Legislator Case Law & Legislation
1836/2011 AI generated

1836/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1836/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1836/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Δ. Σ. χήρα του Μ. , απεβίωσε στις 12-12-2009 (βλ. υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Χανίων), δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (08-09-2006), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. π' αριθ. ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1836 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1836/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Μ. , κατοίκου Η.Π.Α, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Ταταρόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Σ. του Μ. , κατοίκου ... , υπό την ιδιότητα του ως αρχικού αναιρεσίβλητου και ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής αναιρεσίβλητου μητέρας του Δ. χας Μ. Σ. , η οποία απεβίωσε την 12.12.2009, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Περράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1988 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαμίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 69/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεσή της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3.9.2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 29.9.2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Δ. Σ. χήρα του Μ. , απεβίωσε στις 12-12-2009 (βλ. υπ' αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Χανίων), δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (08-09-2006), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. π' αριθ. ...

πιστοποιτικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Χανίων), ο δε γιος της Α. Σ. του Μ. (πρώτος αναιρεσίβλητος), ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (βλ. υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Χανίων) με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου της και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Επομένως νόμιμα συνεχίζεται η δίκη από τον ως άνω κληρονόμο της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. δ'ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο νοείται εκείνο που πράγματι δεν υπήρξε ποτέ ή έχει αποβιώσει, ενώ δεν καθίσταται η απόφαση ανυπόστατη, ανίσχυρη ή αυτοδικαίως άκυρη αν αυτή εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη ακύρως για οποιοδήποτε λόγο με υπαρκτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η οποία μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα στο νόμο ένδικα μέσα.

Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 28/1998, 7/1999). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, ενώ η ακυρότητα της δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, κατά της οποίας ασκήθηκε αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠολΔ είναι ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου, αφού με τη διάταξη αυτή δεν καθορίζονται ο τρόπος, τα όργανα και η μορφή της ένδικης προστασίας, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης επί της ουσίας αποφάσεως, θεμελιώνεται δηλαδή η διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, και επομένως η παράβασή της ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.

προβλεπόμενο λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη από 8-2-1988 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων ισχυρίσθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος Μ. Σ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι ήδη αναιρεσίβλητοι) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων την υπ' αριθ.

καταθ. 217/1985 αγωγή εναντίον του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι αυτός κατέστη κύριος, με έκτακτη χρησικτησία του περιγραφονένου σ' αυτήν κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου. Ότι η δεύτερη εναγομένη Β. Η. κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, άσκησε κατ' αυτών την από 25-9-1986 με αριθ. καταθ. 388/1986 κυρία παρέμβασή της με την οποία ζήτησε την απόρριψη της ως άνω αγωγής και την αναγνώρισή της ως κυρίας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Ότι τόσον στην αγωγή, όσο και στην κυρία παρέμβαση, αναφερόταν αυτός (ενάγων) ως άγνωστης διαμονής και οι επιδόσεις των πιο πάνω δικογράφων της αγωγής και της κυρίας παρέμβασης έγιναν σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ για πρόσωπα άγνωστης διαμονής. Ότι επί της αγωγής αυτής και της κυρίας παρέμβασης εκδόθηκε ερήμην του η υπ' αριθ. 213/1986 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κυρία παρέμβαση και έγινε δεκτή η αγωγή και ο ενάγων σ' αυτήν αναγνωρίσθηκε κύριος του ακινήτου.

Ότι εκείνοι (ενάγων και κυρίως παρεμβαίνουσα) γνώριζαν ότι αυτός δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλά γνωστής διαμονής και διέμενε στην αναφερόμενη σ' αυτήν (αγωγή) διεύθυνση των Η.Π.Α., στην οποία διέμεναν και οι γονείς του από το έτος 1908, τη διεύθυνση δε αυτή γνώριζαν, καθόσον είναι συγγενείς και είχαν συχνή επικοινωνία και ότι ενεφάνισαν αυτόν στην αγωγή και την κυρία παρέμβαση ως άγνωστης διαμονής για να μη λάβει γνώση του περιεχομένου τους και της δίκης, γεγονός που είχε ως συνέπεια να αναγνωρισθεί ο πρώτος εναγόμενος της αγωγής του κύριος του ακινήτου, ενώ κύριος αυτού είναι εκείνος (ενάγων), ως μοναδικός κληρονόμος του πατέρα του Μ.

Π. . Επικαλούμενος δε περαιτέρω ότι η εκδοθείσα συνεπεία των ανωτέρω απόφαση είναι αυτοδικαίως άκυρη, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της τελευταίας. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή είναι μη νόμιμη, αφού υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 313 παρ. 1 εδ.

δ'ΚΠολΔ, στην οποία επιχειρείται η θεμελίωσή της, ούτε βρίσκει έρεισμα σε άλλη διάταξη κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 69/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία έκρινε απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη την αγωγή αυτή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 313 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο (όπως εκτιμάται) και τέταρτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν κήρυξε άκυρη την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση, όπως είχε ζητήσει με την ένδικη αγωγή του, αλλ' αντιθέτως απέρριψε την τελευταία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ακυρότητα της δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, κατά της οποίας ασκήθηκε αγωγή ακυρώσεως κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ.

δ' ΚΠολΔ είναι ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση της οποίας ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγο. Ομοίως, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τέταρτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αφού, για την ίδρυση του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Όλ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι και αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, καθώς και περιστατικά που αλυσιτελώς και ως εκ περισσού εκτίθενται στην προσβαλόμενη απόφαση, χωρίς να στηρίζουν το διατακτικό της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω μοναδικό λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., διότι, αφενός μεν έλαβε υπόψη μη προταθέντα από τους διαδίκους ισχυρισμό, και συγκεκριμένα, ότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και συνεπώς μπορούσε να ασκηθεί το εν λόγω ένδικο μέσο κατά της απόφασης, που με την αγωγή επεδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητάς της, αφετέρου δε, δέχθηκε, ότι αυτός δεν επικαλέσθηκε δημοσίευση της άνω απόφασης (η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε επίδοση της απόφασης) με την οποία δικάσθηκε ερήμην, ενώ τούτο ενυπήρχε στους αγωγικούς ισχυρισμούς του.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχερηματολογία του δικαστηρίου, που ως εκ περισσού περιελήφθη στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει ότι υφίστατο η δυνατότητα στον αναιρεσείοντα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης, που με την ένδικη αγωγή επιδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητάς της, χωρίς αυτό να ασκεί καμιά επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η δυνατότητα ασκήσεως ή όχι ανακοπής ερημοδικίας δεν συνιστούσε προϋπόθεση που θα καθιστούσε την αγωγή αυτή νόμιμη.

Τέλος, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης αγωγής, δεν στοιχειοθετείται ανακοπή ερημοδικίας, αφού αντικείμενο της ανακοπής αυτής είναι η κατάργηση της ερήμην απόφασης, για τους αναφερόμενους στο άρθρο 501 ΚΠολΔ λόγους, προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου η υπόθεση, και για το παραδεκτό αυτής απαιτείται η τήρηση των προβλεπόμενων από το άρθρο 505 ΚΠολΔ προϋποθέσεων.

Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή υπαγωγή), διότι το Εφετείο δεν εκτίμησε την ένδικη αγωγή ως ανακοπή ερημοδικίας, μολονότι δέχεται ότι υπήρχε προθεσμία προς άσκηση τέτοιας ανακοπής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού τα περιστατικά και το αίτημα της ένδικης αγωγής δεν στήριζαν ανακοπή ερημοδικίας, το επιχείρημα δε του Εφετείου περί δυνατότητας ασκήσεως από τον αναιρεσείοντα ανακοπής ερημοδικίας, δεν ασκούσε, κατά τα προεκτεθέντα, καμιά επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στήριζε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-09-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 69/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στη Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ