από 1.1.2005 υπαλλήλων της στο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.".
Η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα σχετικά αιτήματα που αναφέρονται στο χρόνο πριν τη συζήτηση της αγωγής και απαράδεκτα τα σχετικά αιτήματα που αναφέρονται στο χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής έσφαλε. Επομένως, αναφορικά με τα αιτήματα που στηρίζονται στην περί αδικοπραξίες διατάξεις αγωγική βάση και αναφέρονται στο χρόνο πριν τη συζήτηση της αγωγής πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες από την προσβληθείσα απόφαση, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτά ως προς την ανωτέρω βάση (ενδοσυμβατική λόγω μετεργασιακής παροχής) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση αναφορικά με τα κεφάλαια αυτά, που απερρίφθησαν ως ουσιαστικά αβάσιμα, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτά ως μη νόμιμη, ενώ αναφορικά με τα εν λόγω αιτήματα που στηρίζονται στην περί αδικοπραξίες διατάξεις αγωγική βάση και αναφέρονται στο χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής πρέπει, μετά από την ουσιαστική παραδοχή των σχετικών λόγων έφεσης, όπως ερμηνεύεται ορθά από το παρόν Δικαστήριο, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτά ως προς την ανωτέρω βάση (αδικοπρακτική) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση αναφορικά με τα κεφάλαια αυτά, που απερρίφθησαν ως ουσιαστικά αβάσιμα, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτά ως μη νόμιμη.
Ακολούθως απορριπτέο ως μη νόμιμο τυγχάνει το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση σε έκαστο των αντιδίκων της ύψους 10.000 ευρώ, είτε για την προσβολή της προσωπικότητας τους (κύριο σκέλος/βάση), είτε άλλως ως ηθική βλάβη λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της (επικουρικό σκέλος/βάση).
Η εκκαλουμένη απόφαση ορθά απέρριψε το ως άνω κύριο σκέλος/βάση ως μη νόμιμο, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο έφεσης, πλην όμως εσφαλμένως έκρινε ως νόμιμο και εν συνεχεία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το επικουρικό σκέλος/βάση, το οποίο, ομοίως, τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, με συνέπεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 536 του ΚΠολΔ και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες από την προσβληθείσα απόφαση, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτό (επικουρικό σκέλος του ως άνω πέμπτου αγωγικού αιτήματος) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση αναφορικά με το μέρος αυτό, που απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμο, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτό ως μη νόμιμη.
Τέλος αναφορικά με τις λοιπές επικουρικές βάσεις (παρακαταθήκης, εντολής, μεσεγγύησης, κοινωνίας δικαιώματος, γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου) η αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση των αντίστοιχων προαναφερόμενων νομικών βάσεων, παρά απλή, επιγραμματική αναφορά των τελευταίων χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση με τα ανάλογα πραγματικά περιστατικά, και όχι μη νόμιμη, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και βάσιμα υποστηρίζεται με το σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός για αυτό, και εν συνεχεία, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα σχετικά κεφάλαιά της, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα και να απορριφθεί ως μη νόμιμη κατά τα κεφάλαια αυτά (ανωτέρω λοιπές επικουρικές βάσεις), χωρίς το Δικαστήριο να εμποδίζεται προς τούτο από την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως των εκκαλούντων (άρθρο 536 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διότι μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης το Εφετείο κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την αγωγή, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δυνάμενο να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη (άρθρο 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτων πρέπει η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, μη νόμιμη και ουσιαστικά αβάσιμη σύμφωνα με τις ανωτέρω διακρίσεις, έσφαλε, ως προεκτέθηκε, αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων έφεσης αλλά και μετά από επιτρεπτή, κατ' άρθρο 536 του ΚΠολΔ, αυτεπάγγελτη έρευνα, χωρίς υποβολή ειδικού παραπόνου, και πρέπει, αφού γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, προς άρση πάσης αμφιβολίας.
Ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δικασθεί και ερευνηθεί κατ' ουσίαν η από 29.3.2018 αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη και μη νόμιμη κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Ενόψει δε του ότι εξαφανίζεται, κατά τα ανωτέρω, στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση, παρέλκει η έρευνα του λόγου εφέσεως περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων....".
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι με το να κρίνει α) ότι η επικουρική παροχή που ελάμβαναν αυτοί από την εναγόμενη μέσω του Λογαριασμού ΛΕΠΕΤΕ που δημιούργησε η ίδια δεν αποτελεί όρο των συμβάσεων εργασίας τους και μέρος των αμοιβών τους και ότι δεν ευθύνεται η εναγόμενη για την καταβολή της και β) ότι εργοδοτική παροχή που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στο ΛΕΠΕΤΕ ως όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, ήδη λυθέντων λόγω συνταξιοδότησής τους, συνιστά μόνο η εργοδοτική εισφορά και όχι η επικούρηση αυτή καθ'αυτή, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 200, 288, 361, 648, 649, 653, 914, 919 και 932 του ΑΚ, 22 παρ1 του Συντάγματος, 3 παρ.2 του ν. 2112/1920, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, κατά τις προαναφερείσες σ'αυτή διακρίσεις.
Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης προβάλλεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο κατά το μέρος που απέρριψε τα στηριζόμενα στην αδικοπρακτική βάση αιτήματα της αγωγής ως αόριστα και μη νόμιμα, με τις προαναφερθείσες, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογίες.
Τέλος, κατά το μέρος που με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 200, 288, 361, 648, 649, 653 του ΑΚ, 22 παρ1 του Συντάγματος, 3 παρ.2 του ν. 2112/1920, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας , 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει α) ότι δεν γεννάται αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη, εργοδότριά τους, τις παροχές επικούρισης (επικουρικές συντάξεις), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της εναγομένης να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους, και β) ότι η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18.11.1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρισής τους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον πρώτο λόγο αναίρεσής τους.
Και τούτο διότι οι αναιρεσείοντες στην ένδικη αγωγή τους δεν επικαλούνται διατάξεις άρθρων του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) που να θεμελιώνουν α) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει, πέραν των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (9%) επί των ακαθαρίστων αποδοχών του υπαγόμενου στον ως άνω λογαριασμό προσωπικού της που καταβάλει, τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ προκειμένου να καταβάλλονται οι μηνιαίες παροχές επικούρησης στους ασφαλισμένους σ'αυτό συνταξιούχους, πρώην μισθωτούς της (αναιρεσίβλητης), β) εγγυητική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της μηνιαίας παροχής επικούρησης σ'αυτούς, ως ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ, και γ) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει απευθείας σ'αυτούς, την μηνιαία παροχή επικούρησης, ή τμήμα αυτής σε περίπτωση ολικής ή μερικής αδυναμίας, αντίστοιχα, του ΛΕΠΕΤΕ ως προς την καταβολή αυτής.
Αντίθετα, α)στο άρθρο 2 παρ.2 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ ορίζεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του Λογαριασμού, μεριμνά για και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού Λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους και β) στο άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζεται ότι οι πόροι του Λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κλπ, χωρίς μέσα σ'αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού, ώστε να είναι δυνατή η καταβολή του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής.
Όπως, δε, προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης και η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα αλλά φέρει το χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ασφαλιστικής παροχής, για την καταβολή της οποίας δεν είναι υπόχρεη η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης, αλλά ο αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός ΛΕΠΕΤΕ στον οποίο η αναιρεσίβλητη ευθύνεται μόνο για την καταβολή της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς.
Σε κάθε δε περίπτωση ακόμα και αν στο Καταστατικό του ΛΕΠΕΤΕ, υπήρχε πρόβλεψη κάλυψης των ελλειμμάτων του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως εργοδότη του ασφαλισμένου, στον ως άνω φορέα επικουρικής ασφάλισης, προσωπικού της, με βάση την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδ.
γ του ν. 2084/1992 που ορίζει ότι "αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992" η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης θα κάλυπτε τα οργανικά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού (Καταστατικού) ή με άλλες διατάξεις, μόνο μέχρι του ποσού που δεν θα υπερέβαινε το ποσό που, τυχόν, καταβλήθηκε από τη αναιρεσίβλητη για την ως άνω αιτία (κάλυψη ελλειμμάτων) το έτος 1992, οι, δε, αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με τα δικόγραφα των αγωγών τους, ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε κάλυψη ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ το έτος 1992, αντίθετα με το δικόγραφο της αγωγής ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε επί δέκα (10) συναπτά έτη τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2017 (δηλαδή το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως και το έτος 2017).
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι η συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του ΛΕΠΕΤΕ είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση γενικού όρου εργασίας, βάσει του οποίου η εναγόμενη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που προκύπτουν ώστε να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό του μηνιαίας παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμος, καθότι και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν υφίσταται από τις καταστατικές διατάξεις του ΛΕΠΕΤΕ υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει ευθέως στους ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ τη μηνιαία παροχή επικούρησης και να καλύπτει τα ελλείμματα του ως άνω Λογαριασμού, προκειμένου να καταβάλλεται η μηνιαία παροχή επικούρησης, και ως εκ τούτου από τις διατάξεις αυτές του ΛΕΠΕΤΕ δεν δημιουργήθηκε γενικός όρος εργασίας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης περί ανάληψης υποχρέωσης αυτής να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού και να καταβάλει σ'αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους τη μηνιαία επικούρηση (επικουρική σύνταξη) που δικαιούνται από τον ΛΕΠΕΤΕ, σε περίπτωση μερικής ή ολικής αδυναμίας παροχής της από τον ίδιο τον ως άνω Λογαριασμό.
Σε κάθε, δε, περίπτωση, εφόσον η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης του ΛΕΠΕΤΕ προς τους πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και ήδη συνταξιούχους, δεν φέρει το χαρακτήρα μετεργασιακού ανταλλάγματος αλλά ιδιωτικής επικουρικής σύνταξης, για την οποία υπόχρεη προς καταβολή της δεν είναι η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότης, αλλά ο ως άνω λογαριασμός "ΛΕΠΕΤΕ" δεν μπορούσε να δημιουργηθεί, λόγω της φύσης της ως άνω μηνιαίας επικούρισης, ως ιδιωτικής επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής, γενικός όρος εργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και των εργαζομένων της, περί ανάληψης εκ μέρους αυτής της υποχρέωσης να καλύπτει τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η χορήγηση της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους του.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατα νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη (ΑΠ 1559/2022).
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της αλήθειας ή μη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1064/2021, ΑΠ 289/2017, ΑΠ 1414/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο εκ των αριθμών 1, 8, 10, και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι ενώ έκρινε ότι το πρόγραμμα επικούρησης που δημιουργήθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία, κατ'άρθρο 361 του ΑΚ, αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ακολούθως έκρινε παράλληλα και αντιφατικά ότι δεν αποτελεί μισθολογικής φύσεως υποχρέωση αυτής προς το προσωπικό της, ότι επιπρόσθετα έκρινε εσφαλμένα ότι ο λογαριασμός που δημιούργησε η τράπεζα για τη συγκέντρωση των πόρων του προγράμματος επικούρησης, είναι όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας και ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ.7 του Α.Ν. 1022/1946 και ότι ρυθμίζει ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ενώ αυτός είναι απλός καταθετικός λογαριασμός που συστάθηκε στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ) και ότι με την κρίσεις της αυτές παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, 12, 16, 18, 21 και 29 του ν. 281/1914, 9, 33, 34 του Β.Δ/ος 15.5.1920, 4,5 και 11 του ν. 2868/1922, 13 και 48 του ν. 6298/1934, 1 και 50 του α.ν. 543/1935, 1 του α.ν. 1367/1938, 1 και 4 του ν. 1022/1946.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου νομοθετικές και συνταγματικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση .
Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι προταθέντες ή οι μη προτεθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί που ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν υπόψη, ούτε ο διάδικος που τους πρότεινε.
Ακόμη ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι ο ως άνω λόγος προϋποθέτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπεισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Τέλος, κατά το μέρος που με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο λογαριασμός ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και η μηνιαία παροχή επικούρησης που καταβάλλεται στους ασφαλισμένους του δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα αλλά φέρει το χαρακτήρα ιδιωτικής επικουρικής σύνταξης, για την οποία υπόχρεος προς καταβολή της είναι ο ως άνω ασφαλιστικός φορέας και όχι η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης, η οποία ευθύνεται για την καταβολή στο ΛΕΠΕΤΕ της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι τα υφιστάμενα κατά το χρόνο δημιουργίας του Προγράμματος Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) Αλληλοβοηθητικά Ταμεία δεν δημιούργησαν το πρόγραμμα αυτό, ούτε αποτέλεσε η δημιουργία του προγράμματος όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον αυτό δεν αποδείχθηκε, ούτε προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση απαντώντας σε αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί διμερή-συλλογική συμφωνία των εργαζομένων και της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας και ότι οι διατάξεις του Κανονισμού του έχουν γίνει όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας (σελ. 29-30 αγωγής) έκρινε, όπως προεκτέθηκε, ότι "η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18.11.1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρισής τους".
Περαιτέρω, ο ΛΕΠΕΤΕ, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, συστάθηκε μεν συμβατικά (άρθρο 361 ΑΚ) με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής στους συνταξιούχους, πρώην εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης, πλην, όμως, αντιμετωπίσθηκε από το νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, οι σχετικές δε ουσιαστικές ρυθμίσεις του Κανονισμού του αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου καθότι έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και ίσχυαν ex lege για όλο το προσωπικό που υπαγόταν (υποχρεωτικά) στην επικουρική ασφάλιση του ΛΕΠΕΤΕ, ανεξαρτήτως της θέλησης αυτού ή του χρόνου πρόσληψης αυτού έως την 1.1.2005 (καθότι όπως προαναφέρθηκε από 1.1.2005 προβλέφθηκε με το άρθρο 58 του ν. 3371/2005 η υποχρεωτική υπαγωγή των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα μισθωτών στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών), με σκοπό κυρίως τη χορήγηση της ως άνω επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής με ομοιόμορφους κανόνες (πρβλ ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1330/2018).
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νομικού πλαισίου που διέπει τις επίδικες έννομες σχέσεις, καθότι, αν και έκρινε ότι το πρόγραμμα επικούρησης της εναγομένης αποτελεί φορέα ιδιωτικής ασφάλισης δεν δέχθηκε ότι η επικουρική παροχή αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή αμοιβή και ότι με την κρίση της αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 του ΑΚ 5, 22 παρ.5 του Συντάγματος, 21 του ν. 3239/1955, 4 του ν. 330/1976, 18 του ν. 1902/1990, 43, 44, 47 και 52 του ν. 2084/1992, 11 του ν. 227/1994, 62 του ν. 3371/2005 και 12 του ν. 1405/1983.
Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου νομοθετικές και συνταγματικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, δεν θεμελιώνεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις .
Τέλος, κατά το μέρος που με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβίασης των ως άνω διατάξεων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και δεν συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας του εργοδότη, και επομένως, οι παροχές, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι- συνταξιούχοι, μέσω αυτού, δεν φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα, αντιθέτως, πρόκειται για ασφαλιστικές παροχές (μηνιαίες επικουρικές συντάξεις), χορηγούμενες από το ΛΕΠΕΤΕ, οι οποίες ρυθμίζονται από τον Κανονισμό του, οι διατάξεις του οποίου είναι δεσμευτικές, στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου.
Επομένως το Εφετείο ορθά δεν δέχθηκε ότι η επικουρική παροχή του ΛΕΠΕΤΕ που καταβάλλεται στους συνταξιούχους, πρώην εργαζομένους της αναιρεσίβλητης αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή παροχή, εφόσον η ως άνω παροχή δεν αποτελεί εργοδοτικό αντάλλαγμα αλλά αποτελεί συνταξιοδοτική επικουρική παροχή που καταβάλλεται από το ΛΕΠΕΤΕ, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή η ως άνω παροχή αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή παροχή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται ότι το πρόγραμμα επικούρησης της εναγομένης τράπεζας δεν είναι ασφαλιστικός φορέας, ούτε ταμείο, ούτε ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ.7 του ν. 1022/1946 και ότι ο υπολογισμός και η απονομή των παροχών δεν διέπεται από το νόμο αλλά από τους όρους της ιδιωτικής συμφωνίας, δηλαδή με βάση τις καταστατικές του διατάξεις και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας ότι ο ΛΕΠΕΤΕ θεωρείται φορέας κοινωνικής ασφάλισης παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 του ν. 1902/1990, 2 παρ.4 του ν. 2084/1992, 33 του ν. 2843/2000 και 11 εδ. 1 του ν. 2227/1994.
Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κι τούτο διότι ο Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), που συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση των προαναφερθέντων Ταμείων Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων αφενός και των εισπρακτόρων και κλητήρων αφετέρου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, στα πλαίσια του άρθρου 361 του ΑΚ, ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και που ο Κανονισμός του εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και της χρηματοδότησής του με εισφορές της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως εργοδότριας και των εργαζομένων της, με σκοπό την παροχή ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης στους ασφαλισμένους του με την καταβολή μηνιαίας συνταξιοδοτικής παροχής σ'αυτούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 539/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018, πρβλ ΣτΕ 2197-2200/2010).
Επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και ως εκ τούτου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 του ν. 1902/1990, 2 παρ.4 του Ν. 2084/1992, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 και ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2843/2000 που δεν ήταν εφαρμοστέες, καθότι με αυτές ρυθμίζονται θέματα ασφαλισμένων και συνταξιούχων που υπάγονταν στην ασφάλιση των κοινών Ασφαλιστικών Φορέων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και Της Κτηματικής Τράπεζας και που καθίστανται από 2.10.1998 ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωση, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, με βάση τις οποίες και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δ.Ε.
κάθε παροχή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο από οποιαδήποτε αιτία και εξ αφορμής της παρεχόμενης εκ μέρους του εργασίας ακόμα και αν αποτελεί κοινωνικοασφαλιστική παροχή και ακόμα και αν καταβάλλεται μετεργασιακά εμπίπτει στην έννοια της προστατευόμενης από το ενωσιακό δίκαιο "αμοιβής" του άρθρου 157 ΣΛΕΕ που οφείλεται από τον εργοδότη.
Και τούτο διότι οι μηνιαίες επικουρήσεις καταβάλλονταν από την εναγόμενη Τράπεζα στους πρώην εργαζομένους της μέσω των ταμειακών διαθεσίμων του λογαριασμού του ΛΕΠΕΤΕ στον οποίο συγκεντρώνονταν οι πόροι του προγράμματος επικούρησης, στους οποίους περιλαμβάνονταν τόσο οι εργοδοτικές όσο και οι εισφορές του προσωπικού που παρακρατούνταν από τη μισθοδοσία τους κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, ότι αυτοί δεν συνδέονταν με οποιαδήποτε ενοχική σχέση με τον έντοκο λογαριασμό "ΛΕΠΕΤΕ" καθότι αυτός στερείται νομικής προσωπικότητας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι εναγόμενη δεν ευθύνεται ενδοσυμβατικά απέναντί τους για την καταβολή της επικουρικής εργοδοτικής παροχής ως πρόσθετο όρο των συμβάσεων εργασίας τους, επειδή η παροχή είναι σύνταξη και όχι μετεργασιακή αμοιβή και ότι ο λογαριασμός "ΛΕΠΕΤΕ" είναι φορέας ιδιωτικής ασφάλισης ομόλογος προς κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και ότι ως εκ τούτου δεν γεννάται αξίωση των αναιρεσειόντων, ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ να ζητήσουν ευθέως από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία τις παροχές επικούρησης, δηλαδή τις μηνιαίες επικουρικές συντάξεις τους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε υπερονομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 157 παρ.2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ειδικότερα και ως προς τη διάταξη του άρθρου 157 παρ.2 της ΣΛΕΕ που ορίζει ότι για το σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας "ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας", στην έννοια της "αμοιβής", όπως προεκτέθηκε, εμπίπτουν οι αποδοχές των εργαζομένων που καταβάλλει ο εργοδότης στις οποίες περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα πρόσθετα οφέλη που καταβάλει ο εργοδότης (bonus κλπ) δεν εμπίπτει, όμως, η ένδικη μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται από το ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του πρώην εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη, αφού αυτή, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελεί μετεργασιακή παροχή, αλλά μηνιαία ιδιωτική επικουρική συνταξιοδοτική παροχή.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις ... (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, επομένως και των Οδηγιών, και περαιτέρω ότι Δικαστήριο κράτους - μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το από 3.2.2023 υπόμνημά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλουν αίτημα υποβολής των αναφερομένων σ'αυτό προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) που συνοψίζονται στο αν η μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται μετά τη συνταξιοδότηση των πρώην εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ, από λογαριασμό που χρηματοδοτείται από εισφορές των εργαζομένων της και της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 157 παρ.2 της ΣΛΕΕ, αν οι ως άνω εισφορές των εργαζομένων και της εργοδότριας αποτελούν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και αν η αμοιβή αυτή αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα των συνταξιούχων εναγόντων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 157 παρ.2 της ΣΛΕΕ, ορίζουν την έννοια της αμοιβής από τη σχέση εργασίας για το σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, που αφορά την επικουρική συνταξιοδοτική παροχή που καταβάλλεται από το φορέα επικουρικής ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των προσηκόντως παρισταμένων (1ης, 2ου, 4ης, 5ου, 8ου, 9ης, 12ης, 13ου, 16ου, 17ης, 18ης, 19ης, 20ης, 23ου, 24ης, 26ης, 28ης, 29ης, 30ης, 32ης, 33ης, 34ης, 37ης και 38ης) αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης (άρθρο 179 εδ.α ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 179 διαμορφώθηκε, με την προσθήκη εδαφίου β, με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους 3η, 6ο, 7η, 10η, 11ο, 14η, 15ο, 21η, 22ο, 25ο, 27η, 31η , 35ο και 36η αναιρεσείοντες.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28 Μαρτίου 2022 και με αριθ. κατάθ. 2511/236/30.3.2022 αίτησης αναίρεσης ως προς τους 3η, 6ο, 7η, 10η, 11ο, 14η, 15ο, 21η, 22ο, 25ο, 27η, 31η και 36η αναιρεσείοντες.
Αποφαίνεται ότι επήλθε βιαία διακοπής της δίκης ως προς τον τριακοστό πέμπτο (35ο) αναιρεσείοντα, λόγω του θανάτου αυτού στις 23.5.2022.
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2022 αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμ. 5091/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1η, 2ο, 4η, 5ο, 8ο, 9η, 12η, 13ο, 16ο, 17η, 18η, 19η, 20η, 23ο, 24η , 26η, 28η, 29η, 30η, 32η, 33η, 34η, 37η και 38η αναιρεσείοντες.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των ως άνω προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ