Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that the appellant failed to prove ownership of disputed property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third-instance Court of Piraeus regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court ignored specific documentary evidence submitted to prove her claim. The court ruled that the lower court had properly considered all evidence and was not required to list every item individually in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 967-970, 972, 369, 966, 559, 561, 577, 571, 564, 566, 552, 553, 558, 566, 577, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine the substantive admissibility of appeal grounds but is not obligated to provide a separate evaluation for every piece of evidence considered by the lower court if the lower court explicitly states it took all submitted documents into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1836 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1836/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Θ. Ζ., το γένος Π. και Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σταμούλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Γ. και Μ. συζ. Α. Λ., κατοίκου ... του Δήμου Τροιζηνίας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Γκούμα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. συζ. Α. Κ., το γένος Σ. και Α. Μ., κατοίκου ... του Δήμου Τροιζηνίας Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Στυλιανού Τσολάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο (2), από 15-7-2014, αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 1900/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε αυτές προς συζήτηση στο αρμόδιο καθ' ύλη Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2020 οριστική, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και 780/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14/06/2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 780/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α.1.Από τις διατάξεις των άρθρων 967-970 και 972 ΑΚ συνάγεται ότι ένα ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο με τη βούληση του ιδιοκτήτη, όταν αυτός το θέσει σε κοινή χρήση με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, με διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπον κατά τις διατάξεις των άρθρων 503, 1715 και 2014 ΑΚ ή με παραίτηση από την κυριότητα, προκειμένου να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως (παραίτηση), ως συνεπαγόμενη την κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1192 αρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 33/2016, ΑΠ 1910/2014).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ.1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, κοινόχρηστα δε πράγματα είναι τα προοριζόμενα για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τα οποία χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκη απεριόριστος αριθμός προσώπων.
Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών(ΑΠ293/2018).
Επίσης, στο άρθρο 6 παρ.2 εδ.γ' (προτελευταίο) του Ν.720/1977 οριζόταν ότι "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του Ν.651/1977 και εμφαινόμεναι εις τοπογραφικά διαγράμματα κατατεθειμένα ως συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του Ν.651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικοί προς εξυπηρέτησιν των παρ' αυτούς αγροτεμαχίων", ενώ το άρθρο 43 παρ.7 του Ν.1337/1983 ορίζει ότι "τα δύο τελευταία εδάφια της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν.720/1977 καταργούνται" και το άρθρο 44 του ίδιου Ν.1337/1983, ότι "η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη, απαιτείται, αφενός να σχηματίστηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977 και αφετέρου να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.651/1977, η ιδιότητα δε της οδού ως αγροτικής διατηρείται και μετά την ισχύ του Ν.1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά (ΑΠ 652/2016, ΑΠ 1405/2015, ΑΠ 1192/2012).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου νόμου (1337/1983), "ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων, και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις"(ΑΠ 1823/2014). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χώρου και ως τοιαύτα περιέρχονται άνευ αποζημιώσεως στην κυριότητα του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, όταν η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, τα δε ακίνητα που αφέθηκαν στην κοινή χρήση περιλαμβάνονται ήδη σε εγκεκριμένο σχέδιο πόλης και αν ακόμα δεν ταυτίζονται με κοινόχρηστους χώρους που προβλέπονται από αυτό, οπότε προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις.
Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι παραπάνω προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. (ΑΠ 46/2018, ΑΠ 33/2016, ΑΠ 1910/2014).
Τέλος, οι δημοτικές ή πρώην κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, μεταξύ άλλων, και με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (VETUSTAS), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. (43.7) Ν2 παρ.8 Πανδ. (39.3) Ν.28 Πανδ. (22.3), πλήν όμως διατηρήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, εφόσον, πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. (ΑΠ 954/2017, ΑΠ 861/2017). 2.
Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο, με το αναφερόμενο στην πιο πάνω νομική σκέψη, αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως δημοτική ή πρώην κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (EXCEPTIO DOLI GENERALIS) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 954/2017, ΑΠ 652/2016). 3.Το άρθρο 17 παρ.1, 2, και 4 του Συντάγματος ορίζει: "1.
Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα, όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπου ο νόμος ορίζει, και πάντως αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση....4.
Η αποζημίωση ορίζεται πάντοτε από τα πολιτικά δικαστήρια..... Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη".
Β. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018).
Περαιτέρω ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 1020/2017, ΑΠ 842/2014). Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 1373/2019), 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990).Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, τρίτο και τον τέταρτο αναιρετικούς λόγους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη: 1) με τον πρώτο λόγο στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες είναι κοινόχρηστα πράγματα, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στην υπό στοιχεία Α1 νομική σκέψη, 2) με τον τρίτο λόγο στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ένσταση των εναγομένων στις ένδικες από 15/07/2014 αγωγές και κατά παραδοχή αυτής να απορρίψει αυτές ως αβάσιμες κατ'ουσίαν, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου281 ΑΚ και 3) με τον τέταρτο λόγο στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου17 του Συντάγματος.
Οι λόγοι αυτοί ως προς τις άνω αιτιάσεις, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτοι εξαιτίας της αοριστίας τους και ειδικότερα ο πρώτος και τρίτος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να ερευνηθεί η ίδρυση ή μη της επικαλούμενης, από το πιο πάνω άρθρο, πλημμέλειας, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη των ένδικων αγωγών, παρά, μόνον, διαλαμβάνεται μία μεμονωμένη, αποσπασματική και κατ'επιλογή παραδοχή (8 και 13 σειρών, αντίστοιχα, για τον κάθε αναιρετικό λόγο, επί συνόλου παραδοχών 5 σελίδων) και ο τέταρτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται καθόλου παραδοχές, σε κάθε δε περίπτωση ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες στο λόγο αυτό διατάξεις ,αφού δεν δέχθηκε ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες κατέστησαν κοινόχρηστοι οδοί με κάποιον από τους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη τρόπους, αλλά απέρριψε τις ένδικες αγωγές, κατά παραδοχή, ως ουσία βάσιμης της προταθείσας από την εναγομένη της κάθε αγωγής κατά της ενάγουσας ένστασης του γενικού δόλου (ΑΚ 281).
Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο, κατά το τρίτο σκέλος, αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός ως προς τις άνω αιτιάσεις, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, καθώς επίσης δεν παρατίθενται, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης ,ώστε να κριθεί αν αυτή στερείται ή όχι νόμιμης.
Γ. Ο από το άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο λόγος εφέσεως απορρίφθηκε, ούτε αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξειδικεύουν την ιστορική βάση της αγωγής ή αν έλαβε υπόψη τέτοια περιστατικά μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της, ούτε αν εκθέτει περιστατικά ως εκ περισσού, τα οποία δεν στηρίζουν το διατακτικό του. (ΑΠ 74/2018, ΑΠ1272/2015, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 1851/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση η διαλαμβανόμενη στο δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, αναιρετικό λόγο αιτίαση, κατά την οποία το Εφετείο, στο πλαίσιο στήριξης - απόδειξης της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, δέχθηκε ότι δια των επίδικων εδαφικών λωρίδων διήρχοντο αδιάκοπα από το έτος 1950 και εφεξής τρίτοι, ενώ η εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων αναφέρει στην έφεσή της ότι την επίδικη στην ένδικη αγωγή της εδαφική λωρίδα χρησιμοποιούσε η ίδια, η πρώτη αναιρεσίβλητη και ένας γείτονας, δεν ιδρύει την από τη διάταξη του αριθμού 8εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον η εκ περισσού -πλεοναστική αναφορά του περιστατικού αυτού της διέλευσης, δηλαδή, και άλλων ατόμων από την επίδικη λωρίδα, που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων ,αφενός δεν αφορά σε "πράγμα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής και αφετέρου δεν γίνεται προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης, ενόψει ότι δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της ενστάσεως του281 ΑΚ .
Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 115/2022, ΑΠ 31/2019).
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ 232/2017, ΑΠ 309/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες αφέθηκαν στην κοινή χρήση, χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς την άνω αιτίαση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) λεπτομερώς αποδεικτικά μέσα (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Ε. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 332/2020, ΑΠ 323/2017).
Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 993/2018).
Εξάλλου για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη καθώς και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1226/2017, ΑΠ 1133/2013). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες προς απόκρουση των ένδικων από 15-07-2014 αρνητικών της κυριότητας των επίδικων ακινήτων αγωγών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, στις οποίες σωρευόταν και αίτημα αναγνωριστικό της κυριότητας αυτών (επιδίκων), πρότειναν την ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καταλυτική της αγωγής, ένσταση ότι η ενάγουσα καταχρηστικά ασκεί την αξίωσή της.
Το Εφετείο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν τις ασκηθείσες από τις εναγόμενες εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε τις άνω αγωγές, ως ουσιαστικά αβάσιμες, κατά παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της προαναφερόμενης ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν άφησε αδίκαστο το προμνημονευόμενο αναγνωριστικό της κυριότητας των επίδικων ακινήτων αίτημα, αφού η έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητάς της προαναφερόμενης ένστασης, προϋπόθεση είχε την παραδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της κυριότητας της ενάγουσας επί των επιδίκων ακινήτων.
Ο ερευνώμενος, επομένως, πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΣΤ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ 'του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008), δηλαδή επί ισχυρισμού λυσιτελούς στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2002).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπάγγελτα υπόψη (ΟλΑΠ 30/1997).
Επίσης, πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ 216/2019). Με τον έκτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο των ένδικων αγωγών της, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις: 1) την αριθμ. ...
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. 2)Το από Ιουλίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγροκτήματός της του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ιωάννη Χριστόφιλου3) Το ... συμβόλαιο της συμ/φου Καλαυρίας Σοφίας Τσιακούλια 4)Το από Δεκεμβρίου 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολ. Μηχανικού Δημητρίου Χατζηλάκου που έχει κατατεθεί στο ...
συμβόλαιο της συμ/φου Καλαυρίας Σοφίας Τσιακούλια - Μανέτα. 5) Το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Δημητρίου Παραβάντη 6) Την ... δημόσια διαθήκη του Β. Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαυρίας Νικ. Λάμψα. 7) Την ... αποδοχή κληρονομιάς του Β. Μ. από το Γ. Μ., 8) Φωτογραφίες και 9) Την από 2/7/2020 Τεχνική έκθεση της Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ουρανίας Χατζηπαναγιώτη.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...
όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και αυτά, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Κατόπιν τούτου, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν, χωριστές, προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/06/2021 αίτηση της Ε. συζ. Θ. Ζ., για αναίρεση της αριθμ.780/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για καθεμία από αυτές, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ