Supreme Court allows appeal against second-instance judgment due to errors in property description and ownership transfer analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's request to annul the second-instance judgment, ordering a remand for retrial. The court found that the lower court made errors in determining the specific property boundaries and ownership transfers based on two sales contracts. Consequently, the court ruled that the appellant's claims regarding inaccurate land registry entries were valid and the original judgment must be overturned.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b) and 76(1), 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment in a forced joint suit is admissible only when the judgment becomes final for all co-litigants, and errors in property description or ownership transfer analysis require retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1836 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1836/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αποστολίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 2) α) Δ. χήρας Β. Τ. του Ν., β) Ι. Τ. του Β., γ) Ν. Τ. του Β., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β. Τ. του Ι., 3) Σ. Τ. του Π., 4) Α. Τ. του Π., ως καθολικών διαδόχων του Π. Τ. του Ι., 5) Ε. - Β. Ζ., Δ., το γένος Σ. Τ., κατοίκων ..., 6) Ι. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων του Σ. Τ. του Ι. και 7) Θ. Ν. του Γ., πρώην κατοίκου .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την με αριθμό κατάθεσης 42825/2005 αγωγή της Καλιόπης Τσάκα και την από 15/6/2006 κύρια παρέμβαση του ήδη 7ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9318/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2127/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/3/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 εδ. β' και 76 παρ. 1, 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά μόνον όταν αυτή καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 18/2001). Ειδικότερα, η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων είναι εκ φύσεως τελεσίδικη, ενώ όταν είναι ερήμην αυτή καθίσταται τελεσίδικη και μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση μόνον όταν έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η 15νθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, η οποία (προθεσμία) σημειωτέον κινείται διαδοχικά με την προθεσμία της αναίρεσης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας (Ολ.
ΑΠ 11/1998, ΑΠ 265/2008). Για να αρχίσει, όμως, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας πρέπει να επιδοθεί νόμιμα η ερήμην απόφαση και, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή επιδόθηκε στον ερημοδικασθέντα διάδικο που νομιμοποιείται στην άσκηση της ανακοπής και σε άλλο πρόσωπο, ώστε να τεθεί εγκύρως σε κίνηση η 15νθήμερη προθεσμία του ενδίκου μέσου τούτου.
Εξάλλου, από τα άρθρα 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία άσκησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες από την επόμενη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ αν η τελευταία δεν επιδοθεί η εν λόγω προθεσμία είναι τριετής και αρχίζει από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επί αναγκαστικής ομοδικίας η επίδοση της πιο πάνω απόφασης στον αντίδικο από ένα μόνο αναγκαίο ομόδικο κινεί την προθεσμία της αναίρεσης και ως προς τους υπόλοιπους. Αντίθετα, η επίδοση από τον αντίδικο της προσβαλλόμενης απόφασης σε έναν μόνο από τους περισσότερους αναγκαίους ομοδίκους δεν θέτει σε κίνηση την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης και για τους υπολοίπους.
Οι συνέπειες της επίδοσης αυτής ενεργούν κατ' ουσία από την επίδοση και για τον τελευταίο ομόδικο. Σε κάθε, όμως, περίπτωση δεν κινεί την προθεσμία της αναίρεσης η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης από ομόδικο σε ομόδικο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού, τη συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας, μπορεί, όμως, και να προβληθεί και ως ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με τις έγγραφες προτάσεις του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, οι οποίες πρέπει να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), μέσα δε στην προθεσμία αυτή πρέπει να κατατεθούν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και τα έγγραφα που χρησιμεύουν για την απόκρουση της αναίρεσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Πάντως, αν η πρώτη αναίρεση απορριφθεί για οποιονδήποτε τυπικό λόγο ως απαράδεκτη, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα των λόγων αναίρεσης δεν θεωρείται δεύτερη (Ολ.
ΑΠ 958/2008, ΑΠ 1752/2013). Τέλος, από το άρθρο 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και, σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προβαίνει παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην περίπτωση που αναβληθεί η υπόθεση από το πινάκιο δεν απαιτείται νέα κλήτευση, αφού η αναβολή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ), επέχει θέση κλήτευσης ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσείουσα Α.
Ρ. του Μ. άσκησε στις 18-11-2009 την από 30-10-2009 αίτηση για αναίρεση της 2127/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην των πέμπτης και έκτου των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ε.-Β συζύγου Δ. Ζκαι Ι. Τ. του Σ. και αντιμωλία των λοιπών εφεσιβλήτων Μ. Ρ., Β. Τ., Σ. Τ. του Π., Α. Τ. του Π. και Θ. Ν.. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την 1503/5-10-2011 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 εδ.
ε' και στ' του ν. 2264/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε επιδοθεί και στους ερημοδικασθέντες πιο πάνω εφεσιβλήτους και άρα, αυτή δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους του αναγκαίους ομοδίκους. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα, αφού επέδωσε νομίμως στους δύο ερημοδικασθέντες εφεσιβλήτους, στις 22-2-2012 και στις 28-2-2012 αντίστοιχα, την προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση (βλ.
τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ... και ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Θεσσαλονίκης και Λάρισας, αντίστοιχα, Δ. Γ. και Γ. Σ.) άσκησε, στις 30-3-2012 κατά της απόφασης αυτής και κατά των ίδιων πιο πάνω αναιρεσιβλήτων την κρινόμενη από 20-3-2012 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά, εφόσον η αρχική αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε (στις 30-3-2012) μετά την πάροδο της 15νθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους ερημοδικασθέντες εφεσιβλήτους (στις 22-2-2012 και στις 28-2-2012, αντίστοιχα) για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την εκπνοή της πιο πάνω προθεσμίας, άρα μετά την τελεσιδικία ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου, η επικαλούμενη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο επίδοση της τελευταίας απόφασης που έγινε με την επιμέλειά του στις 3-2-2010 και στις 19-2-2010 προς τους ομοδίκους του, πέμπτη και έκτο των ερημοδικασθέντων εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) αντίστοιχα, (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ... και ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Θεσσαλονίκης και Λάρισας, Α.
Γ. και Ν. Κ., αντίστοιχα), δεν κίνησε την 15νθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ώστε αυτή να καταστεί έκτοτε τελεσίδικη και να υπόκειται σε αναίρεση, και σε κάθε περίπτωση η εν λόγω προθεσμία δεν άρχισε από την ημέρα δημοσίευσης της πιο πάνω απορριπτικής της πρώτης αναίρεσης απόφασης του δικαστηρίου τούτου (5-10-2011), αφού για την κίνηση της 15νθήμερης αυτής προθεσμίας απαιτείται στην προκείμενη περίπτωση η προηγούμενη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ούτε και η επίδοση της ίδιας απόφασης, στις 19-2-2010, που έγινε με την επιμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς την αντίδικο του αναιρεσείουσα (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Γ.) κίνησε σε βάρος της τελευταίας την 30νθήμερη προθεσμία της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ώστε να θεωρηθεί εκπρόθεσμη η άσκησή της στις 20-3-2012, αφού η απώλεια της προθεσμίας αυτής προϋποθέτει την έγκυρη θέση της σε κίνηση, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.
Και τούτο, διότι η επίδοση της ερήμην (προσβαλλόμενης) απόφασης έγινε σε διάδικο που δεν νομιμοποιείται στην άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, όπως είναι η αναιρεσείουσα, και άρα δεν κινήθηκε σε βάρος της η 15νθήμερη προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής, και συνακόλουθα ούτε η 30νθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης.
Τέλος, δεν τίθεται θέμα "αναστολής της τελευταίας αυτής προθεσμίας, λόγω της εκκρεμοδικίας που προκάλεσε η άσκηση της πρώτης αναίρεσης και άπρακτης συμπλήρωσής της στις 5-11-2011 (δηλαδή μετά την πάροδο 30 ημερών από τη δημοσίευση στις 5-10-2011 της απορριπτικής της πρώτης αναίρεσης απόφασης του δικαστηρίου τούτου), άλλως στις 20-11-2011 (δηλαδή μετά την πάροδο 45 ημερών από τη δημοσίευση της πιο πάνω απόφασης για την άσκηση των ένδικων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της δεύτερης αναίρεσης)", όπως υποστηρίζει ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αφού δεν χωρεί αναστολή προθεσμιών λόγω εκκρεμοδικίας (άρθρο 147 ΚΠολΔ), ούτε δημιουργείται εκκρεμοδικία από την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (άρθρο 221, 222 παρ. 2, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, σε κάθε περίπτωση, δεν κινήθηκε η προθεσμία άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, ώστε να θεωρηθεί εκπρόθεσμη η άσκησή της στις 20-3-2010.
Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες από 28-8-2013 έγγραφες προτάσεις του στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου, ως προς το απαράδεκτο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο της 18-9-2013, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-4-2014), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, προς τους αναιρεσιβλήτους: 1) Δ.
χήρα Β. Τ., Ι. Β. Τ., Ν. Β. Τ.., και Δ. Β. Τ.., ως εξ αδιαθέτου μοναδικούς κληρονόμους του αποβιώσαντος στις 30-6-2011 αρχικού διαδίκου Β. Τ., 2) Σ. Τ., 3)Α. Τ., 4)Ε.-Β. Ζ., 5)Ι. Τ. και 6)Θ. Ν. (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα ..., ..., ..., ..., ..., ..., εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Λάρισας και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, Θ.
Σ. και Ι. Β.). Επομένως, εφόσον οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την τελευταία (μετ' αναβολή) δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν την κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παράστασής τους στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας κινητού και ακινήτων αποτελεί και η κληρονομική διαδοχή, τόσο η εξ αδιαθέτου όσο και η από διαθήκη. Προκειμένου δε για κληρονομιαίο ακίνητο, η κυριότητά του αποκτάται από τον κληρονόμο και μάλιστα αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχτεί την κληρονομιά και μεταγράψει την αποδοχή της, που προκύπτει από δημόσιο έγγραφο.
Περαιτέρω, για να χάσει ο κύριος το δικαίωμα της κυριότητας του, πρέπει ή να περιέλθει αυτή με κάποιο νόμιμο τρόπο σε άλλον ή να παραιτηθεί νόμιμα από αυτήν. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 396, 1033, 1192, 1194 και 1198 του ΑΚ προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο.
Νόμιμη αιτία για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου είναι και η πώληση. Κατά την σαφή δε έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος, η οποία, προκειμένου για ακίνητο, όπως ήδη αναφέρθηκε, πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 369 ΑΚ0.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1192 αρ. 1, 1194 παρ. 1, 2, 1196 του ΑΚ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι, "μεταγράφονται στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου 1. οι εν ζωή δικαιοπραξίες ...................... με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητο", με τη δεύτερη, ότι "η μεταγραφή συνίσταται στην καταχώρηση της μεταγραπτέας πράξης στο βιβλίο μεταγραφών.
Η περίληψη περιέχει τα κύρια γνωρίσματα της πράξης", με τη δε τρίτη, ότι "η μεταγραφή είναι άκυρη αν δεν προκύπτει από την πράξη που μεταγράφεται η ταυτότητα του ακινήτου" και από το συνδυασμό τους με τις διατάξεις του άρθρου 3 του εις εκτέλεση του Ν. 421/61 εκδοθέντος β. δ/τος 533/63, κατά την οποία "έκαστον ακίνητον περί του οποίου κρίνεται να γίνει καταχώρησις της εις το υπό του υποθηκοφύλακος τηρούμενα βιβλία πρέπει να περιγράφεται, ως ακολούθως:
α)Το είδος του ακινήτου, εάν είναι αστικόν ή αγροτικό, μεταλλείον, ορυχείον ή λατομείον, β)ο Δήμος ή η Κοινότης, ένθα κείται το ακίνητον, γ)επί αστικού ακινήτου η οδός, ο αριθμός και η συνοικία, ελλείψει δε τούτων η ενορία ή άλλη ονομασία θέσεως, επί αγροτικού δε ή έτερου ακινήτου η ονομασία του κτήματος ή της θέσεως εάν υπάρχουν, δ)Τα φυσικά όρια και οι όμοροι γείτονες ...", συνάγεται ότι στην πράξη που μεταγράφεται πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται, η ιδιότητα, η θέση του ακινήτου η έκταση, και τα όρια του, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα αυτού.
Τυχόν δε ελλείψεις της μεταγραφόμενης πράξεως, σχετικά με την ταυτότητα του ακινήτου που αφορά, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς η ταυτότητά του, συνεπάγεται αυτοδικαίως ακυρότητα της μεταγραφής και της απόκτησης της κυριότητας του ακινήτου. Τέλος, ο μεν από το άρθρ. 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο, πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ. 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δέχθηκε, τα εξής: "Με τον υπ' αριθμό 69854/14-10-1957 τίτλο του Διοικητή της Αγροτικής Τραπέζης Ελλάδος, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμος … και αριθμός…), περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Ι.
Τ. του Σ., μεταξύ άλλων, και το υπ' αριθμό 327, Δ' κατηγορίας, κληροτεμάχιο - αμπελότοπος, εμβαδού 7.448 τ.μ., κείμενο στην κτηματική περιοχή Αγίας Τριάδας του Νομού Θεσσαλονίκης. Την 5-11-1942 απεβίωσε ο Ι.ς Τ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και το εν λόγω κληροτεμάχιο περιήλθε στη σύζυγό του Α. Τ.. και στα τέκνα του Β. Τ.. (1ο εναγόμενο), Σ.
Τ. (του οποίου καθολικοί διάδοχοι είναι οι Ε. και Ι. Τ., ήτοι οι 4η και 3ος των εναγομένων αντίστοιχα) και Π. Τ. (2ο εναγόμενο), οι οποίοι αναμίχθηκαν ενεργά στην κληρονομιά αυτού, αποδεχόμενοι αυτή σιωπηρά άπαντες. Μάλιστα οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού κληρούχου εκποίησαν τμήματα του εν λόγω κληροτεμαχίου σε τρίτους με αποτέλεσμα να μείνει στην συγκυριότητά τους τμήμα αυτού εμβαδού 3.400 τμ.
Την 8-12-1953 απεβίωσε η Α. Τ.. χωρίς να αφήσει διαθήκη, το δε μερίδιο της 1/4 επί του παραπάνω κληροτεμαχίου περιήλθε κατ' ισομοιρία στα τέκνα της Β. Τ.. (1ο εναγόμενο), Σ. Τ. και Π. Τ. (2ο εναγόμενο), οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το υπόλοιπο τμήμα των3.400 τ.μ.
του ανωτέρω ακινήτου, με την υπ' αριθμό ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Νάσλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου (τόμος … υπ' αριθμό…). Ακολούθως οι τρεις συγκύριοι του ανωτέρου ακινήτου (Βασίλειος, Π. και Σ.) με το υπ' αριθμό ...
συμβόλαιο διανομής του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (τόμος … υπ' αριθμό…), διένειμεν τούτο και έτσι τμήμα του εν λόγω κληροτεμαχίου, εμβαδού 1.700 τμ. συνορευόμενο βόρεια με το υπόλοιπο τμήμα του εν λόγω κληροτεμαχίου (που περιήλθε στον Π.
Τ.), νότια με το υπ' αριθμό 328 κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Χ. Τ., ανατολικά με δρόμο και δυτικά με το υπ' αριθμό 334 κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Χ. Ρ., περιήλθε στον Β. Τ... Σημειώνεται ότι η περιοχή της Αγίας Τριάδας, όπου και το ως άνω ακίνητο, είχε κηρυχθεί τουριστική περιοχή με το από 13-12-1948 Β.Δ. (ΦΕΚ 326/1948) και ήταν επιτρεπτή η κατάτμηση των κληροτεμαχίων.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (τόμος … υπ' αριθμό…), η Α. σύζυγος Α. Ρ., το γένος Μ. και Ό. Χ. (μητέρα του εναγομένου Μ. Ρ. και γιαγιά της ενάγουσας Α.ς Ρ.) απέκτησε εξ αγοράς από τον Χ.
Ι. κατά πλήρη κυριότητα τμήμα του ανωτέρω 327 κληροτεμαχίου (από τα τμήματα που είχαν ήδη εκποιηθεί και δεν συμπεριλαμβάνονταν στην κληρονομιαία περιουσία της Α. Τ.), εμβαδού 195 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν επί πλευράς 15.875 μ. το 326 κληροτεμάχιο, επί πλευράς 12,491 μ. με ιδιοκτησία Χ. Ι., επί πλευράς 15,875 μ. με ιδιωτική οδό και ήδη οδό Σμύρνης και επί πλευράς 12,35 μ.
με ιδιοκτησία Χ. Ι.. Ακολούθως, με το υπ' αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (τόμος … υπ' αριθμό…), η ανωτέρω Α. σύζυγος Α. Ρ. μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το προρρηθέν τμήμα στον Β. Τ.. (1ο εναγόμενο) και αυτός με τη σειρά του με το υπ' αριθμό ...
πωλητήριο συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ίδιου Υποθηκοφυλακείου (…υπ' αριθμό …), το μεταβίβασε στον Σ. Α.. Παράλληλα, η ανωτέρω Α. Ρ. με το υπ' αριθμό ... προσύμφωνο του ανωτέρω συμβολαιογράφου αγόρασε από τον Β. Τ.. (1ο εναγόμενο), ένα αυτοτελές και διηρημένο τμήμα του 327 κληροτεμαχίου, Δ' κατηγορίας (από το τμήμα των 1.700 τμ που απέκτησε ο τελευταίος με το προρρηθέν συμβόλαιο διανομής), εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 250 τ.μ.
και κατά νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ., συνορευόμενο βόρεια επί πλευράς 20 μ. με αγροτικό δρόμο και ήδη οδός Σμύρνης, νότια επί πλευράς 20 μ. με ιδιοκτησία Δ. Β., ανατολικά επί πλευράς 12,47μ. με ιδιοκτησία Βασιλείου Τ. και δυτικά επί πλευράς 12,65 μ. με ιδιοκτησία επίσης Βασιλείου Τ.. Σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου καταρτίσθηκε, στη συνέχεια, το υπ' αριθμό ...
οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου (τόμος … υπ' αριθμό…), και έτσι, η Α. Ρ.-Χ.η απέκτησε την πλήρη κυριότητα του προρρηθέντος τμήματος κληροτεμαχίου, εμβαδού 251,07 τ.μ. Επί του ανωτέρω ακινήτου η Α. Ρ.-Χ.η ανήγειρε αυθαίρετη ισόγεια κατοικία, εμβαδού 80 τ.μ., για την οποία υπέβαλλε στην Πολεοδομική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης (Τμήμα Αυθαιρέτων) την υπ' αριθμό 1/8354/26-7-1983 δήλωση του Ν. 1337/1983 και στην οποία κατοικούσε μόνιμα μέχρι το θάνατό της.
Την 19-1-1986 απεβίωσε η Α. σύζυγος Δ. Κ. (πρώην σύζυγος Α. Ρ.), το γένος Μ. Χ., η οποία με την από 25-10-1984 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε με τα 1165/7-11-1986 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την 1232/7-11-1986 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, εγκατέστησε - μεταξύ άλλων - κληρονόμο της τον υιό της Μ.
Ρ. (6ο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα), στον οποίο άφησε την "μονοκατοικία της στο τέρμα της οδού Σμύρνης" χωρίς άλλα προσδιοριστικά στοιχεία. Δηλαδή το εν λόγω ακίνητο, εμβαδού 251,07 τ.μ., αποτελούσε το μοναδικό αγροτεμάχιο στην περιοχή της Αγίας Τριάδας που ανήκε, κατά το χρόνο θανάτου της, στην κυριότητα της ανωτέρω Α.ς συζύγου Δ.
Κ., πρώην συζύγου Α. Ρ., και στην επ' αυτού ισόγεια οικία διέμεινε, όπως προαναφέρθηκε, η ίδια μέχρι το θάνατό της με το σύζυγό της Δημήτριο Κ., ο οποίος και συνέχισε μετά το θάνατό της να διαμένει στην ίδια οικία, ενώ το έτερο αγροτεμάχιο, εμβαδού 195 τ.μ. που βρισκόταν στην ίδια περιοχή, το είχε ήδη από το έτος 1976 μεταβιβάσει στον Β.
Τ.. (1ο εναγόμενο) και αυτός με τη σειρά του το ίδιο έτος το μεταβίβασε στον Σ. Α., όπως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Μ. Ρ., επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την οικογενειακή επιχείρηση στη Λάρισα (επίκειτο πτώχευση), αλλά και οικογενειακά (λύση του γάμου, ασθένεια της κόρης του, δηλαδή της εν προκειμένω ενάγουσας-εφεσίβλητης), τον Οκτώβριο του 1986 έφυγε στη Γερμανία για μόνιμη εγκατάσταση, όπου και κατοικεί μέχρι σήμερα.
Προ της αναχωρήσεώς του και ενόψει τακτοποιήσεως των οικονομικών του εκκρεμοτήτων, με το υπ' αριθμόν ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λάρισας Ευανθίας Ναούμ παρέσχε γενική πληρεξουσιότητα και εξουσία αντιπροσώπευσης στην εν διαστάσει πλέον σύζυγό του Κ. Φ. (μητέρα της ενάγουσας). Η ανωτέρω τέως σύζυγός του, κάνοντας χρήση του πληρεξουσίου και ενεργώντας για λογαριασμό του εντολέα της, προέβη σε αποδοχή της κληρονομιάς που είχε επαχθεί στον Μ.
Ρ., με βάση την προαναφερόμενη διαθήκη της μητέρας του. Ειδικότερα, αφού υπέβαλε την υπ' αριθμό πρωτ. 6423/24-4-1987 δήλωση φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια Οικονομική Εφορία όπου, μεταξύ των κληρονομιαίων από τον τότε σύζυγό της ακινήτων, δήλωνε και "μία ισόγεια μονοκατοικία με οικόπεδο 250 τ.μ. στην Αγία Τριάδα", δηλαδή το παραπάνω επίδικο ακίνητο, που είχε περιέλθει στην κληρονομούμενη με το προαναφερόμενο ...
συμβόλαιο αγοράς, προέβη στη σύνταξη της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Παπαζαΐτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς στον τόμο … υπ' αριθμό…. Σ' αυτή όμως τη συμβολαιογραφική πράξη δεν αναγράφηκε ούτε και περιγράφηκε το ορθό κληρονομιαίο ακίνητο, δηλαδή αυτό εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 250 τ.μ.
και με νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ. με την ισόγεια οικία, που πράγματι ανήκε στην κληρονομούμενη δυνάμει του προαναφερθέντος ... συμβολαίου αγοράς του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Χ., το οποίο (ακίνητο) αναφερόταν στη διαθήκη, ήταν το μοναδικό αγροτεμάχιο με οικία στην περιοχή της Αγίας Τριάδας που διέθετε, κατά το χρόνο θανάτου της, η κληρονομούμενη, ζώντας μέχρι το θάνατό της σ' αυτή την οικία και για το οποίο είχε υποβληθεί η παραπάνω δήλωση φόρου κληρονομιάς και η δήλωση νομιμοποίησης αυθαιρέτου, όπως αναγράφεται στην ίδια την αποδοχή κληρονομιάς, αλλά αντίθετα, κατ' εσφαλμένη περιγραφή, αναγράφηκε ως κληρονομιαίο ακίνητο το αγροτεμάχιο έκτασης 195 τ.μ., επί του οποίου δεν υπήρχε καμία οικία και το οποίο η κληρονομούμενη είχε ήδη πωλήσει στον Β.
Τ.., δυνάμει του προαναφερθέντος ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Ιωάννου Νάσλα. Η παραπάνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς διορθώθηκε στη συνέχεια, από την ίδια ανωτέρω Κ. Φ. με την... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Νάκου περί μερικής διόρθωσης της προαναφερθείσας ... αποδοχής κληρονομιάς, η δε διορθωτική πράξη μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στον τόμο … υπ' αριθμό….
Ειδικότερα η ανωτέρω Κ. Φ., ενεργώντας επίσης ως πληρεξούσια και εντολέας του ανωτέρω πρώην συζύγου της Μ. Ρ., με βάση το ίδιο παραπάνω ... πληρεξούσιο, προέβη σε διόρθωση της αρχικής αποδοχής κληρονομιάς ως προς το παραπάνω ακίνητο, και δη αναγράφηκε ορθά πλέον, όπως και συνέβαινε πράγματι ότι το ακίνητο που ο Μ.
Ρ. κληρονόμησε από τη μητέρα του, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της και το οποίο αποδεχόταν, ήταν το επίδικο αγροτεμάχιο εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 250 τ.μ. και με νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ., με την επ' αυτού αρχικά αυθαίρετη ισόγεια οικία εμβαδού 80 τ.μ., το οποίο ανήκε, κατά τα προαναφερόμενα, στην κληρονομούμενη κατά το χρόνο του θανάτου της.
Είναι επομένως απολύτως σαφές ότι η ανωτέρω Κ. Φ. γνώριζε επακριβώς την εσφαλμένη, ως προς την περιγραφή του πράγματι κληρονομιαίου ακινήτου, ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και τη μεταγενέστερη διόρθωσή της με την 4553/1995 διορθωτική πράξη, αφού η ίδια, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, προέβη στις συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις.
Με την εν λόγω διόρθωση και τη μεταγραφή της διορθωτικής συμβολαιογραφικής πράξης, ο ανωτέρω κληρονόμος Μ. Ρ., κατέστη αναδρομικά και δη από το χρόνο θανάτου της δικαιοπαρόχου μητέρας του, κατά τον κανόνα του άρθρου 1199 ΑΚ, κύριος του πράγματι κληρονομιαίου επίδικου ακινήτου εμβαδού 251,07 τ.μ. με την επ' αυτού αυθαίρετη ισόγεια οικία.
Εν τω μεταξύ, και πριν τη διόρθωση της αποδοχής κληρονομιάς, στην οποία η Κ. Φ. προέβη για λογαριασμό του τότε συζύγου της Μ. Ρ., η ίδια, ενεργώντας με την ίδια ιδιότητά της ως πληρεξούσια και εντολέας του τελευταίου με βάση το ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο, προέβη, την ίδια ημέρα της σύνταξης της αρχικής αποδοχής κληρονομιάς, στη μεταβίβαση του ακινήτου που περιγραφόταν σ' αυτή, δηλαδή αυτού έκτασης 195 τ.μ., προς τον Χ.
Τ., δυνάμει του ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Παπαζαΐτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … υπ' αριθμό…, ο τελευταίος δε προχώρησε σε νέα μεταβίβαση, μεταβιβάζοντας το αναγραφόμενο στο δικό του τίτλο κτήσεως ακίνητο στην Κ.
Τ., δυνάμει του ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Δελή, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 106 υπ' αριθμό 436. Εφόσον οι παραπάνω δύο μεταβιβάσεις προς τον Χ. Τ. και προς την Κ. Τ. στηρίζονταν στην 1.642/14-4-1987 εσφαλμένη ως προς το κληρονομιαίο ακίνητο αποδοχή κληρονομιάς, που αποτελούσε τον τίτλο κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Μ.
Ρ., και εφόσον η τελευταία νομίμως διορθώθηκε με την ... διορθωτική πράξη που μεταγράφηκε νόμιμα, οπότε αναγράφηκε το πράγματι κληρονομιαίο ακίνητο, το ακίνητο που τα ανωτέρω δύο πρόσωπα αγόρασαν ήταν το επίδικο αγροτεμάχιο εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 250 τ.μ. και με νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ. με την επ' αυτού αυθαίρετη ισόγεια οικία εμβαδού 80 τ.μ., στο οποίο και μετά το θάνατο της αρχικής κυρίας Α.ς συζύγου Δ.
Κ. (πρώην σύζυγος Α. Ρ.), διέμεινε ο σύζυγός της Δ. Κ.. Εν των μεταξύ ο τελευταίος ως νόμιμος μεριδούχος της ανωτέρω συζύγου του κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία κατά το χρόνο θανάτου της είχε ως πλησιέστερους συγγενείς τον ίδιο και τους προαναφερθέντες γιους της Μ. και Ν. Ρ., και ενόψει του γεγονότος ότι η σύζυγός του με την προαναφερθείσα διαθήκη της του κατάλειπε μόνο την επικαρπία ενός υπογείου χώρου, που βρίσκεται στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης στην οδό Μιαούλη 43, εμβαδού 40 τ.μ., την ψιλή κυριότητα του οποίου κατέλειπε στην ήδη ενάγουσα Α.
Ρ. του Μ. (εγγονής της και κόρη του προαναφερθέντος Μ. Ρ.), προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς, με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άρτεμης, Μπουλάκη-Θεοδωρίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο …υπ' αριθμό 490, κατά το παραπάνω ποσοστό (1/8) εξ αδιαιρέτου επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο-αγροτεμάχιο, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 250 τ.μ.
και με νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ. με την επ' αυτού αρχικά αυθαίρετη ισόγεια οικία. Ο ανωτέρω Δ. Κ.. όμως, πέραν της παραπάνω αποδοχής κληρονομιάς, με την 1768/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής του και η οποία μετά την τελεσιδικία της σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, αναγνωρίσθηκε ως νόμιμος μεριδούχος κατά το παραπάνω ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιά της αποβιωσάσης συζύγου του, και συνεπώς, και επί του ανωτέρω επίδικου ακινήτου.
Ενόψει όλων αυτών των γεγονότων, τελικά, και μετά την αναγνώριση του Δ. Κ. ως αναγκαίου κληρονόμου (νόμιμου μεριδούχου) της συζύγου του και την αποδοχή κληρονομιάς στην οποία προέβη, δυνάμει της οποίας έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, το ποσοστό κυριότητας της Κ. Τ. επί του επίδικου αγροτεμαχίου εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσεως 250 τ.μ.
και με νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ. με την επ' αυτού αρχικά αυθαίρετη ισόγεια οικία, διαμορφώθηκε σε 7/8 εξ αδιαιρέτου και το υπόλοιπο ποσοστό του 1/8 εξ αδιαιρέτου ανήκε στον Δ. Κ... Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο η Κ. Τ., κατά το τελικό ποσοστό συγκυριότητάς της, δηλαδή κατά τα 7/8 εξ αδιαιρέτου, μεταβίβασε στην Μ. Π., νυν σύζυγο του εκκαλούντος-εναγόμενου Μ.
Ρ., με το ... συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτας Γιδάρη, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό γραφείο Καλαμαριάς υπ' αριθμό ΚΑΕΚ ..., και συνεπώς, η τελευταία κατέστη συγκυρία αυτού, κατά παράγωγο τρόπο, κατά το μεταβιβασθέν στην ίδια ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου. Παράλληλα ο ανωτέρω Δ.
Κ. το ανήκον στον ίδιο, κατά τα ανωτέρω, ποσοστό 1/8 του επίδικου ανωτέρω ακινήτου μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, με το ... συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτας Δρίζη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … υπ' αριθμό 489, στη σύζυγό του Πολύμνια Χουρμουζιάδου και η τελευταία το ανωτέρω ποσοστό της (1/8 εξ αδιαιρέτου) μεταβίβασε νομίμως στην ήδη ενάγουσα με το ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζγουρούλα Ψούνη που, όπως ομολογεί η ενάγουσα, καταχωρήθηκε νόμιμα στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο Καλαμαριάς, με αποτέλεσμα αυτή να αποκτήσει την κυριότητα, κατά το παραπάνω ποσοστό του επίδικου ακινήτου. Πέραν όμως των παραπάνω μεταβιβάσεων, η προαναφερθείσα Κ.
Φ., πρώην σύζυγος του ανωτέρω Μ. Ρ., κληρονόμου της αρχικής κυρίας του επίδικου ακινήτου, και ενώ είχε προβεί, ως πληρεξούσια του ανωτέρω συζύγου της, στην προαναφερόμενη διόρθωση, με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Νάκου της ... αρχικής αποδοχής κληρονομιάς και γνώριζε σαφώς ότι το επίδικο ακίνητο ήταν το πράγματι κληρονομιαίο ακίνητο, το οποίο, κατά τα παραπάνω, είχε μεταβιβασθεί από τον κύριο αυτού Μ.
Ρ. και εκπροσωπήθηκε στο σχετικό προαναφερθέν συμβόλαιο από την ίδια που ενεργούσε ως πληρεξούσιά του, στον Χ. Τ., και από τον τελευταίο στην Κ. Τ., την ίδια ημέρα (2-5-1995), που συντάχθηκε η ανωτέρω διορθωτική πράξη προέβη παράνομα στην εκ νέου πώληση του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας του αρχικού κυρίου Μ.
Ρ.. Ειδικότερα, εμφανισθείσα πάλι ως πληρεξούσια του ανωτέρω πρώην συζύγου της Μ. Ρ. δυνάμει του ίδιου 3.861/1986 πληρεξουσίου και ενεργώντας για λογαριασμό του, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, κατά το ποσοστό των 7/8 εξ αδιαιρέτου, στο Θ. Ν. (έβδομο εφεσίβλητο εναγόμενο), συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθμό ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σωτηρίας Νάκου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στον τόμο … υπ' αριθμό…. Στο εν λόγω συμβόλαιο, αφού αναφέρονται τόσο η αρχική ... αποδοχή κληρονομιάς, όσο και η διόρθωσή της, με την ... διορθωτική πράξη, καθώς και τα παραπάνω γεγονότα δυνάμει, των οποίων ο Δ.
Κ.. κατέστη συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, η Κ. Ρ.. δηλώνει ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει, κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου (2-5-1995), στην κυριότητα του Μ. Ρ. κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, παρά το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί από αυτόν, για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε η ίδια (Κ.
Φ.), αρχικά στον Χ. Τ., και εν συνεχεία, από τον τελευταίο στην Κ. Τ.. Είναι, επομένως, προφανές ότι ουδέποτε ο Θ. Ν. απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου αφού, κατά το χρόνο της προς αυτόν μεταβίβασης, το εν λόγω ακίνητο, κατά το παραπάνω ποσοστό δεν ανήκε στην κυριότητα του φερομένου ως πωλητή Μ.
Ρ.. Εν συνεχεία ο Θ. Ν., εκπροσωπούμενος δυνάμει του ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζγουρούλα Ψούνη, από την ίδια την ήδη ενάγουσα, και ενώ ουδέποτε είχε καταστεί νομίμως κύριος του επίδικου ακινήτου κατά το φερόμενο ποσοστό των 7/8 εξ αδιαιρέτου, πωλεί το μη αποκτηθέν από τον ίδιο ποσοστό κυριότητας επί του εν λόγω ακινήτου στην τελευταία, συνταχθέντος προς τούτο του ...
συμβολαίου πώλησης της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Έτσι η ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη δεν κατέστη κυρία του παραπάνω ακινήτου κατά το ποσοστό των 7/8 εξ αδιαιρέτου, όπως η ίδια αβάσιμα διατείνεται, αφού το απέκτησε από το μη κύριο αυτού Θ. Ν., και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ, απαραίτητη προϋπόθεση για την μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου είναι να έχει τούτη ο μεταβιβάζων.
Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ισχυρίζεται για πρώτη φορά ότι οι μεταβιβάσεις που έγιναν από τον Μ. Ρ. προς τον Α. Τ. και από τον τελευταίο προς την Κ. Τ. ήταν εικονικές και έγιναν για να διασωθεί η κληρονομιαία περιουσία από τους δανειστές τους.
Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ενώ πρόκειται για νέο ισχυρισμό, κατά την έννοια του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ήτοι για αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος προτείνεται το πρώτον στο δεύτερο βαθμό από την εφεσίβλητη και τείνει στη θεμελίωση της ανωτέρω ενστάσεως εικονικότητας, η τελευταία δεν επικαλείται τη συνδρομή κάποιας από τις, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις παραδεκτού της βραδείας, με την προεκτεθείσα έννοια, προτάσεώς του, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεών της σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 3 εδ.
γ' ΚΠολΔ, αφού επρόκειτο για ισχυρισμό προς αντίκρουση του προβληθέντος με τις προτάσεις από τον εναγόμενο Μιχαήλ Ρ. ισχυρισμού περί εγκύρου μεταβιβάσεως του επίδικου ακινήτου προς τους προαναφερθέντες. Είναι γεγονός ότι ο προαναφερθείς Θ. Ν. παρέλειψε να υποβάλλει δήλωση ιδιοκτησίας για το εν λόγω ακίνητο κατά το στάδιο της κτηματογράφησης της περιοχής Αγίας Τριάδας, με συνέπεια τούτο να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία ως γεωτεμάχιο έκτασης 252 τ.μ.
με ΚΑΕΚ 19 003 07 02 115/0/0, στο δε οικείο κτηματολογικό φύλλο και δη στις πρώτες εγγραφές, αναγράφονται ως δικαιούχοι κυριότητας κατά ποσοστό 12,5%(=1/8) η Π. Χ. και κατά ποσοστό 87,50%(=7/8) ο αποβιώσας Ι. Τ.. Οι ανωτέρω αρχικές εγγραφές, πλην αυτής που αφορά την Π. Χ., είναι μεν ανακριβείς αλλά δεν προσβάλλουν το δικαίωμα συγκυριότητας του Θ.
Ν. επί του επιδίκου, αφού κατά τα προεκτεθέντα αυτός δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου, αλλά αντίθετα η κυριότητα του επιδίκου ποσοστού ανήκει στην Μ. Π., σύζυγο εναγόμενου Μιχαήλ Ρ..
Συνεπώς, εφόσον κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή Αγίας Τριάδας, ήτοι την 13-11-2003, δεν αποδείχθηκε ότι κύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, ήταν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο Θ. Ν., και ως εκ τούτου δεν κατέστη κυρία αυτού η ενάγουσα Α. Ρ., κόρη του εναγομένου Μ. Ρ., στην οποία μεταβίβασε το επίδικο με το υπ' αριθμό ...
πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζγουρούλας Ψούνη, το οποίο καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο κατ' άρθρο 7α παρ. 1 περ. α' του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει, η τελευταία δεν έχει έννομο συμφέρον για την αιτούμενη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων. Συνακόλουθα, η αγωγή, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι ο Θ.
Ν. του Γεωργίου ήταν συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 87,5%(=7/8) εξ αδιαιρέτου και να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου καλαμαριάς, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ 19 003 07 02 115/0/0 να διαγραφεί από συγκύριος ο Ι. Τ.
και να εγγραφεί ως δικαιούχος κυριότητας κατά ποσοστό 87,5% ο Θ. Ν. του Γ. και Μ. με τίτλο κτήσης το υπ' αριθμόν ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Νάκου-Δαρδάλη, νομίμως μεταγραφέν στα Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαρίας στον τόμο … και αριθμό…, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ενόψει αυτών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση έκρινε διαφορετικά, και ειδικότερα, ότι η αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αφορούσε το ακίνητο των 195 τ.μ. και ότι με τη μεταγενέστερη δεν διορθώθηκε η αρχική, αλλά πρόκειται για συμπληρωματική αποδοχή, και στη συνέχεια, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι ο Θ.
Ν. είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση ως ανακριβών των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό Γραφείο του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε".
Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Μ. Ρ. του Α., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου καλαμαριάς, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ειδικότερα, το Εφετείο: α)ενώ δέχθηκε ότι η Κ. Φ., ενεργώντας με την ιδιότητά της ως πληρεξούσια και εντολέας του τότε συζύγου της Μ. Ρ., με βάση το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που προαναφέρθηκε, προέβη στη σύνταξη της ...
δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανάσιου Παπαζαΐτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς, όχι του επίδικου, αλλά, άλλου διαφορετικού ακινήτου, ήτοι του αγροτεμαχίου έκτασης, 195 τ.μ. και στη συνέχεια, την ίδια ημέρα σύνταξης της δήλωσης αυτής αποδοχής κληρονομιάς, προέβη, ενεργώντας με την ιδιότητά της ως πληρεξούσια και εντολέας του ως άνω τέως συζύγου της, με βάση το αυτό ως άνω πληρεξούσιο, στη μεταβίβαση, λόγω πώλησης, προς τον Χ.
Τ., του ακινήτου που περιγράφονταν στη δήλωση αυτή αποδοχής της κληρονομιάς, (δηλαδή του αγροτεμαχίου έκτασης 195 τ.μ.), δυνάμει του ...... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Παπαζαΐτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τ. 55 αριθ. 233) και ο τελευταίος προέβη σε νέα μεταβίβαση, λόγω πώλησης, του αναγραφόμενου στο δικό του τίτλο κτήσεως ανωτέρω ακινήτου (αγροτεμάχιο των 195 τ.μ.) στην Κ.
Τ. δυνάμει του ... συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ. Δελή, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 106 με αριθμό 436, στη συνέχεια κατέληξε στην παραδοχή ότι το ακίνητο που τα ανωτέρω δύο πρόσωπα, Χ. Τ. και Κ. Τ., αγόρασαν ήταν το επίδικο αγροτεμάχιο εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 250 τ.μ., και με νέα εμβαδομέτρηση 251,07 τ.μ.
με την επ' αυτού αυθαίρετη ισόγεια οικία εμβαδού 80 τ.μ., με μόνη την αιτιολογία ότι "εφόσον οι παραπάνω δύο μεταβιβάσεις προς τον Χ. Τ. και Κ. Τ. στηρίζονταν στην 1.642/14-4-1987 εσφαλμένη ως προς το κληρονομιαίο ακίνητο αποδοχή κληρονομιάς, που αποτελούσε το τίτλο κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Μ. Ρ., εφόσον η τελευταία νομίμως διορθώθηκε με την ...
διορθωτική πράξη που μεταγράφηκε νόμιμα, οπότε αναγράφηκε το πράγματι κληρονομιαίο ακίνητο". Δηλαδή, για την απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (πώληση) από τους Χ. Τ. και, στη συνέχεια, από την Κ. Τ., με τους οποίους, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αποφάσεως, καταρτίσθηκαν οι ανωτέρω συμβάσεις πωλήσεως από τους πωλητές Κ.
Φ. (που ενεργούσε με την ιδιότητά της ως πληρεξούσια και εντολέας του τότε συζύγου της Μ. Ρ.), και στη συνέχεια από τον Χ. Τ., το Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις των άρθρων 1033, 513 ΑΚ απαιτούν για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης πώλησης ακινήτου, ήτοι δεν αξίωσε και την ύπαρξη συμφωνίας των ανωτέρω συμβληθέντων μερών (πωλητή-αγοραστή) για την πώληση του επίδικου ακινήτου από τον πρώτο στο δεύτερο, έτσι δε παραβίασε ευθέως τις εν λόγω διατάξεις.
Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, καθόσον κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμά του, για την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης πώλησης μεταξύ των ανωτέρω, χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται από τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις για την κατάρτιση, μεταξύ των προσώπων αυτών, έγκυρης σύμβασης πώλησης του επιδίκου, και συνακόλουθα, για την μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού, ήτοι για την ύπαρξη συμφωνίας (η οποία μάλιστα να περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου), μεταξύ, αφενός της Κ.
Φ., που ενεργούσε με την ιδιότητά της ως πληρεξούσια και εντολέας του τότε συζύγου της Μ. Ρ., και του Χ. Τ. και αφετέρου μεταξύ του τελευταίου και της Κ. Τ., για πώληση του επίδικου ακινήτου. Επίσης το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δίκαιου διατάξεις των άρθρων 1192, αρ. 1, 1194 παρ. 1, 2, 1196 του ΑΚ, και εκείνη του άρθρου 3 του εις εκτέλεση του Ν. 421/61 εκδοθέντος β.δ/τος 533/63, από τις οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε, προκύπτει ότι για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται στην πράξη που μεταγράφεται, να αναφέρεται η ταυτότητα του ακινήτου, τυχόν δε ελλείψεις της μεταγραφόμενης πράξεως, σχετικά με την ταυτότητα του ακινήτου που αφορά, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς η ταυτότητά του, συνεπάγονται αυτοδικαίως ακυρότητα της μεταγραφής και της απόκτησης της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον, ενώ δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι στα ...
και ... πωλητήρια συμβόλαια, των αναφερόμενων συμβολαιογράφων, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, αναφέρεται ως πωλούμενο ακίνητο, από την Κ. Φ. (που ενεργούσε με την ιδιότητά της ως πληρεξούσια και εντολέας του τότε συζύγου της Μ. Ρ.) στον Χ. Τ. και, στη συνέχεια, από τον τελευταίο προς την Κ. Τ. του ακίνητου που περιγράφονταν σ' αυτή (την ...
πράξη αποδοχής κληρονομιάς) δηλαδή του αγροτεμαχίου έκτασης 195 τ.μ. κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι στους ανωτέρω μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα το επίδικο ακίνητο, το οποί, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως ήταν διαφορετικό από το αγροτεμάχιο των 195 τ.μ., και άρα δεν περιγραφόταν στα ανωτέρω μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβόλαια.
Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, αφού αφενός διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, αφετέρου δε διέλαβε αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτήν, ήτοι ενώ δέχθηκε ότι με τα ως άνω δύο πωλητήρια συμβόλαια συμφωνήθηκε η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητας, από τους πωλητές στους αγοραστές, του "ακινήτου που περιγράφοντας ...
δηλαδή αυτού έκτασης 195 τ.μ.", κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ότι το ακίνητο που τα ανωτέρω δύο πρόσωπα αγόρασαν και απέκτησαν κατά κυριότητα ήταν το επίδικο αγροτεμάχιο (εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 250 τ.μ., και με νέα εμβαδομέτηρης 251,07 τ.μ. με την επ' αυτού αυθαίρετη ισόγεια οικία εμβαδού 80 τ.μ.), για το οποίο όμως δεν έχει παραδοχές ότι γινόταν περιγραφή του στα ανωτέρω μεταβιβαστικά της κυριότητας του συμβόλαια, τα οποία και μεταγράφηκαν.
Εξαιτίας δε των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμά του "... η προαναφερθείσα Κ. Φ., πρώην σύζυγος του ανωτέρω Μ. Ρ. ... προέβη παράνομα στην εκ νέου πώληση του ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας του αρχικού κυρίου Μ. Ρ.", ενώ, χωρίς τις πλημμέλειες αυτές έπρεπε να γίνει δεκτό, όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σελ. 15, 16, 17 της εκκληθείσας αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), ότι εφόσον στα ...
και ... πωλητήρια συμβόλαιο συμφωνήθηκε η πώληση και η μεταβίβαση κατά κυριότητα, με το πρώτο από την Κ. Φ. προς τον Χ. Τ. και με το δεύτερο από τον τελευταίο προς την Κ. Τ., κα, του ακινήτου που περιγραφόταν, δηλαδή εκείνου έκτασης 195 τ.μ., οι εν λόγω αγοραστές δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο ήταν διαφορετικό από εκείνο των195 τ.μ.
και ότι, με το ... πωλητήριο συμβόλαιο ο Μ. Ρ., δια της πληρεξούσιας και ως αντιπροσώπου του ενεργούσας Κ. Φ., μεταβίβασε κατά κυριότητα το ποσοστό των 7/8 επί του επιδίκου ακινήτου (που είχε περιέλθει σ' αυτόν κατά κυριότητα αναδρομικώς από τον θάνατο της μητέρας του μετά την ανωτέρω αναφερόμενη διόρθωση της πράξεως αποδοχής της κληρονομιάς της από την ανωτέρω αντιπρόσωπο και πληρεξούσιά του) στον Θ.
Ν. και από εκείνον, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου στην ενάγουσα να κάνει δεκτή την αγωγή της ως προς τις αιτούμενες διορθώσεις των ανακριβών πρώτων εγγραφών στο κτηματολόγιο βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, όπως αυτές ανωτέρω αναφέρονται. Επομένως οι με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με τις οποίες αναδεικνύονται οι ανωτέρω πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι βάσιμες και πρέπει να γίνει δεκτός ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2127/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.0000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ