Legislator Case Law & Legislation
1836/2007 AI generated

1836/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1836/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1288/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2001 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1836/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αλλά και γενικότερα, η επίκληση λόγου αναγομένου αποκλειστικά στη σφαίρα των σχέσεων του ίδιου του καταγγέλλοντος για άμεση καταγγελία διαρκούς συμβάσεως, χωρίς να τηρηθεί προθεσμία όταν μάλιστα αυτή (διαρκής σχέση) έχει ήδη διαρκέσει αρκετό χρόνο., μπορεί να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Γι' αυτό και κάπως σπανιότερα, ο σπουδαίος λόγος μπορεί να βρίσκεται στη σφαίρα των σχέσεων του καταγγέλλοντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1836 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1836/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νοσοκομείου με την επωνυμία "Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά - ΜΕΤΑΞΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Αρβανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαρελά, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1288/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 426/2001 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 766 και 588 ΑΚ συνάγεται ως γενική αρχή του δικαίου ότι όταν συντρέχει λόγος, επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας. Η αρχή αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν να ασκούνται τα δικαιώματα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αν ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχουν δε το δικαίωμα στους συμβαλλόμενους να καταγγείλουν τη διαρκή ενοχική σχέση, όταν σύμφωνα με τις αρχές αυτές καθίσταται υπέρμετρα δυσβάσταχτη η συνέχιση της μισθώσεως μέχρι τη λήξη της, είτε και για τα δυο μέρη, είτε και για ένα απ' αυτά.

Τούτο συμβαίνει ιδίως σε περίπτωση μεταβολής των περιουσιακών ή προσωπικών σχέσεων των μερών. Περαιτέρω, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλ. κατ' αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί ν' αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά του.

Αλλά και γενικότερα, η επίκληση λόγου αναγομένου αποκλειστικά στη σφαίρα των σχέσεων του ίδιου του καταγγέλλοντος για άμεση καταγγελία διαρκούς συμβάσεως, χωρίς να τηρηθεί προθεσμία όταν μάλιστα αυτή (διαρκής σχέση) έχει ήδη διαρκέσει αρκετό χρόνο., μπορεί να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Γι' αυτό και κάπως σπανιότερα, ο σπουδαίος λόγος μπορεί να βρίσκεται στη σφαίρα των σχέσεων του καταγγέλλοντος.

Προκειμένου, όμως, ειδικώς για μίσθωση πράγματος, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά, διότι ήδη ο νόμος έχει θεσπίσει μεγάλο αριθμό ειδικών λόγων καταγγελίας που ικανοποιούν ευρύ φάσμα τα συμφέροντα των μερών για λύση της μίσθωσης. Ο ευρύτερος τυχόν προσδιορισμός του περιεχομένου του σπουδαίου λόγου θα δημιουργούσε ανασφάλεια στα μέρη για τη διάρκεια της σύμβασης.

Επιβάλλεται, συνεπώς, να γίνεται δεκτό, ότι σπουδαίος λόγος υφίσταται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Τα περιστατικά που συνθέτουν τον σπουδαίο λόγο πρέπει να αφορούν εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Με άλλους λόγους, πρέπει να αναφέρονται στο πρόσωπό του ή να εμπίπτουν στη σφαίρα των κινδύνων του, χωρίς, όμως, να απαιτείται να συντρέχει και πταίσμα του.

Περιστατικά που αφορούν μόνον τον καταγγέλλοντα, δεν παρέχουν σ' αυτόν δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. β) Τα παραπάνω περιστατικά πρέπει να καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης πράγματος για τον καταγγέλλοντα μη αξιώσιμη, κατά την καλή πίστη. Τέλος, είναι αυτονόητο ότι κατά την κρίση για τη δυνατότητα συνεχίσεως ή όχι της συμβάσεως ιδιαίτερα θα αξιολογηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των συμβαλλομένων και μάλιστα οι οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από την εξακολούθηση ή τη λύση της μίσθωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι κατόπιν της από ....... έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του τότε υπό μορφή Ν.Π.Ι.Δ. (Ιδρύματος) λειτουργούντος εναγομένου με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑ" και του ενάγοντος, το πρώτο (εναγόμενο Νοσοκομείο) εκμίσθωσε στον ενάγοντα το εντός του κυρίου κτιρίου του ευρισκόμενο κυλικείο για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από 15-11-1976 μέχρι 15-11-1981.

Κατά το έτος 1933, το εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1397/1983, οργανώθηκε σε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά Μεταξά" και υπήχθη στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, υπεισήλθε δε ως καθολικός διάδοχος του αρχικού εκμισθωτού στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού.

Η μίσθωση αυτή ως εμπορική, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη, υπάγεται στις διατάξεις του ν. 813/1978 όπως αυτός τροποποιηθείς ισχύει σήμερα. Μετά τη λήξη της, η μίσθωση ανανεώθηκε εγγράφως με το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό για μία τριετία και στη συνέχεια ανανεωνόταν με αλλεπάλληλα ιδιωτικά συμφωνητικά αλλά και με νομοθετικές ρυθμίσεις περί αναγκαστικής παράτασης των εμπορικών μισθώσεων.

Με τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 2235/1994 η διάρκεια της εν λόγω μίσθωσης έχει παραταθεί μέχρι την 31-8-1997. Βάσει εξάλλου, της τελευταίας από ....... έγγραφης ανανέωσης της συμβάσεως μισθώσεως, το καταβαλλόμενο μίσθωμα είχε, κατόπιν συμφωνίας, αναπροσαρμοσθεί στο ποσό των 400.000 δραχμών μηνιαίως, πλέον αναλογίας επ' αυτού χαρτοσήμου από ποσοστό 1,8%.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι περί το τέλος του έτους 1993, η Νομαρχία Πειραιώς, αν και το κυλικείο του εναγομένου Νοσοκομείου ήταν μισθωμένο στον ενάγοντα δυνάμει ενεργού συμβάσεως μισθώσεως που προστατεύεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 813/1978 ως εμπορική τοιαύτη, συμπεριέλαβε το κυλικείο αυτό σε πίνακα σχολαζόντων κυλικείων, προκειμένου η εκμετάλλευσή του να παραχωρηθεί σε ανάπηρο ή θύμα πολέμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ν.Δ. 1044/1971 και του άρθρου 10 του ν. 1043/1980.

Στη συνέχεια ο Νομάρχης Πειραιώς, με τις υπ' αριθ. 34137/28-4-1994 και 32.953/8-12-1994 αποφάσεις του, ενέκρινε την παραχώρηση του 1/6 μεριδίου δικαιώματος εκμετάλλευσης του κυλικείου που βρίσκεται εντός του Νοσοκομείου Μεταξά, σε καθένα από τους αναπήρους 1) ......., 2) ........., 30 ........., 4) .........., 5) .......... και 6) ........ Την 16-2-1995 το εναγόμενο Νοσοκομείο, με την κοινοποίηση στον ενάγοντα του υπ' αρ.

πρωτ. ........ εγγράφου του κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως του παραπάνω κυλικείου η οποία ήδη είχε παραταθεί αναγκαστικώς, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι 31-8-1997 και ζήτησε απ' αυτόν την απόδοση της χρήσεώς του, επικαλούμενο την παραχώρηση εκμεταλλεύσεως του κυλικείου αυτού στους προαναφερόμενους αναπήρους δυνάμει της υπ' αριθ. 34137/28-4-1994 αποφάσεως του Νομάρχη Πειραιώς, ως και το γεγονός ότι ενόψει της από 10-2-1995 ενάρξεως λειτουργίας του κυλικείου του Νοσοκομείου στον περίβολο αυτού με μισθωτές, πλέον, τους προαναφερομένους αναπήρους, απαγορεύεται η λειτουργία και εκμετάλλευση κυλικείων από οποιονδήποτε τρίτο σε χώρο που λειτουργούν κυλικεία Αναπήρων ή Θυμάτων Πολέμου σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 1043/1980.

Την 17-2-1995, το εναγόμενο, κοινοποίησε στον ενάγοντα το υπ' αριθ. πρωτ. ........ έγγραφό του με το οποίο κάλεσε τον τελευταίο να αποδώσει τη χρήση του μισθίου κυλικείου εντός τριών (3) ημερών από της κοινοποιήσεως του εγγράφου αυτού, επισημαίνοντάς του και πάλι ότι η άδεια λειτουργίας του Κυλικείου του Νοσοκομείου του, είχε εκχωρηθεί από το Νομάρχη Πειραιώς σε αναπήρους.

Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. επικαλέστηκε για την καταγγελία της επίδικης μίσθωσης, όπως και κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποστήριξε προς απόκρουση της αγωγής, την ύπαρξη σπουδαίου λόγου συνισταμένου στο ότι, συνέπεια της προαναφερθείσας απόφασης του Νομάρχη Πειραιώς και της παραχωρήσεως του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως του κυλικείου του Νοσοκομείου του σε αναπήρους, δεν μπορεί να αξιωθεί, κατά τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της επίδικης μίσθωσης.

Το Δικαστήριο με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προάγεται στην κρίση ότι κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της μίσθωσης. Πράγματι, αν ληφθεί υπόψη ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης λειτούργησε αδιατάρακτα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών από το έτος 1976 μέχρι 16-2-1995 και έληγε, κατόπιν νόμιμης αναγκαστικής παρατάσεως την 31-8-1997, ότι λόγο της καταγγελίας αποτέλεσε γεγονός που προήλθε από πράξη προσώπου τρίτου προς τη μίσθωση (πράξη του Νομάρχη Πειραιώς), ότι τα περιστατικά που συνθέτουν τον επικαλούμενο σπουδαίο λόγο οπωσδήποτε δεν ανάγονται στο πρόσωπο του καθού η καταγγελία μισθωτή (δεν αφορούν αυτόν), ότι από την καταγγελία της μισθώσεως αυτής, ο ενάγων μισθωτής, υφίσταται σημαντική οικονομική ζημία αφού αναγκάζεται να διακόψει αιφνιδίως την επαγγελματική του δραστηριότητα που επί σειρά ετών ασκούσε νομίμως, σε αντίθεση με το εναγόμενο το οποίο ουδεμία οικονομική ζημία υφίσταται από τη λύση της μίσθωσης, αφού θα εξακολουθήσει να εισπράττει τα συμφωνηθέντα μισθώματα από τους νέους μισθωτές του κυλικείου του αλλά και το οποίο και από την εξακολούθηση της επίδικης μίσθωσης, ουδέν θα εζημιώνετο, αφού θα εξακολουθούσε να εισπράττει μηνιαίο μίσθωμα 400.000 δραχμών από τον ενάγοντα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης την 31-8-1997, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη υπαιτιότητας του μισθωτή ενάγοντος, τα περιστατικά που επικαλείται το εναγόμενο για την καταγγελία της επίδικη μίσθωσης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, δεν μπορούν να συγκροτήσουν, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, την έννοια του σπουδαίου λόγου και να δικαιολογήσουν την καταγγελία της μίσθωσης.

Ούτε, προφανώς, μπορεί να θεμελιωθεί σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την καταγγελία της επίδικης μίσθωσης στο επικληθέν από το εναγόμενο γεγονός της από 10-2-1995 ενάρξεως λειτουργίας του κυλικείου του Νοσοκομείου σε άλλο οίκημα στον περίβολο του κυρίως κτιρίου του από τους αναπήρους πολέμους στους οποίους εγκρίθηκε η παραχώρηση της χρήσης του εν λόγω κυλικείου με τις υπ' αριθ. 34137/28-4-1994 και 32953/8-12-1994 αποφάσεις του Νομάρχη Πειραιώς και της συνεπεία αυτής (λειτουργίας) απαγορεύσεως εκμεταλλεύσεως κυλικείων από οποιονδήποτε τρίτο σε χώρο που λειτουργούν κυλικεία Αναπήρων ή Θυμάτων Πολέμου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 10 ν. 1043/1980, αφού το γεγονός αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου το οποίο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από την υπαίτια συμπεριφορά του, αντίκειται δε στην καλή πίστη να επικαλείται το εν λόγω περιστατικό.

Επομένως, η καταγγελία της επίδικης μίσθωσης έγινε χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ήταν άκυρη (ΑΚ 174, 180).

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε διαφορετικά και έκρινε ως έγκυρη την εν λόγω καταγγελία και απέρριψε την ένδικη αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των νομικών διατάξεων των άρθρων 672, 766, 588, 281 και 288 ΑΚ, όσο και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της κρινομένης εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό, να δικασθεί κατ' ουσία και να γίνει δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωριζομένης και ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την εφαρμογή της προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί ότι τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον περιστατικά για την καταγγελία της μίσθωσης δεν συγκροτούν την κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών έννοια του σπουδαίου λόγου, ούτε ότι τα συγκροτούντα τον επικαλούμενο σπουδαίο λόγο αφορούν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε η καταγγελία (δηλαδή το μισθωτή) και επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσείον δεν υφίσταται ουδεμία οικονομική ζημία από την καταγγελία της συμβάσεως της μισθώσεως γιατί θα εξακολουθήσει να εισπράττει μισθώματα και μετά τη νέα παραχώρηση προς τους αναφερθέντες έξι (6) νέους μισθωτές, ενώ το αναιρεσείον ισχυρίσθηκε ότι με την παραχώρηση του κυλικείου προς τη συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων αυτό (αναιρεσείον) απώλεσε την ωφέλεια από την (μέχρι τούδε) είσπραξη μισθώματος από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί με την απόρριψη του ισχυρισμού του αυτού προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη (ο ισχυρισμός αυτός), ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

ΙΙΙ.

Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και το ηττώμενο αναιρεσείον πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσίβλητου.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 13-2-2002 αίτηση του Νοσοκομείου με την επωνυμία "Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά - ΜΕΤΑΞΑ", για αναίρεση της 426/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ