Supreme Court dismisses appeal on promotion denial, ruling no clear superiority existed against bank employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the employee's appeal against the Athens Court of Appeal's decision denying his promotion to deputy director. The court found that while the appellant had some advantages in age and training, he lacked the specific seniority and responsible duties held by the five promoted colleagues. Consequently, the court determined the employer's decision was not clearly unfair and did not violate the principle of good faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; Article 207(1) of the Civil Code: An employer's refusal of promotion is not clearly unfair if the employee does not demonstrably exceed the promoted colleagues in overall suitability, balancing all merits and demerits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1836 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Κ.Μ.
Αριθμός 1836/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2569/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5684/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 27 στ΄, 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927 ) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως αυτών, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1).
Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, η προαγωγή του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου στον βαθμό του υποδιευθυντή αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό ένα έτος υπηρεσίας, έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στην ανώτερη θέση και έχει επιδείξει στην άσκηση των καθηκόντων του και την εκτέλεση της υπηρεσίας του εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα καθώς και ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθέσιμων μέσων και προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατά τροποποίηση της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 12 αυτής, για τους κρινόμενους με τον βαθμό του λογιστή και άνω, προβλέφθηκαν και άλλα προσόντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες της Τράπεζας, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως σύγχρονων τραπεζικών εργασιών, συστηματικής παρακολουθήσεως και διερευνήσεως των εξελίξεων της αγοράς χρήματος, επεξεργασίας μέτρων και ρυθμίσεων που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων και εκπροσώπησης της τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η γνώση και ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης.
Εξάλλου μέχρι το 1984 οι προαγωγές των υπαλλήλων της εναγομένης γίνονταν με βάση αξιολόγηση αυτών, στηριζόμενη και στη βαθμολογία για τα ουσιαστικά τους προσόντα, η οποία κατεχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα ποιότητας. Από το 1985 μέχρι το 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν με βάση βαθμολογία, που κατεχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5, με άριστα το 1.
Στη συνέχεια με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των υπαλλήλων που τροποποιήθηκε με τις 2/27-2-1987, 20/21-12-1990 και 15/29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε η εφαρμογή νέων φύλλων επίδοσης και νέου ειδικού κανονισμού σύνταξής τους, ενώ με απόφαση του 1992 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τροποποίηση του Οργανισμού, η αξιολόγηση γίνεται από γνωμοδοτικές επιτροπές, που συστήνονται κατ' έτος με πράξη του Διοικητή.
Οι επιτροπές αυτές, με βάση τα στοιχεία, που περιγράφονται στο έκτο κεφάλαιο του Ειδικού Κανονισμού σύνταξης φύλλων επίδοσης, κατατάσσουν όσους συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για προαγωγή. Οι πίνακες που συντάσσονται περιέχουν τη σειρά αξιολογήσεως, με βάση την αποδιδόμενη από την Επιτροπή συνολική και ανέλεγκτη βαθμολογία και παραδίδονται στον Διοικητή που τις εισάγει στο Γενικό Συμβούλιο.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 22-8-1972 και εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο, ακολούθησε την προβλεπόμενη στον Οργανισμό υπηρεσιακή εξέλιξη και τη 1-10-1988 προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη. Η εναγομένη παρέλειψε να τον προαγάγει στον επόμενο βαθμό, του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου, στον οποίο τελικώς προήχθη από 1-1-1997 με βάση την 555/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά (πρώην ΑΒΣΠ), γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1998 είχε παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια. Έχει υπηρετήσει στο Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων (ΙΕΤΑ) της εναγομένης μέχρι τη 1-2-1976 και στη συνέχεια στην Επιτροπή Προμηθειών, στην Υπηρεσία Λογιστηρίου, στην Υπηρεσία Κοστολόγησης, στην Υπηρεσία Προμηθειών και Λογιστηρίου και στη Μονάδα Προγραμματισμού, Ελέγχου Παραγωγής και Μελέτης Μεθόδων Εργασίας.
Υπεύθυνα καθήκοντα ανατέθηκαν σ' αυτόν α) από το 1979 που τοποθετήθηκε Αναπληρωτής Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Λογιστηρίου, β) από το 1983 που τοποθετήθηκε Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Λογιστηρίου και στη συνέχεια από το 1987 Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Κοστολόγησης, γ) από το 1990 που τοποθετήθηκε Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και δ) από το 1993 που τοποθετήθηκε Προϊστάμενος της Μονάδας Προγραμματισμού, Ελέγχου Παραγωγής και Μελέτης Μεθόδων Εργασίας, ενώ διετέλεσε μέλος σε μεγάλο αριθμό επιτροπών, στις οποίες εκπροσώπησε την εναγομένη τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Ειδικότερα υπήρξε μέλος του Συμβουλίου των Διευθυντών των Ευρωπαϊκών Νομισματοκοπείων και των Ομάδων Εργασίας που είχαν συσταθεί για τη μελέτη των διαφόρων θεμάτων για την έκδοση του κοινού ευρωπαϊκού μεταλλικού κέρματος (ΕΥΡΩ), συμμετείχε στη 13η Συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Νομισματικού Προγράμματος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής που έγινε τον Ιούνιο του 1994 στη Βιέννη, ως μέλος κλιμακίου της εναγομένης κατά την επίσκεψη στελεχών της στη Γεωργία τον Ιούλιο του 1995 και τον Φεβρουάριο του 1993 στο Ισραήλ και την Κύπρο με σκοπό τη συνεργασία της εναγομένης με τις κεντρικές τράπεζες των άνω κρατών.
Συμμετείχε επίσης σε μεγάλο αριθμό επιτροπών και ομάδων εργασίας που συστήθηκαν είτε από την εναγομένη είτε από το Υπουργείο Οικονομικών και είχαν ως σκοπό τη μελέτη των προβλημάτων που θα ανέκυπταν από την παραγωγή και κυκλοφορία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και την απόσυρση του εθνικού νομίσματος καθώς και την αξιολόγηση των ανάγλυφων προπλασμάτων του διαγωνισμού για την ευρωπαϊκή σειρά κερμάτων ΕΥΡΩ, σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές που είχαν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Η βαθμολογία του στα οκτώ επί μέρους προσόντα για τα έτη 1987, 1988 και 1989, για τα οποία συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της εναγομένης, με κλίμακα βαθμολογίας 1 - 5, με άριστα το 1 ήταν επτά 1 και ένα 2. Μετά το 1989 δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης. Για τις προαγωγές του 1998 στον βαθμό του υποδιευθυντή, με την 354/14-7-1997 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, συστήθηκε γνωμοδοτική επιτροπή (που ανασυστήθηκε με την 107/18-3-1998 πράξη του ίδιου), η οποία, αφού έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στο από 9-9-1998 πρακτικό κριτήρια, συμπεριέλαβε στους καταλόγους των προτεινομένων για προαγωγή, μεταξύ άλλων, τους .....
και ..... με σειρά κατάταξης 2 και 1 αντιστοίχως, οι οποίοι, με την από 9-9-1998 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, προήχθησαν στον προαναφερθέντα βαθμό, ενώ παραλείφθηκε ο ενάγων. Ο εκ των προαχθέντων και προς σύγκριση προτεινόμενος από τον ενάγοντα ομοιόβαθμος συνάδελφός του ..... (ως προς τον ....., ο αναιρεσείων παραιτήθηκε της συγκρίσεως με το αναιρετήριο) είχε τα ακόλουθα προσόντα:
Προσλήφθηκε στις 29-7-1974 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου τη 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια. Υπεύθυνα καθήκοντα ανατέθηκαν σ' αυτόν α) από 13-3-1981 που ορίστηκε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας, β) από 2-10-1986 που ορίστηκε Προϊστάμενος Υπηρεσίας, γ) από 29-9-1995 που ορίστηκε Προϊστάμενος Τμήματος και δ) από 14-11-1996 που ορίστηκε Υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου.
Κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 έχει βαθμολογηθεί με οκτώ 1 (άριστα σε όλα). Από τη γνωμοδοτική επιτροπή κατατάχθηκε πρώτος, ενώ έχει δώσει διάλεξη στο Ευγενίδειο Ίδρυμα με θέμα σχετικό με παίγνια επιχειρήσεων και έχει συμμετάσχει στην έκδοση συλλογικής μελέτης, αναφερομένης στη βιομηχανία βάμβακος στην Ελλάδα και στη σύνταξη συγγράμματος και ειδικών ευρετηρίων κινήσεως κεφαλαίων.
Από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του εν λόγω προαχθέντος προκύπτει ότι ο ενάγων ισοδυναμεί με αυτόν στους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών, υπερτερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα, την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, τη συμμετοχή σε επιτροπές και την εκπροσώπηση της εναγομένης, υστερεί δε έναντι αυτού ως προς τη βαθμολογία, την ειδική αρχαιότητα και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος άσκησε από το 1996 καθήκοντα υποδιευθυντή, ενώ ο ενάγων δεν άσκησε ποτέ τέτοια καθήκοντα.
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπεροχή και μάλιστα καταφανή του ενάγοντος έναντι του συναδέλφου του ....., διότι η υπεροχή του σε ορισμένα μόνο προσόντα, όπως αυτά εκτέθηκαν παραπάνω, δεν μπορεί, ενόψει του ότι μειονεκτεί σε άλλα, να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της γενικής αξιολόγησης της ουσιαστικής καταλληλότητας, κατάδηλη, δηλαδή τόσο σημαντική που να φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση του προαχθέντος.
Περαιτέρω για τις προαγωγικές κρίσεις στον βαθμό του υποδιευθυντή της 1-11-1999 συστήθηκε με την 236/20-5-1999 πράξη του Διοικητή της εναγομένης γνωμοδοτική επιτροπή, η οποία, αφού έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα στο από 3-11-1999 πρακτικό κριτήρια, συμπεριέλαβε στους καταλόγους των κρινόμενων για τον βαθμό του υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, τους ....., ....., .....
και ....., με σειρά κατάταξης 3, 5, 11, 15 και με βαθμό αξιολόγησης 382,13, 381,17, 359,33 και 354,17 αντιστοίχως, με άριστα το 400, οι οποίοι, με την 13/17-11-1999 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, προήχθησαν, ενώ παραλείφθηκε ο ενάγων. Οι εν λόγω προαχθέντες ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος είχαν τα ακόλουθα προσόντα: 1) .....:
Προσλήφθηκε στις 2-8-1976 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου τη 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής και του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ. Γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ έχει παρακολουθήσει δεκατρία επιμορφωτικά σεμινάρια. Του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 9-11-1981, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων από 1-8-1990, Ειδικών Λογαριασμών Εξωτερικού από 17-10-1991, Σχέσεων με τις τράπεζες από 27-5-1992 και Προϊσταμένου Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων από 28-9-1995.
Κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 έχει βαθμολογηθεί από τον Α΄ κριτή με επτά 1 και ένα 2 και από τον Β΄ κριτή με οκτώ 1 (άριστα σε όλα). Από τη γνωμοδοτική επιτροπή κατατάχθηκε τρίτος. Από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους προκύπτει ότι ο ενάγων ισοδυναμεί με αυτόν στην ειδική αρχαιότητα, στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, στη γνώση ξένων γλωσσών, υπερτερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα και την εκπροσώπηση της εναγομένης, υστερεί δε έναντι αυτού ως προς τη βαθμολογία και τους τίτλους σπουδών. 2) .....:
Προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου τη 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (Τμήματος Νομικής και Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών). Γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα, καλά την αγγλική και ιταλική και μέτρια την ισπανική. Έχει παρακολουθήσει τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια.
Η βαθμολογία του για τα έτη 1986 και 1987 σε έξι επιμέρους προσόντα ήταν πέντε 1 και ένα 2, ενώ τα επόμενα έτη δεν κρίθηκε λόγω της αμέσως παρακάτω ιδιότητας του. Από το 1987 είναι Πρόεδρος του ΣΥΤΕ και σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ. γ της από 4-8-1982 ΣΣΕ μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών και το άρθρο 29 του ν.1346/1983, είναι αποσπασμένος από την υπηρεσία της Τράπεζας, ο δε χρόνος της απόσπασής του από το 1987 μέχρι σήμερα λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ.
δ΄ της ίδιας ΣΣΕ. Πριν από την απόσπασή του υπηρετούσε στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης (Τμήμα Διαχειρίσεως Συναλλάγματος). Από τη γνωμοδοτική επιτροπή κατατάχθηκε πέμπτος, ενώ έχει συγγράψει μεγάλο αριθμό μελετών και άρθρων στην ελληνική, γαλλική και αγγλική γλώσσα. Από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους προκύπτει ότι ο ενάγων ισοδυναμεί με αυτόν στην βαθμολογία, υπερτερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα, στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την παρακολούθηση σεμιναρίων και την εκπροσώπηση της εναγομένης, υστερεί δε έναντι αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, την ειδική αρχαιότητα και τη γνώση ξένων γλωσσών. 3) .....:
Προσλήφθηκε στις 16-4-1976 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου τη 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος Μαθηματικών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος (master) στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, ενώ έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό σε θέματα πληροφορικής.
Του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Ανάπτυξης και Υποστήριξης Συστημάτων Πληροφορικής από 12-1-1984 και Προϊσταμένου του ίδιου τμήματος από 26-2-1993 και του Τμήματος Μηχανεπεξεργασίας από 22-9-1995. Κατά τα έτη 1987, 1988 και 1989 έχει βαθμολογηθεί με επτά 1 και ένα 2. Από τη γνωμοδοτική επιτροπή καττάχθηκε ενδέκατος.
Από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους προκύπτει ότι ο ενάγων ισοδυναμεί με αυτόν στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την παρακολούθηση σεμιναρίων, τη βαθμολογία και τη γνώση ξένων γλωσσών, υπερτερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα και την εκπροσώπηση της εναγομένης, υστερεί δε έναντι αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών και την ειδική αρχαιότητα. 4) .....:
Προσλήφθηκε στις 13-8-1974 και προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου τη 1-7-1994. Είναι πτυχιούχος της ΠΑΣΠΕ (των Τμημάτων Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης). Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια. Του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 6-12-1976, Προϊσταμένου Τμήματος από 16-2-1995 και Υποδιευθυντή του Υποκαταστήματος Πειραιώς από 18-3-1996.
Κατά το έτος 1987 έχει βαθμολογηθεί από τον Α΄ κριτή με έξι 1 και δύο 2 και από τον Β΄ κριτή με επτά 1 και ένα 2, το 1988 είχε την ίδια βαθμολογία και το 1989 είχε βαθμολογηθεί με επτά 1 και ένα 2. Από τη γνωμοδοτική επιτροπή κατατάχθηκε δέκατος πέμπτος. Από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους προκύπτει ότι ο ενάγων υπερτερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα, στην παρακολούθηση σεμιναρίων και την εκπροσώπηση της εναγομένης και ελαφρώς ως προς τη βαθμολογία και τη γνώση ξένης γλώσσας, υστερεί δε έναντι αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, την ειδική αρχαιότητα και την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού ο συγκρινόμενος άσκησε από το 1996 καθήκοντα υποδιευθυντή, ενώ ο ενάγων δεν άσκησε ποτέ τέτοια καθήκοντα.
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταφανή υπεροχή του ενάγοντος έναντι των παραπάνω συναδέλφων του, διότι η υπεροχή του σε ορισμένα μόνο προσόντα, όπως αυτά προεκτέθηκαν, δεν μπορεί, ενόψει του ότι μειονεκτεί σε άλλα, να θεωρηθεί, στο πλαίσιο της γενικής αξιολόγησης της ουσιαστικής καταλληλότητας, κατάδηλη, δηλαδή τόσο σημαντική που να φανερώνει αδιαμφισβήτητη έναντι αυτού υστέρηση των προαχθέντων.
Ακόμη, οι πρόσθετες δραστηριότητες του ενάγοντος, δηλαδή η συμμετοχή του στις προαναφερθείσες επιτροπές και οι προτάσεις που υπέβαλε στην εναγομένη σε θέματα σχεδίασης και εκτύπωσης τραπεζογραμματίων, δεν αρκούν, συνεκτιμώμενες με τα αξιαλoγηθέντα πιο πάνω προσόντα, για την κατάφαση πρόδηλης υπεροχής του, δεδομένου ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος συναφείς προς το αντικείμενο των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε καταφανής υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των προαναφερόμενων πέντε συναδέλφων του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι η παράλειψή του και η αντ' αυτού προαγωγή εκείνων στον βαθμό του υποδιευθυντή κατά τις κρίσεις της 9-9-1998 (όσον αφορά τον .....) και 1-11-1999 (όσον αφορά τους λοιπούς) δεν ήταν καταφώρως άδικη, έτσι δε δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.
Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ και επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει γιαυτό να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 5684/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ