Legislator Case Law & Legislation
1835/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on interest calculation for partner profits under Greek Commercial Code.

Case Number 1835/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a partnership dispute. The lower court incorrectly ruled that partner profits were not interest-bearing, ignoring the partnership agreement and statutory requirements. The court found the lower court violated Article 762 of the Commercial Code and ordered the company to pay the plaintiff the correct interest amounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 762, 580 § 3 of the Commercial Code; The court must apply statutory rules on interest-bearing profits when partnership statutes are silent or ambiguous, and partial annulment of a final judgment is permissible when only specific legal errors are identified.

Keywords

AI generated
Commercial Code interest partnership profit distribution annulment of final judgment statutory interest calculation Greek commercial law

Cited Legislation

AI generated
Article 762 of the Commercial Code
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1835 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1835/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "INNOVATIVE MEDICAL TECHNOLOGIES Co", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σάμιο. και

Β. Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σάμιο.

Των αναιρεσίβλητων:

1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "INNOVATIVE MEDICAL TECHNOLOGIES Co", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και

2) Α. Β. του Σ., κατοίκου ... Και οι δύο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Μαραβέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-10-2015 αγωγή του ήδη Α. αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3518/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5246/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η Α .αναιρεσείουσα εταιρία με την από 28-01-2024 αίτησή της και Β. αναιρεσείων με την από 29-10-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις κρινόμενες από 28-1-2024 και 29-10-2024 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 5246/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης:

Ο ενάγων Ν. Κ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-10-2015 αγωγή ζητώντας, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το ποσό των 1.794.015,65 € με το νόμιμο τόκο για το επιμέρους ποσό κερδών κάθε εταιρικής χρήσης από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, επικουρικώς δε να αναγνωριστεί η ίδια υποχρέωση των εναγόμενων ερειδόμενη στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, του οποίου τα στοιχεία επικαλείτο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθ. 3518/2019 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού προηγουμένως απέρριψε την αγωγή: α) ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, ως προς τη 2η εναγόμενη και β) ως νόμω αβάσιμη ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, κατά τα λοιπά, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 762, 763 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, την ερεύνησε δε κατ' ουσίαν και την έκανε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της 1ης εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 426.578 €, με το νόμιμο τόκο για το επιμέρους ποσό των 161.612 € από την 1-1-2005, για το επιμέρους ποσό των 10.429 € από 1-1-2007 και για το επιμέρους ποσό των 254.537 € από την 1-1-2009 και μέχρι την εξόφληση.

Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκαν: α)εκ μέρους του ενάγοντος η από 4-2-2021 έφεση και β)εκ μέρους της πρώτης εναγομένης η από 21-5-2021 αντίθετη έφεση, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που βλάπτει τον καθένα, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κάθε έφεσης (σημειώνεται ότι με την υπό στοιχείο β' έφεση δεν προβλήθηκε παράπονο για την απόρριψη της αγωγής ως προς τη 2η εναγομένη καθώς και για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής), έτσι ώστε ως προς μεν τον εκκαλούντα-ενάγοντα να γίνει δεκτή η αγωγή για ολόκληρο το αιτηθέν ποσό, ως προς δε την εκκαλούσα-εναγομένη ν' απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της.

Αφού συνεκδικάστηκαν αμφότερες οι εφέσεις, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 5246/2023 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 4-2-2021 έφεση ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη/εναγομένη/αναιρεσίβλητη με το σκεπτικό ότι με την έφεση δεν προβάλλεται παράπονο για την απόρριψη της αγωγής ως προς αυτήν παρά μόνον για την εν μέρει απόρριψη κατ'ουσίαν της αγωγής ως προς την 1η εναγομένη/1η εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Α.

Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", με συνέπεια να μην έχει μεταβιβαστεί η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς την διάδικο αυτή , η οποία δεν νομιμοποιείτο παθητικά ως εφεσίβλητη. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτη και η από 29-10-2024 αίτηση αναίρεσης του Ν. Κ. κατά της 2ης αναιρεσίβλητης Α. Β., καθόσον δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης για την απορριπτική, όσον αφορά την 2η εφεσίβλητη/αναιρεσίβλητη, διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως και θα πρέπει αυτή να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων Ν.

Κ. στη δικαστική δαπάνη της 2ης αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και υπέβαλε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ.176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό. Κατά τα λοιπά έγιναν τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση , έγινε εν μέρει δεκτή η από 5-10-2015 αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της 1ης εναγομένης ως άνω εταιρίας να καταβάλει στον ενάγοντα Ν.

Κ. το ποσό των 283.906,36 € νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 §1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 § 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι καταβλήθηκαν τα νόμιμα παράβολα των 450 ευρώ για εκάστη (άρθ. 495 § 3Βδ ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να συνεκδικαστούν λόγω του ότι είναι αντίθετες μεταξύ τους, όπως προεκτέθηκε, καθόσον σε αμφότερες είναι οι ίδιοι διάδικοι που στρέφονται κατά της ίδιας τελεσίδικης απόφασης, ενώ έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθ. 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ'άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ), και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων τους (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Ι. Επι της από 28-1-2024 αίτησης αναίρεσης της εταιρίας με την επωνυμία "Α.Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται.

Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018). Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 715/2024, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1711/2017, ΑΠ 1289/2008) και συνεπώς για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να είχε προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 715/2024, ΑΠ 641/2021, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 1420/2015).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της, που υπέβαλε τόσον με τις πρωτόδικες προτάσεις όσον και με τον 4ο λόγο εφέσεως (§ 60), με βάση τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, για το λόγο ότι αναφερόταν σ'αυτήν ότι ο ενάγων είχε λάβει το ποσό των 1500 ευρώ, πλην όμως δεν μείωσε αντίστοιχα τις αξιώσεις του έναντι της 1ης εναγομένης/αναιρεσείουσας, ούτε ανέφερε σε ποια χρήση αντιστοιχούσε το ποσό αυτό.

Αναφέρει δε ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον λόγο της έφεσής της περί εξόφλησης της απαίτησης του ενάγοντος κατά το ποσό των 1500 ευρώ με το σκεπτικό ότι η 1η εναγομένη δεν προσδιόρισε το χρόνο κατάθεσης αυτού. Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 21-5-2021 έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή με τον 4ο λόγο εφέσεως, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή ήταν αόριστη διότι ο ενάγων αναφέρει ότι έλαβε έναντι των κερδών της εταιρίας μόνο το ποσό των 1.500 ευρώ χωρίς όμως να αναφέρει πότε καταβλήθηκε το ποσό αυτό.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή απέρριψε τον ισχυρισμό της 1ης εναγομένης περί μερικής εξόφλησης του ενάγοντος με το σκεπτικό ότι αυτός ήταν απαράδεκτος ως νέος αυτοτελής ισχυρισμός στην έκκλητη δίκη, προταθείς χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθ. 527 ΚΠολΔ και ότι σε κάθε περίπτωση προβάλλεται αορίστως επειδή δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής του εν λόγω ποσού.

Ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συνεπώς είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο έκρινε περί του παραδεκτού υποβολής και εν ταυτώ του ορισμένου της ενστάσεως μερικής εξοφλήσεως, που αναφέρει μεν καθ'υποφοράν στην αγωγή του ο ενάγων πλην όμως δεν αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής, αλλά της ενστάσεως, την οποία βαρύνεται να προσδιορίσει επαρκώς η ενιστάμενη 1η εναγόμενη ως ωφελούμενη από αυτήν.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), ακόμα και εάν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 1363/2008).

Δεν καθιδρύεται, τέλος, ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1890/2022, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 1326/2011).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019), οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 712/2016, ΑΠ 1277/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που περιεχόταν τόσον στις πρωτόδικες όσον και τις κατ'έφεση προτάσεις της ότι στις 30-11-2009 οι εταίροι της ΕΕ δηλ. και ο ενάγων, συμφώνησαν να μην γίνει περαιτέρω ανάληψη και διανομή κερδών πέραν της τελευταίας με ημερομηνία 31-10-2009, ώστε τα κέρδη της χρονιάς που θα προκύψουν κατά τη σύνταξη του ισολογισμού να παραμείνουν στη διάθεση ης εταιρίας ως αποθεματικό για μελλοντικές και επενδύσεις με συνέπεια, λόγω της συμφωνίας αυτής, να μην δικαιούται ουδέν ποσό ο ενάγων για την εν λόγω χρήση. Ότι αν τον είχε εξετάσει, θα κατέληγε στο ότι αυτός ήταν βάσιμος κατ'ουσίαν.

Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η αναιρεσείουσα "Α.Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" δεν αμφισβήτησε ότι τα ποσά που ο ενάγων Ν. Κ. ισχυρίστηκε με την αγωγή ότι εδικαιούτο, είναι τα αναλογούντα σε αυτόν κέρδη για τις χρήσεις 2003 έως και 2009. Ότι αν η προσβαλλόμενη είχε λάβει υπόψη της τους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς της, θα είχε εκδώσει ευνοϊκή γι'αυτήν απόφαση. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της το από 30-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό και κατ'ακολουθίαν τον ως άνω εμπεριεχόμενο σ'αυτό αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, το οποίο σημειωτέον ότι με βάση διαταχθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη στα πλαίσια διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, κρίθηκε πλαστό κατά την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου Ν. Κ., δεχθέν όμως ότι "η γνησιότητα ή μη της υπογραφής του ενάγοντος στο από 30-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν επιδρά στην παρούσα δίκη, καθόσον από τη συνδυαστική αξιολόγηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προέβη στις απολήψεις κερδών, που είναι καταχωρημένες στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εναγομένης...". Καταδεικνύεται συνεπώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και εξέτασε τον εν λόγω ισχυρισμό πλην όμως τον έκρινε αβάσιμο και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αναίρεσης, σχετικά με το ότι εσφαλμένα έκρινε η προσβαλλομένη ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε τους συγκεκριμένους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, αυτός δεν υπάγεται στον έλεγχο της προσβαλλόμενης από τον αριθ. 8, καθόσον η εσφαλμένη παραδοχή της αμφισβήτησης ή όχι αγωγικού ισχυρισμού, όταν δεν γίνεται μνεία ότι αυτή εμπεριέχεται σε λόγο έφεσης (ΑΠ 894/2011) δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του νόμου, και συνεπώς ο λόγος από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι, κατά το δεύτερο σκέλος του, απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι ενώ στις σελ. 17-18 δέχεται ότι όπως προκύπτει από το απο 30-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι εταίροι είχαν αποφασίσει να μη γίνει άλλη περαιτέρω ανάληψη και διανομή κερδών πέραν της τελευταίας, που έλαβε χώρα 19-2-2009, στη συνέχεια (σελ. 25) δέχεται, αντιφατικά, ότι ο ενάγων δικαιούτο να εισπράξει επιπλέον των 60.000 ευρώ που είχε εισπράξει για τη χρήση του 2009 και άλλες 215.589,94 ευρώ.

Ότι με τον τρόπο αυτό παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 361 και 762 ΑΚ, αφού ούτω δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή έκρινε ότι το συνταχθέν και υπογραφέν από όλους τους εταίρους της εναγομένης από 30-11-2009 "ιδιωτικό συμφωνητικό", στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "Κατόπιν της αναγνωρισμένης απολήψεως των κερδών των προηγούμενων ετών από τους εταίρους, όπως φαίνονται στα μηχανογραφημένα βιβλία της εταιρίας...

αποφασίζουν την εκ νέου αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 600.000 € με εισφορά του καθενός ανάλογη με το ποσοστό συμμετοχής του, όπως φαίνεται στο ανωτέρω τελευταίο καταστατικό.

Επίσης, αποφασίζεται ότι δεν θα γίνει περαιτέρω ανάληψη και διανομή κερδών πέραν της τελευταίας με ημερομηνία 19/2/2009, ώστε τα κέρδη της χρονιάς που θα προκύψουν κατά τη σύνταξη του ισολογισμού να παραμείνουν στη διάθεση της εταιρίας ως αποθεματικό για μελλοντικές ανάγκες και επενδύσεις" είναι πλαστό ως προς την υπογραφή του ενάγοντος Ν. Κ. με βάση τη διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε στα πλαίσια ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης, πλην όμως δέχθηκε ότι "Η γνησιότητα ή μη της υπογραφής του ενάγοντος στο από 30-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν επιδρά στην παρούσα δίκη, καθόσον από τη συνδυαστική αξιολόγηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προέβη στις απολήψεις κερδών, που είναι καταχωρημένες στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εναγομένης...".

Δέχθηκε δε περαιτέρω ότι "Τα παραπάνω ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη ότι αποτελούν τα αναλογούντα κέρδη του ενάγοντος για το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003-2009 και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύονται από τη συναξιολόγηση των προσκομισθεισών αποδείξεων, ο ενάγων δήλωσε στις φορολογικές του δηλώσεις κατόπιν έκδοσης σχετικών βεβαιώσεων από τον λογιστή της εναγομένης, ο οποίος για κάθε φορολογικό έτος εξέδιδε φορολογική βεβαίωση για τα κέρδη που αναλογούσαν σε κάθε εταίρο, τα οποία έπρεπε να καταχωρήσουν οι εταίροι στις ατομικές φορολογικές δηλώσεις τους, είτε τα είχαν πράγματι εισπράξει από την εναγομένη, εν όλω ή εν μέρει, είτε όχι, όπως περί τούτου κατέθεσε σχετικώς ο ως άνω λογιστής ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγων είχε εισπράξει τα χρηματικά ποσά που έχουν καταχωρηθεί ως απολήψεις κερδών στον ατομικό λογιστικό του λογαριασμό έναντι των αναλογούντων σ' αυτόν κερδών για τις επίδικες εταιρικές χρήσεις, τα κέρδη που απέμεναν προς είσπραξη υπολογίζονται: α) για την 1η εταιρική χρήση των ετών 2003 και 2004 στο ποσό των € 161.612,13 (333.112,13 - 171.500), β) για την 3η εταιρική χρήση του έτους 2006 στο ποσό των € 43.322,60 (229.477,71 - 186.155,11), γ) για την 5η εταιρική χρήση του έτους 2008 στο ποσό των 314.312,23 (414.312,23 - 100.000) και δ) για την 6η εταιρική χρήση του έτους 2009 στο ποσό των € 215.589,94 (275.589,94 - 60.000) και συνολικά στο ποσό των € 734.836,90 (161.612,13 + 43.322,60 + 314.312,23 + 215.589,94)".

Από τις παραδοχές αυτές ουδεμία προκύπτει αντίφαση ως προ τις αιτιολογίες, αφού η προσβαλλομένη δεν δέχεται ως αληθή τα όσα διαλαμβάνονται στο ως πλαστό κριθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είναι σαφές ότι δεν λαμβάνει υπόψη ως παρέχον αξιοπιστία, δεχόμενη ότι τα εις αυτό αναγραφόμενα δεν επηρεάζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο βασίζεται σε άλλα έγγραφα, τα οποία λαμβάνει υπόψη και συναξιολογεί, η δε κρίση του αυτή ως κρίση περί τα πράγματα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθ.559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.

σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτήν περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 757/2015).

Εξάλλου, η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, πρέπει δε να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό (ΑΠ 947/2014). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων "καθολικό λογαριασμού 33.07.03 Κ. Ν. Δοσοληπτικοί Λογαριασμοί Εταίρων" με ημερομηνία εκτύπωσης 13.2.2018, τα οποία η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε, δίδοντας άλλο περιεχόμενο στα έγγραφα αυτά , δεχόμενη οφειλές που δεν υπάρχουν στα έγγραφα αυτά. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε και άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ένορκες καταθέσεις κλπ. ) και δεν αρκέστηκε μόνο στις μνημονευόμενες λογιστικές καταστάσεις. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του που περιέχεται στις προτάσεις του (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΙΙ. Επί της από 29-10-2024 αίτησης αναίρεσης του Ν. Κ. Επειδή στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ ) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθ. 438 επ., 441, 445 ΚΠολΔ), μετά την τροποποίηση του άρθ. 340 ΚΠολΔ με το άρθ. 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του ν. 4335/2015, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού περιορίζεται σημαντικά.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 ΚΠολΔ, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Κατ` εξαίρεση και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ.

β` ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου υπάρχει, όταν τα μέρη κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως συνδέονταν με τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες κοινωνικές και συναλλακτικές αντιλήψεις, η αξίωση σύνταξης εγγράφου να εμφανίζεται ως ανοίκεια, μη ανεκτή δυσπιστία.

Όταν δηλαδή κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, για λόγους ηθικής τάξης ή και ψυχολογικούς ακόμη, η αξίωση σύνταξης εγγράφου, υπό τις ιδιάζουσες αυτές σχέσεις ή καταστάσεις, θα υποδήλωνε έλλειψη εμπιστοσύνης με συνέπεια τον κλονισμό των σχέσεων των μερών, και ενδεχομένως τη ματαίωση της δικαιοπραξίας.

Ο δεσμός αυτός, μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός. Η απόδειξη για το γεγονός από το οποίο μπορεί να προκόψει ηθική αδυναμία, το οποίο (γεγονός) επικαλείται ο υπόχρεος σε απόδειξη, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα που είναι ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 60/2024, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1004/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία (ΑΠ 907/2005) για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή , όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 897/2017).

Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019) και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ώστε να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 1079/2019).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθ. 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λπ., όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα τούτου ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 15/2019, ΑΠ 576/2018).

Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, κατέληξε σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου τούτου απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, ποια "πράγματα" δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό ή ότι αρκέστηκε σε πιθανολόγηση, ενώ έπρεπε, κατά νόμο, να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση (ΑΠ 47/2023).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11α του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για την απόληψη από τον ενάγοντα/αναιρεσείοντα του ποσού των 150.000 ευρώ από το ταμείο της εταιρίας την εσφαλμένη, κατά τις παραδοχές της, εγγραφή στο δοσοληπτικό του λογαριασμό ποσού 164.408,69 ευρώ σε συνδυασμό με την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Γ. χωρίς να υπάρχει έγγραφη απόδειξη, κατά παράβαση του άρθ. 393 ΚΠολΔ (αριθ. 11α).

Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αληθή την καταβολή στον αναιρεσείοντα του υπολοίπου ποσού του 1.644.015,65 ευρώ χωρίς να προσκομιστεί καμία απόδειξη είσπραξης κατά παράβαση του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, ότι "λόγω της μακροχρόνιας φιλικής σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα με τον Κ. Β. και της σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους (όπως και με τη σύζυγο του εξ αυτών Κ. Β., Α. Β.), στην οποία κατά κύριο λόγο στηριζόταν η ίδρυση και η λειτουργία της εναγομένης προσωπικής εταιρίας, όταν διανέμονταν τα κέρδη της εταιρίας δεν υπέγραφαν παραστατικά έγγραφα για την είσπραξη του εκάστοτε εισπραττόμενου ποσού, μολονότι για την ορθή τήρηση των μηχανογραφημένων λογιστικών βιβλίων της ο λογιστής της εναγομένης καταχωρούσε στο σύστημα, ως παραστατικό, συγκεκριμένη απόδειξη πληρωμής, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα". Δέχθηκε δηλ. κατ'ανέλεγκτη κρίση, ότι συνέτρεχε εν προκειμένω ο λόγος εξαίρεσης του άρθ. 394 ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η εξόφληση αποτελεί , όπως προεκτέθηκε, υλική πράξη και δεν εμπίπτει στον απαγορευτικό κανόνα του άρθ. 393 ΚΠολΔ. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι "από τη συνδυαστική αξιολόγηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προέβη στις απολήψεις κερδών, που είναι καταχωρημένες στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εναγομένης..." σχημάτισε δηλ. την κρίση της από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 692/2017) ή που έχει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή για το αν συνέβησαν ή όχι τα πιο πάνω γεγονότα, όλα ανεξαιρέτως, είτε θετικά είτε αρνητικά, εφόσον αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 688/2009).

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται το αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προκειμένου να αιτιολογήσει την παραδοχή της είσπραξης των επίδικων κερδών από τον ενάγοντα/αναιρεσείοντα αναφέρεται στην μη απόδειξη από αυτόν άλλης επαγγελματικής του ενασχόλησης για το επίδικο χρονικό διάστημα και στο γεγονός πως δεν αποδεικνύεται ότι διέθετε άλλους πόρους εισοδήματος προς κάλυψη των ατομικών και οικογενειακών του δαπανών διαβίωσης και ότι την οικονομική βοήθεια από τον πατέρα του ποσού 300.000€, την οποία έλαβε κατόπιν πωλήσεως από εκείνον ακινήτου στην περιοχή του Χολαργού, η προσβαλλόμενη την απέρριψε με εσφαλμένη αιτιολογία. Ότι ενώ το αγωγικό του αίτημα ήταν η απόδοση σ'αυτόν των κερδών από τη λειτουργία της ΕΕ κατά το χρονικό διάστημα από 2003 έως 2009, τα οποία η εναγομένη έχει το βάρος να αποδείξει ότι καταβλήθηκαν στον ενάγοντα, αντ'αυτού το Εφετείο το αντέστρεψε βαρύνοντάς τον με την απόδειξη των προπαρατεθέντων.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παράβαση από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αλλά και εσφαλμένες αιτιολογίες, κατά τα ειδικότερα σ'αυτόν αναφερόμενα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 16-1-2003 ιδιωτικού εγγράφου (καταστατικού), το οποίο δημοσιεύθηκε νομίμως και καταχωρήθηκε στις 23-1-2003 στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 979, συστήθηκε, με έδρα τον Χολαργό Αττικής, η εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΙNNOVAT

ΙVE MEDICAL TECHNOLOGIES Cο.", με ομόρρυθμη εταίρο την Α. Β. και ετερόρρυθμους εταίρους τον Κ. Β. και τον ενάγοντα, Ν. Κ., οι οποίοι διατηρούσαν φιλική σχέση από την παιδική τους ηλικία. Άπαντες οι εταίροι είχαν προηγούμενη επιχειρηματική εμπειρία στον κλάδο της εμπορίας ιατρικών ειδών, καθόσον ο μεν ενάγων κατείχε μέχρι τη σύσταση της εναγομένης εταιρίας τη θέση του διευθυντή πωλήσεων σε άλλη επιχείρηση συναφούς αντικειμένου, οι δε Α.

Β. και Κ. Β., που είναι σύζυγοι, διατηρούσαν παράλληλα και την ετερόρρυθμη εταιρία εμπορίας ιατρικών ειδών με την επωνυμία "Κ. Β. και ΣΙΑ Ε.Ε.", επιπλέον δε ο Κ. Β. διατηρούσε και ατομική επιχείρηση συναφούς αντικειμένου. Σύμφωνα με το καταστατικό της εναγομένης εταιρίας: α) σκοπός αυτής ορίστηκε η εισαγωγή (από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τρίτες χώρες) και εμπορία παντός είδους ιατρικού προϊόντος - μηχανήματος και εν γένει η αντιπροσώπευση και αποκλειστική διανομή εμπορικών οίκων του εξωτερικού και του εσωτερικού, η συμμετοχή σε άλλες επιχειρήσεις που έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασιών και κάθε άλλη παρόμοια εργασία (άρθρο 4), β) το εταιρικό κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των € 10.000 και για το σχηματισμό του εισέφεραν ο ενάγων το ποσό των € 5.000, η Α.

Β. το ποσό των € 2.000 και ο Κ. Β. το ποσό των € 3.000, ενώ η συμμετοχή των εταίρων τόσο στο εταιρικό κεφάλαιο, όσο και στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας, ορίστηκε για τον ενάγοντα σε ποσοστό 50%, για την Α. Β. σε ποσοστό 20% και για τον Κ. Β. σε ποσοστό 30% (άρθρο 5), γ) διαχειριστής ορίστηκε η ομόρρυθμη εταίρος Α. Β. (άρθρο 6), δ) η εταιρική χρήση ορίστηκε ότι θα είχε διάρκεια 12 μηνών, που θα άρχιζε την 1η Ιανουαρίου και θα έληγε την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, ενώ, κατ' εξαίρεση, η πρώτη εταιρική χρήση ορίστηκε ότι θα άρχιζε από τη νόμιμη σύσταση της εταιρίας και θα έληγε την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2004 (άρθρο 7 § 1), ε) για την αντιμετώπιση των ατομικών και οικογενειακών αναγκών ορίστηκε ότι κάθε εταίρος θα εδικαιούτο κατά μήνα σε λογιστικές απολήψεις από το ταμείο της εταιρίας μέρους των κερδών που είχαν πραγματοποιηθεί ή που θα προσδοκούνταν με βεβαιότητα και ότι οι απολήψεις στο τέλος της χρήσης θα συμψηφίζονταν με τα καθαρά κέρδη που θα αναλογούσαν στον κάθε εταίρο σύμφωνα με το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία (άρθρο 7 § 3), στ) ως καθαρά κέρδη προσδιορίστηκαν τα απομένοντα ποσά μετά την αφαίρεση από τα ακαθάριστα κέρδη παντός εξόδου ή ζημίας, ως επίσης και των νομίμων αποσβέσεων παντός άλλου εταιρικού βάρους (άρθρο 7 § 4) και ζ) στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης ορίστηκε ότι γίνεται απογραφή της εταιρικής περιουσίας, συντάσσεται ισολογισμός αυτής και προσδιορίζονται με κάθε δυνατή ακρίβεια τα καθαρά κέρδη, τον δε ισολογισμό, την απογραφή και τον πίνακα αποτελεσμάτων (καθαρών κερδών) υπογράφουν υποχρεωτικά όλοι οι εταίροι και η υπογραφή αυτή έχει την έννοια της ανεπιφύλακτης αναγνώρισης, που μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο στην περίπτωση που ανακαλυφθούν μεταγενέστερα λάθη λογιστικά ή αριθμητικά (άρθρο 7 § 5).

Κατά το έτος 2009 τροποποιήθηκε δύο φορές το καταστατικό της εναγομένης λόγω ισάριθμων διαδοχικών αυξήσεων του κεφαλαίου της και συγκεκριμένα με το από 29-6-2009 ιδιωτικό έγγραφο τροποποίησης και κωδικοποίησης καταστατικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στις 30-6-2009 στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αύξοντα αριθμό 10504, το αρχικό εταιρικό κεφάλαιο των € 10.000 αυξήθηκε κατά το ποσό των € 110.000, ενώ με το από 9-12-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης και κωδικοποίησης του καταστατικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 20368, αυξήθηκε το ήδη αυξημένο κεφάλαιο των € 120.000 κατά το ποσό των € 600.000, με αποτέλεσμα, κατόπιν της δεύτερης αυτής αύξησης κεφαλαίου, το εταιρικό κεφάλαιο να ανέλθει στο συνολικό ποσό των € 720.000.

Από την έναρξη της λειτουργίας της εναγομένης εταιρίας και μέχρι το έτος 2010, στο πλαίσιο της επίτευξης του εταιρικού σκοπού, ο ενάγων πρόσφερε σε καθημερινή βάση, χωρίς αμοιβή, την εργασία του στην εναγομένη ως προϊστάμενος του τμήματος πωλήσεων, συναλλασσόμενος και διαπραγματευόμενος με τις διοικήσεις των νοσοκομείων και των κλινικών, καθώς και με τους εν γένει πελάτες της εναγομένης για τους όρους πώλησης προς αυτούς των ιατρικών ειδών που εμπορευόταν η εναγομένη, εισπράττοντας ενίοτε το τίμημα των πωλήσεων για λογαριασμό της τελευταίας, το οποίο, αξίζει να σημειωθεί, ότι καταβαλλόταν από τους πελάτες, ιδίως τους ιδιώτες, κατά κανόνα με μετρητά, ενόψει και της έλλειψης νομοθετικής ρύθμισης την εποχή εκείνη που να επιβάλλει την πληρωμή του μέσω τράπεζας από ορισμένο ποσό και πάνω.

Λόγω της ενεργούς ανάμειξης του ενάγοντος στις πωλήσεις της εταιρίας και της τακτικής ενημέρωσης που λάμβανε από τους υφισταμένους του κατά την άσκηση εποπτείας στον συγκεκριμένο τομέα ευθύνης του, είχε ιδία αντίληψη και πλήρη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας και των κερδών που εισέρχονταν στο ταμείο της, έχοντας επιπλέον τη δυνατότητα να διαπιστώνει την ορθότητα ή μη της λογιστικής τους αποτύπωσης στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρίας με τη χρήση προσωπικών κωδικών πρόσβασης σ' αυτό, δυνατότητα που είχαν και οι λοιποί δύο εταίροι.

Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν είχε καμία άλλη επαγγελματική ενασχόληση και μοναδική πηγή εισοδήματός του ήταν η συμμετοχή του στα κέρδη της εναγομένης εταιρίας, τα οποία λάμβανε, όπως και οι λοιποί εταίροι, με απολήψεις μετρητών κατά τη διάρκεια κάθε εταιρικής χρήσης έναντι των κερδών που θα προέκυπταν στο τέλος αυτής, καταχωρούμενης κάθε απόληψης στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, τόσο στο αναλυτικό καθολικό της επιχείρησης (υπ' αριθ. 38.00.00.0000 λογαριασμός), που αποτελεί τον λογαριασμό του "κεντρικού ταμείου" της, όσο και στον ατομικό δοσοληπτικό λογαριασμό του (υπ' αριθ. 33.07.03) και μάλιστα σε αμφότερες τις περιπτώσεις με την ένδειξη "ΑΠΟΛΗΨΕΙΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΚΕΡΔΩΝ" και με επιπλέον προσδιορισμό, εκτός άλλων, της ημερομηνίας καταχώρησης της εγγραφής και του με αύξοντα αριθμό παραστατικού που τη δικαιολογούσε, το οποίο ήταν απόδειξη πληρωμής από απλό μπλοκ αποδείξεων, με αριθμό σειράς ''ΝΚ'', που αποτελούσε ακρωνύμιο των αρχικών κεφαλαίων γραμμάτων του ονοματεπωνύμου του (Ν.

Κ.), ενώ αντίστοιχα σχηματιζόταν ο αριθμός σειράς των καταχωρούμενων αποδείξεων πληρωμής για τους λοιπούς δύο εταίρους, που ήταν ''ΑΒ'' για την Α. Β. και ''ΚΒ'' για τον Κ. Β. Τις παραπάνω καταχωρήσεις πραγματοποιούσε κατά κανόνα ο λογιστής της εναγομένης, Χ. Γ., ο οποίος είχε την ευθύνη για την ορθή τήρηση του μηχανογραφημένου λογιστηρίου της εναγομένης και οριστικοποιούσε τις εγγραφές, έστω κι αν ορισμένες από αυτές είχαν γίνει από κάποιον εταίρο (όπως π.χ.

από τον Κ. Β., ο οποίος έκανε τις αρχικές καταχωρήσεις για τις απολήψεις κερδών του ενάγοντος κατά τα έτη 2003 και 2004), όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες συνοπτικές μηχανογραφημένες καταστάσεις για τις απολήψεις κερδών του ενάγοντος κατά τα έτη 2003 έως και 2009, όπου αναφέρεται το όνομα "Χ." τόσο ως "χρήστης δημιουργίας" των αρχικών εγγραφών για τα έτη 2005 έως και 2009, όσο και ως "χρήστης τελικής μεταβολής" όλων των εγγραφών για τα επίδικα έτη 2003 έως και 2009.

Έτσι, κατά την 1η εταιρική χρήση των ετών 2003-2004 ο ενάγων έλαβε τμηματικά το ποσό των € 171.500, κατά τη 2η εταιρική χρήση από 1-1-2005 έως 31-12-2005 έλαβε το ποσό των € 150.000, κατά την 3η εταιρική χρήση από 1-1-2006 έως 31-12-2006 έλαβε το ποσό των € 186.155,11, κατά την 4η εταιρική χρήση από 1-1-2007 έως 31-12-2007 έλαβε το ποσό των € 480.000, κατά την 5η εταιρική χρήση από 1-1-2008 έως 31-12-2008 έλαβε το ποσό των € 100.000 και κατά την 6η εταιρική χρήση από 1-1-2009 έως 31-12-2009 έλαβε το ποσό των € 60.000 και συνολικά κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003-2009, για το οποίο αιτείται με την αγωγή την επιδίκαση εταιρικών κερδών, έλαβε το ποσό των € 1.147.655,11.

Πρέπει να επισημανθεί ότι οι εγγραφές για τις απολήψεις κερδών από τους εταίρους, που καταχωρούνταν στους προσωπικούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς τους, συμφωνούσαν με το αναλυτικό καθολικό της επιχείρησης, έτσι ώστε να μην παρατηρείται λογιστικό λάθος, με μοναδική παρατηρούμενη εξαίρεση την καταχώριση στις 31-12-2005 της εγγραφής για απόληψη κερδών του ενάγοντος, που σύμφωνα με το αναλυτικό καθολικό της επιχείρησης αφορά σε ποσό € 164.408,69, ενώ σύμφωνα με τον ατομικό δοσοληπτικό λογαριασμό του ενάγοντος αφορά σε ποσό € 150.000, το οποίο είναι και το ορθό, όπως τούτο αποδεικνύεται από την ένορκη βεβαίωση του υφισταμένου υπαλλήλου του ενάγοντος (υπεύθυνου πωλήσεων της εναγομένης), Κ.

Γ., ο οποίος κατέθεσε ότι στα τέλη του έτους 2005 είδε τον ενάγοντα να λαμβάνει από το ταμείο της εταιρίας το ποσό των € 150.000 σε τρεις δεσμίδες των € 500. Επίσης, άξιο ιδιαίτερης μνείας είναι το γεγονός ότι, λόγω της μακροχρόνιας φιλικής σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα με τον Κ. Β. και της σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους (όπως και με τη σύζυγο του εξ αυτών Κ.

Β., Α. Β.), στην οποία κατά κύριο λόγο στηριζόταν η ίδρυση και η λειτουργία της εναγομένης προσωπικής εταιρίας, όταν διανέμονταν τα κέρδη της εταιρίας δεν υπέγραφαν παραστατικά έγγραφα για την είσπραξη του εκάστοτε εισπραττόμενου ποσού, μολονότι για την ορθή τήρηση των μηχανογραφημένων λογιστικών βιβλίων της ο λογιστής της εναγομένης καταχωρούσε στο σύστημα, ως παραστατικό, συγκεκριμένη απόδειξη πληρωμής, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα.

Το έτος 2010, λόγω της σημαντικής μείωσης των πωλήσεων της εναγομένης, που επέφερε αντίστοιχη μείωση στα έσοδά της και κατά συνέπεια στα προς διανομή κέρδη των εταίρων, ο ενάγων έπαυσε να προσέρχεται στην εταιρία και να προσφέρει την εργασία του στην εναγομένη, ενώ το έτος 2011 ίδρυσε άλλη εταιρία με αντικείμενο την εγκατάσταση συστημάτων υγραερίου σε οχήματα, η οποία δεν ορθοπόδησε οικονομικά και έκλεισε.

Το έτος 2014 ο ενάγων ήλθε σε επαφή με τους συνεταίρους του για να αρχίσει να προσφέρει και πάλι στην εναγομένη την εργασία του, πλην όμως αυτή τη φορά έναντι αμοιβής, ενόψει της κακής οικονομικής πορείας της εταιρίας που δε θα του επέτρεπε να έχει εισόδημα από απολήψεις κερδών, χωρίς, όμως, να υπάρξει σχετική συμφωνία των μερών, με αποτέλεσμα να συνεχίσει ο ενάγων να είναι αμέτοχος στις εταιρικές υποθέσεις.

Περί τα τέλη του έτους 2014 με αρχές του έτους 2015 ο Κ. Β., έχοντας προφανώς διαβλέψει από τη συμπεριφορά του ενάγοντος την έξοδό του από την εταιρία, παρέδωσε στον ενάγοντα προς υπογραφή 51 φύλλα από μπλοκ αποδείξεων, που είχαν συμπληρωθεί χειρόγραφα με ένδειξη σειράς "ΝΚ", με αριθμούς από το 1 έως και το 51 και με αναγραφόμενα ποσά που ταυτίζονταν με εκείνα που είχαν καταχωρηθεί στο αναλυτικό καθολικό (λογαριασμό ταμείου) της εταιρίας ως απολήψεις έναντι κερδών του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως και 2009, ενώ ως ημερομηνία κάθε απόδειξης αναγραφόταν η ημερομηνία της αντίστοιχης καταχώρησης στον παραπάνω λογιστικό λογαριασμό της εταιρίας.

Τούτο έπραξε ο Κ. Β. προς το σκοπό της τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων που υπήρχαν στο λογιστήριο της εταιρίας από τη μη σύνταξη παραστατικών για τις γενόμενες από τον ενάγοντα απολήψεις κερδών. Ο ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει τις αποδείξεις και λίγους μήνες αργότερα απέστειλε στην εναγομένη την από 17-3-2015 "εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία και πρόσκληση", με την οποία αφενός μεν της δήλωσε ότι δεν έχει λάβει τα αναγραφόμενα στα αποδείξεις μερικότερα ποσά, που αθροιζόμενα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των € 1.162.063,80, αφετέρου δε την κάλεσε να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό και επιπλέον το ποσό των € 631.951,85 και συνολικά το ποσό των € 1.794.015,65, που αποτελούσε την αναλογία των κερδών του για τα έτη 2003 έως και 2009, καθώς και να του επιδείξει τα οικονομικά στοιχεία και βιβλία της εταιρίας.

Σε απάντηση η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την από 20-3-2015 "εξώδικη διαμαρτυρία - απάντηση & πρόσκληση", στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι "ό,τι ποσό σας αναλογεί για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το έχετε ήδη εισπράξει, όπως αδιάσειστα προκύπτει από έγγραφα. Το προσφάτως παραδοθέν σε εσάς μπλοκ αποδείξεων δεν έχει καμία απολύτως σχέση με οιαδήποτε πραγματική οφειλή της εταιρίας προς το πρόσωπό σας και, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, αφορά μόνο φορολογική τακτοποίηση ποσών, που έχετε ήδη λάβει...", δεχόμενη κάθε έλεγχο στα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία της από τον ενάγοντα με την παρουσία του λογιστή της.

Ακολούθησε επικοινωνία των δικηγόρων των δύο πλευρών και ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων τους για τη διευθέτηση της διαφοράς των εντολέων τους, στο πλαίσιο της οποίας, στις 8-6-2015, ο δικηγόρος της εναγομένης απέστειλε στον δικηγόρο του ενάγοντος, προς δικαιολόγηση των αναφερόμενων στην από 20-3-2015 εξώδικη της εναγομένης περί απόδειξης της είσπραξης από τον ενάγοντα των αναλογούντων σ' αυτόν κερδών, το συνταχθέν και υπογραφέν από όλους τους εταίρους της εναγομένης από 30-11-2009 "ιδιωτικό συμφωνητικό", στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "Κατόπιν της αναγνωρισμένης απολήψεως των κερδών των προηγούμενων ετών από τους εταίρους, όπως φαίνονται στα μηχανογραφημένα βιβλία της εταιρίας...

αποφασίζουν την εκ νέου αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 600.000 € με εισφορά του καθενός ανάλογη με το ποσοστό συμμετοχής του, όπως φαίνεται στο ανωτέρω τελευταίο καταστατικό. Επίσης, αποφασίζεται ότι δεν θα γίνει περαιτέρω ανάληψη και διανομή κερδών πέραν της τελευταίας με ημερομηνία 19/2/2009, ώστε τα κέρδη της χρονιάς που θα προκύψουν κατά τη σύνταξη του ισολογισμού να παραμείνουν στη διάθεση της εταιρίας ως αποθεματικό για μελλοντικές ανάγκες και επενδύσεις".

Ο ενάγων, χωρίς να αμφισβητήσει άμεσα τη γνησιότητα του ως άνω εγγράφου, με το οποίο φερόταν να αναγνωρίζει ότι πράγματι είχαν λάβει χώρα από αυτόν απολήψεις κερδών για το ένδικο χρονικό διάστημα, ζήτησε εκ νέου με ηλεκτρονικό μήνυμα, μέσω του δικηγόρου του, που απεστάλη στον δικηγόρο της εναγομένης στις 10-6-2015, να μεταβεί στις εγκαταστάσεις της εταιρίας για να λάβει γνώση των οικονομικών στοιχείων και βιβλίων της εταιρίας, αξίωση η οποία έγινε και πάλι αποδεκτή από την εναγομένη με το από 17-6-2015 ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου της, στο οποίο, επιπλέον, τέθηκε για πρώτη φορά εγγράφως αφενός μεν το ζήτημα της σύγκλησης γενικής συνέλευσης των εταίρων για το μέλλον της εταιρίας και τη συνεισφορά τους στις ζημιές της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 5 § 3 του καταστατικού, αφετέρου δε της επιστροφής από τον ενάγοντα στην εναγομένη των δύο οχημάτων κυριότητας της τελευταίας, που είχαν παραχωρηθεί προς χρήση στον ενάγοντα για την εξυπηρέτηση των εταιρικών σκοπών και χρησιμοποιούνταν από αυτόν για την εξυπηρέτηση των προσωπικών αναγκών του.

Κατόπιν της ανωτέρω εξέλιξης των πραγμάτων, στις 17-7-2015, ο ενάγων κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 15-7-2015 "έγκληση-μήνυση" σε βάρος αμφοτέρων των συνεταίρων του, προβάλλοντας την πλαστότητα της υπογραφής του στο από 30-11-2009 "ιδιωτικό συμφωνητικό", με το οποίο φερόταν να αναγνωρίζει την είσπραξη κερδών από την εναγομένη.

Με αφορμή την ως άνω έγκληση διατάχθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και στο πλαίσιο αυτής διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από την ειδική δικαστική γραφολόγο Ζ. Κ.-Π., η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τεθείσα στο παραπάνω έγγραφο υπογραφή, έναντι του ονοματεπωνύμου του ενάγοντος, δεν έχει χαραχθεί με το χέρι του ενάγοντος, αλλά έχει πλαστογραφηθεί από τρίτο πρόσωπο με ημι-δουλική απομίμηση της γνήσιας υπογραφής που αυτός είχε θέσει στην από 9-12-2009 "τροποποίηση και κωδικοποίηση καταστατικού".

Ακολούθως, σε βάρος των εγκαλούμενων εταίρων ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη με παραγγελία διενέργειας κυρίας ανάκρισης για το κακούργημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των € 120.000 (άρθρο 216 §§ 3 εδ.

α'-1 ΠΚ), μετά την περάτωση της οποίας οι κατηγορούμενοι εταίροι παραπέμφθηκαν με το υπ' αριθ. 1297/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όπου και εκκρεμεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Η γνησιότητα ή μη της υπογραφής του ενάγοντος στο από 30-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν επιδρά στην παρούσα δίκη, καθόσον από τη συνδυαστική αξιολόγηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων προέβη στις απολήψεις κερδών, που είναι καταχωρημένες στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εναγομένης, με την επισήμανση ότι ειδικώς για την εταιρική χρήση του έτους 2015 το ληφθέν χρηματικό ποσό είναι το καταχωρηθέν στην ατομική λογιστική του καρτέλα ποσό των € 150.000 και όχι το καταχωρηθέν στον λογαριασμό του κεντρικού ταμείου της εναγομένης μεγαλύτερο ποσό των € 164.408,69, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενο σημείο της παρούσας.

Η παραπάνω κρίση είναι συμβατή με τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ενάγων, αν και είχε γνώση της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας και του ύψους των σημαντικών ανά έτος κερδών που πράγματι εισέρχονταν στο ταμείο της, κυρίως με μετρητά, έχοντας μάλιστα πρόσβαση για τον έλεγχό του (του ταμείου) μέσω των προσωπικών κωδικών του και επιπλέον αν και πρόσφερε σε καθημερινή βάση την εργασία του στην εναγομένη, μη έχοντας άλλες πηγές σταθερού εισοδήματος, εντούτοις επί 12 έτη από την έναρξη λειτουργίας της εταιρίας και 6 έτη από την τελευταία κερδοφόρα εταιρική χρήση του έτους 2009 αδράνησε και δεν αξίωσε να λάβει την αναλογία του από τα κέρδη της, αλλά ούτε και διαμαρτυρήθηκε, ή έστω εκδήλωσε τη δυσαρέσκειά του, κατά την προσφορά της εργασίας του στην έδρα της εταιρίας, ώστε αυτή να μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους υπαλλήλους της εταιρίας.

Αντιθέτως, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι, κατόπιν κοινής συμφωνίας των εταίρων, που ήταν σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 § 3 του καταστατικού, ο ενάγων (όπως και οι λοιποί εταίροι) πραγματοποιούσε λογιστικές απολήψεις από το ταμείο της εταιρίας για την αντιμετώπιση των ατομικών και οικογενειακών αναγκών του, οι οποίες αποτυπώνονται αληθώς στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία (με την προαναφερθείσα διευκρίνιση για την απόληψη κερδών του έτους 2015), η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από τα κάτωθι:

ι) Ο ενάγων δεν είχε άλλη επαγγελματική απασχόληση κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, αλλά ασχολείτο αποκλειστικά με την προώθηση των πωλήσεων των ιατρικών προϊόντων της εναγομένης εταιρίας και κατά συνέπεια δεν είχε άλλους πόρους εισοδήματος για να καλύπτει τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του, παρά μόνο την αναλογία του στα κέρδη της εταιρίας, μέρος των οποίων εισέπραττε κατά τη διάρκεια της κάθε εταιρικής χρήσης.

Συναφώς, ο ενάγων διατείνεται ότι είχε λάβει ένα σημαντικό χρηματικό "πακέτο" από προηγούμενη εταιρία στην οποία εργαζόταν και ότι από την ίδια αυτή εταιρία εισέπραττε χρηματικά ποσά για περίοδο 2 ετών από την αποχώρησή του, που έλαβε χώρα το έτος 2002, καθώς και ότι πώλησε ένα ακίνητο στον Χολαργό Αττικής έναντι € 2.000.000 περίπου.

Παρά ταύτα, δεν προσκομίζει κανένα παραστατικό από το οποίο να προκύπτει αν έλαβε ή όχι κάποιο ποσό από την εταιρία στην οποία πρόσφερε την εργασία του προηγουμένως, ενώ αναφορικά με το ακίνητο στον Χολαργό προσκομίζει το υπ' αριθ. ....2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μ., με βάση το οποίο πωλήθηκε πράγματι το εκεί αναφερόμενο ακίνητο, που βρίσκεται στον Χολαργό, αντί τιμήματος € 1.200.000, πλην όμως πωλητής δεν είναι ο ίδιος, αλλά ο πατέρας του, Γ.

Κ., ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι του κατέβαλε προς διευκόλυνσή του μέρος του ληφθέντος τιμήματος και ειδικότερα το επικαλούμενο από αυτόν ποσό των € 300.000, καθόσον τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα λογαριασμών της τράπεζας ALPHA BANK δεν αφορούν σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά του πατέρα του και μολονότι από αυτά προκύπτει η ανάληψη του ποσού των € 300.000, εντούτοις δεν προκύπτει η καταβολή του στον ενάγοντα.

Εξάλλου, ούτε η κάλυψη προσωπικών και οικογενειακών εξόδων με πιστωτικές κάρτες της εταιρίας ή η χρήση οχημάτων της εναγομένης για τις προσωπικές και οικογενειακές μετακινήσεις του ενάγοντος, που αποτελούσαν παροχές προς όλους τους εταίρους και συνομολογούνται από τους διαδίκους, είναι ικανή να δικαιολογήσει την επί σειρά ετών αδράνεια του ενάγοντος να απαιτήσει από την εναγομένη την αναλογία του στα κέρδη της εταιρίας, καθόσον μάλιστα ουδεμία εταιρική ανάγκη ή άλλη αιτία αποδείχθηκε ότι υπήρχε για να μη λαμβάνει χώρα η προβλεπόμενη από το καταστατικό διανομή κερδών.

ιι) Ο λογιστής της εναγομένης, Χ. Γ., εξεταζόμενος ενώπιον της Ανακρίτριας του 25ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών κατέθεσε ότι "στις καταστάσεις καθολικού... φαίνεται ότι το ταμείο της εταιρίας ανά περιόδους είχε χρήματα... Όταν φαίνεται λοιπόν ότι υπάρχουν ταμειακά διαθέσιμα και επειδή στην εταιρία δεν θα ήταν συνετό και πρακτικό να υπάρχουν τόσα χρήματα, ακολουθούν εγγραφές, μεταξύ άλλων, περί απόληψης έναντι κερδών από τους εταίρους, με τις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής.

Αν στην πραγματικότητα δεν έπαιρναν οι εταίροι χρήματα έναντι των κερδών τους, δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχουν εγγραφές στον καθολικό λογαριασμό περί απολήψεως κερδών, εκτός και αν υπάρχει δόλος", ενώ εξεταζόμενος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατέθεσε ότι δεν είχε προσωπική γνώση για το αν ο ενάγων έλαβε τα εταιρικά κέρδη και ότι δεν γνωρίζει αν κατά τη διάρκεια της κάθε εταιρικής χρήσης ο ενάγων προέβαινε σε απολήψεις, χωρίς ωστόσο να το αποκλείει, επιπλέον δε, ότι όταν λάμβαναν χώρα απολήψεις από πλευράς των εταίρων έναντι των κερδών τους αυτό φαινόταν λογιστικά, οι δε λογιστικές εγγραφές έδειχναν ότι πράγματι λάμβαναν χώρα απολήψεις από όλους τους εταίρους με βάση το ποσοστό τους.

ιιι) Οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της εναγομένης, Κ. Γ. και Ι. Π., κατέθεσαν με την ιδιότητα του υπεύθυνου πωλήσεων ο μεν πρώτος της εναγομένης εταιρίας και ο δεύτερος της προαναφερθείσας ομοειδούς αντικειμένου εταιρίας συμφερόντων του συζυγικού ζεύγους Κ. Β. και Α. Β., που συστεγαζόταν στα ίδια γραφεία με τα γραφεία της εναγομένης, όχι μόνο ότι ουδέποτε ο ενάγων είχε παραπονεθεί ότι δεν έπαιρνε τα κέρδη που του αναλογούσαν, αλλά, αντιθέτως, τον είχαν δει να παίρνει χρήματα από τη διαχειρίστρια της εταιρίας, Α.

Β., ειδικώς δε ο Κ. Γ. τον είχε δει να λαμβάνει από το ταμείο της εταιρίας - το οποίο, κατά τα ήδη αναφερθέντα και επιβεβαιούμενα από τον Χ. Γ. στην προαναφερθείσα ανακριτική του κατάθεση, είχε πάντοτε σημαντικά ποσά μετρητών λόγω των εισπράξεων σε μετρητά - το ποσό των € 150.000 για κέρδη του έτους 2005, αναφέροντας, μάλιστα ότι, όταν τον ρώτησε "τί είναι αυτά", εκείνος του απάντησε "να μην κάνουμε και εμείς Πρωτοχρονιά;".

Η αξιοπιστία της κατάθεσης των παραπάνω μαρτύρων δεν κλονίζεται από κανένα περί του αντιθέτου αποδεικτικό μέσο, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Χ. Γ., καθόσον ο τελευταίος, μη έχοντας ιδία αντίληψη, δήλωσε επανειλημμένως άγνοια περί της είσπραξης ή μη από τον ενάγοντα των αναλογούντων σ' αυτόν κερδών.

Ο προβαλλόμενος από τον ενάγοντα πραγματικός ισχυρισμός περί ανυπαρξίας παραστατικού εγγράφου τράπεζας για τις απολήψεις κερδών δεν αναιρεί όσα ανωτέρω έχουν γίνει δεκτά ως αποδειχθέντα, δεδομένου ότι όλες οι απολήψεις κερδών πραγματοποιούνταν με διανομή χρημάτων από τις εισπράξεις που υπήρχαν σε ρευστό στο ταμείο της εταιρίας και όχι με μεταφορά χρηματικών ποσών από τον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης στον τραπεζικό λογαριασμό κάθε εταίρου, ενώ η μη υπογραφή από τον ενάγοντα του εκάστοτε μνημονευόμενου στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εναγομένης παραστατικού (απόδειξης πληρωμής) δικαιολογείται από τη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης των εταίρων, κατά τα ήδη εκτεθέντα και από το γεγονός ότι η ίδια τακτική της μη υπογραφής αποδείξεων πληρωμής τηρείτο, προφανώς, και για τους λοιπούς εταίρους, ανεξαρτήτως του ότι η εναγομένη υποστηρίζει ότι υπάρχουν υπογεγραμμένες αποδείξεις πληρωμής των Κ.

Β. και Α. Β. για τις προς αυτούς διανομές κερδών, χωρίς να επιβεβαιώνεται τούτο από τον λογιστή τη εταιρίας, Χ. Γ.

Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος του ενάγοντος για τα οικονομικά έτη 2005 έως και 2010 (χρήσεις ετών 2004 έως και 2009) προκύπτει ότι στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ο ενάγων δήλωσε ότι έλαβε από την εναγομένη διαφορετικά ποσά κερδών από εκείνα που είχε πράγματι λάβει κατά τη διάρκεια κάθε εταιρικής χρήσης και συγκεκριμένα ότι έλαβε για την 1η εταιρική χρήση, που δηλώθηκε ενιαίως για τα έτη 2003 και 2004 στη δήλωση φόρου εισοδήματος του οικονομικού έτους 2005 (χρήση 2004), το ποσό των € 333.112,13, για τη 2η εταιρική χρήση του έτους 2005 το ποσό των € 120.758,58, για την 3η εταιρική χρήση του έτους 2006 το ποσό των € 229.477,71, για την 4η εταιρική χρήση του έτους 2007 το ποσό των € 420.765,06, για την 5η εταιρική χρήση του έτους 2008 το ποσό των € 414.312,23 και για την 6η εταιρική χρήση του έτους 2009 το ποσό των € 275.589,94.

Τα παραπάνω ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη ότι αποτελούν τα αναλογούντα κέρδη του ενάγοντος για το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003-2009 και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύονται από τη συναξιολόγηση των προσκομισθεισών αποδείξεων, ο ενάγων δήλωσε στις φορολογικές του δηλώσεις κατόπιν έκδοσης σχετικών βεβαιώσεων από τον λογιστή της εναγομένης, ο οποίος για κάθε φορολογικό έτος εξέδιδε φορολογική βεβαίωση για τα κέρδη που αναλογούσαν σε κάθε εταίρο, τα οποία έπρεπε να καταχωρήσουν οι εταίροι στις ατομικές φορολογικές δηλώσεις τους, είτε τα είχαν πράγματι εισπράξει από την εναγομένη, εν όλω ή εν μέρει, είτε όχι, όπως περί τούτου κατέθεσε σχετικώς ο ως άνω λογιστής ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγων είχε εισπράξει τα χρηματικά ποσά που έχουν καταχωρηθεί ως απολήψεις κερδών στον ατομικό λογιστικό του λογαριασμό έναντι των αναλογούντων σ' αυτόν κερδών για τις επίδικες εταιρικές χρήσεις, τα κέρδη που απέμεναν προς είσπραξη υπολογίζονται: α) για την 1η εταιρική χρήση των ετών 2003 και 2004 στο ποσό των € 161.612,13 (333.112,13 - 171.500), β) για την 3η εταιρική χρήση του έτους 2006 στο ποσό των € 43.322,60 (229.477,71 - 186.155,11), γ) για την 5η εταιρική χρήση του έτους 2008 στο ποσό των 314.312,23 (414.312,23 - 100.000) και δ) για την 6η εταιρική χρήση του έτους 2009 στο ποσό των € 215.589,94 (275.589,94 - 60.000) και συνολικά στο ποσό των € 734.836,90 (161.612,13 + 43.322,60 + 314.312,23 + 215.589,94).

Αντίθετα, για τις 2η και 4η εταιρικές χρήσεις των ετών 2005 και 2007 ο ενάγων δε διατηρούσε αξίωση επί των κερδών της εναγομένης, επειδή τα ποσά που εισέπραξε κατ' αυτές υπερκαλύπτουν τα κέρδη που του αναλογούσαν κατά τα αντίστοιχα ποσά των € 29.241,45 (150.000 - 120.758,55) και € 59.234,94 (480.000 - 420.765,06), τα οποία αθροιζόμενα ανέρχονται στο ποσό των € 88.476,39.

Η εναγομένη ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι κατέβαλε στον ενάγοντα όλα τα κέρδη που εδικαιούτο, προβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ένσταση εξόφλησης, η οποία ορθώς απερρίφθη με την εκκαλούμενη απόφαση ως απαράδεκτη λόγω της παντελούς αοριστίας της, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του οικείου σκέλους του 2ου λόγου της υπό στοιχείο Β' έφεσης, με την οποία η εκκαλούσα-εναγομένη παραπονείται για την απόρριψη της εν λόγω έντασής της.

Παρά ταύτα, με έτερο σκέλος του ίδιου λόγου της υπό στοιχείο Β' έφεσης η εκκαλούσα-εναγομένη επανυποβάλλει ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου την απαραδέκτως προταθείσα στον πρώτο βαθμό ένσταση εξόφλησης, ισχυριζόμενη ότι από ομολογίες του ενάγοντος και από τα αναφερόμενα έγγραφα αποδεικνύεται άμεσα, κατά κύριο λόγο:

α) ότι κατά τα έτη 2005 και 2007 κατέβαλε στον ενάγοντα επιπλέον χρήματα από εκείνα που αναλογούσαν στα κέρδη του για τις εν λόγω εταιρικές χρήσεις προς μερική εξόφληση της απαίτησής του από οφειλόμενα κέρδη των προηγούμενων ετών και συγκεκριμένα ότι του κατέβαλε για την αιτία αυτή τα ποσά των € 29.242 και € 59.235, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των € 88.477 και β) ότι πριν την έναρξη της δίκης έλαβε χώρα εξώδικος συμψηφισμός μέρους της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος με ανταπαίτησή της για καταβολή σ' αυτήν των ποσών των € 55.000 και των € 300.000 και συνολικά του ποσού των € 355.000 για αναλογία συμμετοχής του ενάγοντος (50%) στις δύο αυξήσεις κεφαλαίου, συνολικού ποσού € 710.000, που πραγματοποιήθηκαν στις 29-6-2009 και στις 9-12-2009, αντίστοιχα, επικουρικώς δε ότι κατέβαλε στον ενάγοντα:

α) το ποσό των € 1.500, που ο ίδιος ομολόγησε με την αγωγή του ότι έχει λάβει, β) το ποσό των € 5.000 που ο ίδιος ομολόγησε εξεταζόμενος κατά την ποινική διαδικασία ότι έχει λάβει, γ) τα επιμέρους κατατεθέντα στον τραπεζικό του λογαριασμό στην τράπεζα Eurobank ποσά των € 150 στις 14-2-2014, των € 250 στις 9-4-2014, των € 200 στις 17-4-2014, των € 771,13 στις 17-6-2014, των € 1.000 στις 7-7-2014, των € 771,13 στις 30-7-2014, των € 771 στις 29-8-2014, των € 1.000 στις 31-10-2014 και των € 1.000 στις 31-12-2021 και συνολικά το ποσό των € 5.913,26 και δ) το ποσό των € 2.540,28, που κατέβαλε στον ΟΑΕΔ για εξόφληση ισόποσων υποχρεώσεων του ενάγοντος σε τρεις ισόποσες δόσεις των € 846,76 στις 31-7-2014, 28-11-2014 και 30-1-2015.

Επίσης, με τον επικουρικώς προβαλλόμενο σε σχέση με τους λοιπούς λόγους έφεσης (επομένως και με τον 2ο λόγο έφεσης) συναφή 7ο λόγο της ίδιας έφεσης, που εσφαλμένα χαρακτηρίζει η εκκαλούσα ως ένσταση συμψηφισμού, αν και κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό συνιστά ένσταση εξόφλησης δια συμψηφισμού, καθόσον τα προβαλλόμενα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά αφορούν καταβολές (άρθρο 416 ΑΚ) με συμψηφισμό, που έγιναν πριν την έναρξη της δίκης, επαναλαμβάνει όσα ανωτέρω περί μερικής εξόφλησης ισχυρίζεται με τον 2ο λόγο έφεσης αναφορικά με τα ποσά των € 88.477 (29.242 + 59.235) για επιπλέον καταβληθέντα κέρδη τα έτη 2005 και 2007 και των € 355.000 (55.000 + 300.000) για κάλυψη της αναλογίας του ενάγοντος στις δύο αυξήσεις κεφαλαίου του έτους 2009.

Με τους παραπάνω λόγους έφεσης, που αλληλοσυμπληρώνονται και ερευνώνται ως ενιαίος λόγος έφεσης, προβάλλεται νέος αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός στην έκκλητη δίκη, ο οποίος κρίνεται εν μέρει απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ελλείψει συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 527 ΚΠολΔ και ιδίως της επικαλούμενης από την εκκαλούσα περ. 6 αυτού για την παραχρήμα απόδειξή του αναφορικά με τη μερική εξόφληση της απαίτησης του ενάγοντος:

ι) για το ποσό των € 1.500, που ο ενάγων ομολογεί με την αγωγή ότι έλαβε από την εναγομένη, επειδή από την εν λόγω ομολογία δεν αποδεικνύεται άμεσα, δίχως συναξιολόγηση και άλλων αποδείξεων, ότι το παραπάνω ποσό καταβλήθηκε πλέον όσων έλαβε ο ενάγων κατά τις απολήψεις κερδών στη διάρκεια των εταιρικών χρήσεων των ετών 2003-2009, ιι) για το ποσό των € 5.000 που ο ενάγων φέρεται να ομολογεί σε ανακριτική του κατάθεση ότι έλαβε από την εναγομένη, επειδή ως ομολογία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, νοείται μόνο η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ), όχι δε και η εξώδικη ομολογία, όπως είναι η προκείμενη, που περιλαμβάνεται σε ένορκη κατάθεση της ποινικής διαδικασίας, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η ένσταση εξόφλησης ως προς τα ανωτέρω δύο ποσά των € 1.500 και των € 5.000 προβάλλεται αορίστως, επειδή δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής τους και ιιι) για το ποσό των € 1.000 που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στις 31-12-2021, επειδή ουδέν αποδεικτικό έγγραφο που να έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη προσκομίστηκε για την απόδειξη της εν λόγω καταβολής.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος πραγματικός ισχυρισμός κρίνεται παραδεκτός ως εξ εγγράφων και ομολογίας του ενάγοντος άμεσα αποδεικνυόμενος, καθόσον: 1) από τα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εναγομένης, που αποδεικνύουν και υπέρ της εκδότριάς τους (άρθρα 444 § 1 περ. α' και 447 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις ομολογίες του ενάγοντος (άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ), που περιέχονται στην αγωγή του, αποδεικνύεται πλήρως και άμεσα ότι:

ι) κατά τα έτη 2005 και 2007 η αναλογία του ενάγοντος στα κέρδη της εναγομένης ανερχόταν, κατ' ομολογίαν του ενάγοντος, στα ποσά των € 120.758,55 και των € 420.756,06, αντίστοιχα, ενώ κατά τα ίδια έτη ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη επιπλέον κέρδη, ανερχόμενα στο ποσό των € 29.242 για το έτος 2005 και των € 59.235 για το έτος 2007 και συνολικά στο ποσό των € 88.477, ως προς το οποίο ο ενάγων δεν προτείνει αντένσταση ότι καταβλήθηκε για άλλη αιτία, ιι) η αναλογία του ενάγοντος για συμμετοχή του στις δύο αυξήσεις κεφαλαίου του έτους 2009 με το ποσό των € 355.000 δεν καλύφθηκε με καταβολή χρημάτων από τον ενάγοντα, όπως ο ίδιος ομολογεί με τις κατατεθείσες στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας προτάσεις του (σελ. 22), που επαναφέρονται στη δευτεροβάθμια δίκη με ενσωμάτωσή τους στις προτάσεις του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, όπου αναφέρει ότι "Όσον αφορά την καθεαυτή αύξηση του κεφαλαίου, αυτή δε γινόταν με κατάθεση των χρημάτων σε λογαριασμό της εταιρείας", αλλά καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από την εναγομένη, όπως αποδεικνύεται από τις εγγραφές που έχουν καταχωρηθεί τόσο στον καθολικό λογαριασμό της στις 29-6-2009 και στις 9-12-2009 με την αιτιολογία "καταβολή αύξησης εταιρικού κεφαλαίου" για τα αντίστοιχα ποσά των € 110.000 και € 600.000, που ταυτίζονται με τα ποσά των αυξήσεων κεφαλαίου, όσο και στους υπ' αριθ. ...

και ... ατομικούς λογαριασμούς του ενάγοντος για το αρχικώς οφειλόμενο από αυτόν εταιρικό κεφάλαιο των € 55.000 για την 1η αύξηση κεφαλαίου και των € 300.000 για τη 2η αύξηση κεφαλαίου και συνολικά για το εταιρικό κεφάλαιο των € 355.000, που εν τέλει καλύφθηκε από την εναγομένη εταιρία, 2) από τα προσκομιζόμενα παραστατικά τραπεζικών συναλλαγών της τράπεζας Eurobank αποδεικνύεται πλήρως και άμεσα ότι η εναγομένη κατέθεσε στον τηρούμενο στην ανωτέρω τράπεζα υπ' αριθ. ...

λογαριασμό του ενάγοντος τα ποσά των € 150 στις 14-2-2014, των € 250 στις 9-4-2014, των € 200 στις 17-4-2014, των € 771,13 στις 17-6-2014, των € 1.000 στις 7-7-2014, των € 771,13 στις 30-7-2014, των € 771 στις 29-8-2014 και των € 1.000 στις 31-10-2014 και συνολικά το ποσό των € 4.913,26 και 3) από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά ηλεκτρονικών συναλλαγών της τράπεζας ALPHA BANK (με κωδικό πληρωμής ...) και της Τράπεζας Πειραιώς (με κωδικούς πληρωμής ...

και ...) αποδεικνύεται πλήρως και άμεσα ότι η εναγομένη κατέβαλε, κατά την έννοια του άρθρου 417 § 2 περ. β' ΑΚ, για εξόφληση ισόποσης χρηματικής υποχρέωσης του ενάγοντος προς τον ΟΑΕΕ τμηματικά (3 φορές) στις 31-7-2014, 28-11-2014 και 30-1-2015 το ποσό των € 846,76 κάθε φορά και συνολικά το ποσό των € 2.540,28 (846,76 Χ 3). Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται άμεσα ότι η εναγομένη κατέβαλε προς μερική εξόφληση της απαίτησης του ενάγοντος το συνολικό ποσό των € 450.930,54 (88.477 + 355.000 + 4.913,26 + 2.540,28), ως προς το οποίο πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση και από ουσιαστική άποψη, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί επιπρόσθετα ότι οι ως άνω καταβολές έγιναν προς το σκοπό της εξόφλησης της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος, καθόσον το αντίθετο αποτελεί περιεχόμενο αντένστασης του ενάγοντος, που δεν προβλήθηκε.

Περαιτέρω, εφόσον δεν προέκυψε ότι κατά την εκάστοτε καταβολή η εναγομένη προσδιόρισε το χρέος που ήθελε να εξοφλήσει, το παραπάνω καταβληθέν ποσό των € 450.930,54 καταλογίζεται, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ, στα αρχαιότερα χρέη και συγκεκριμένα σ' εκείνα των εταιρικών χρήσεων των ετών 2003-2004, 2006 και εν μέρει 2008, επιφέροντας ισόποση απόσβεσή τους, με αποτέλεσμα η απομένουσα προς εξόφληση απαίτηση του ενάγοντος για συμμετοχή του στα κέρδη της εταιρίας, που ανέρχεται στο ποσό των € 283.906,36 (734.836,90 - 450.930,54), να αφορά σε μη ληφθέντα κέρδη για τις εταιρικές χρήσεις των ετών 2008 και 2009 κατά τα αντίστοιχα ποσά των € 68.316,42 και των € 215.589,94.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι με το από 22-10-2015 ηλεκτρονικό μήνυμα ο ενάγων εκδήλωσε εγγράφως την επιθυμία του προς την εναγομένη να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εταιρία. Ακολούθησε η σύνταξη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης και η αποστολή προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος σχεδίων τροποποίησης του καταστατικού και ιδιωτικού συμφωνητικού, που αμφότερα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ρητό όρο παραίτησης του ενάγοντος από τις απαιτήσεις του για διανομή κερδών, πλην όμως, λόγω της εν τω μεταξύ επίδοσης στην εναγομένη της ήδη έχουσας κατατεθεί κατά την αποστολή του από 22-10-2015 ηλεκτρονικού μηνύματος του ενάγοντος υπό κρίση αγωγής και τη έλλειψης συμφωνίας του με το περιεχόμενο των σχεδίων, ουδέποτε αυτά υπογράφηκαν.

Μετά ταύτα, στις 25-2-2016, ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη την από 19-2-2016 "εξώδικη δήλωση εκούσιας εξόδου", δια της οποίας της δήλωσε ότι αποχωρεί εκουσίως από την εταιρία, χωρίς τούτο να επιφέρει τη λύση της, καθόσον η λειτουργία της συνεχίστηκε έκτοτε από τους λοιπούς δύο εταίρους, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 § 2 του καταστατικού.

Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την από 3-3-2016 εξώδικη απάντηση, με την οποία του επισήμανε την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του καταστατικού υποχρέωσή του να συμμετάσχει, κατά ποσοστό 50%, στα χρέη της εταιρίας προς τράπεζες, ποσού € 4.925.961,50 και στις συσσωρευμένες ζημιές της, ποσού € 3.200.000.

Το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης απάντησης αποτέλεσε τη βάση της πρωτοδίκως προταθείσας και απορριφθείσας με την εκκαλούμενη απόφαση, ως μη νόμιμης, ένστασης της εναγομένης περί συμψηφισμού της απαίτησης του ενάγοντος με ανταπαίτησή της, ποσού € 1.600.000, που αποτελεί την, κατά το καταστατικό, συμμετοχή του ενάγοντος στις συσσωρευμένες ζημιές της εταιρίας, συνολικού ύψους € 3.200.000.

Την παραπάνω ένσταση επαναφέρει η εκκαλούσα-εναγομένη προς κρίση στην έκκλητη δίκη με τον 6ο λόγο της υπό στοιχείο Β' έφεσης, παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 783 ΑΚ από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο στήριξε την απορριπτική του κρίση στη μη εφαρμογή, ως προς τους ετερόρρυθμους εταίρους, της ουσιαστικής αυτής διάταξης νόμου.

Παρά ταύτα, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, η προβαλλόμενη ανταπαίτηση της εναγομένης επιχειρείται να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 277 εδ. β' του ν. 4072/2012, που ίσχυε και εφαρμοζόταν στις υφιστάμενες ετερόρρυθμες εταιρίες κατά το χρόνο της εκούσιας αποχώρησης του ενάγοντος (2016) από την εναγομένη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 5 § 3 του καταστατικού της εταιρίας, πλην όμως, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ερευνώμενη ένσταση συμψηφισμού πάσχει νομικής αοριστίας, επειδή η εναγομένη, αν και επικαλείται την εξαίρεση του άρθρου 277 εδ.

β' του ν. 4072/2012 περί πρόβλεψης της εταιρικής σύμβασης για επίταση της υποχρέωσης του ενάγοντος αναφορικά με τη συμμετοχή του στις ζημίες, εντούτοις δεν αναφέρει ότι στην εταιρική σύμβαση καθορίστηκε συγκεκριμένο ποσό ευθύνης του, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει του ότι για να ευθύνεται ο ετερόρρυθμος εταίρος με μεγαλύτερο ποσό από εκείνο της εισφοράς του πρέπει να καθορίζεται αυτό στο καταστατικό κατά τρόπο συγκεκριμένο, ως προς το ύψος του (...), αλλά απλώς μνημονεύει το ποσοστό της συμμετοχής του στις ζημίες (50%), χωρίς τούτο να αρκεί για τη θεμελίωσή της στην προαναφερθείσα ουσιαστική διάταξη νόμου.

Πέραν τούτου, ελλείπουν και άλλα αναγκαία στοιχεία για την κατ' άρθρο 262 § 1 ΚΠολΔ θεμελίωσή της στον ίδιο κανόνα δικαίου και ειδικότερα δεν παρατίθενται με τρόπο σαφή και ορισμένο τα δικαιοπαραγωγικά της γένεσης της ανταπαίτησης της εναγομένης περιστατικά, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι εταιρικές χρήσεις, κατά τις οποίες διαπιστώθηκαν οι ζημίες, με προσδιορισμό της ζημίας που διαπιστώθηκε σε κάθε εταιρική χρήση χωριστά, ώστε να προκύψει ο χρόνος γένεσης της ανταπαίτησης, αλλά ούτε και μνημονεύεται αν η ανταπαίτηση της εναγομένης έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη ή όχι και σε καταφατική περίπτωση αν είναι ληξιπρόθεσμη εν όλω ή εν μέρει, παρά μόνο εκτίθεται ότι η ανταπαίτηση πηγάζει από "συσσωρευμένες ζημιές της εταιρίας", χωρίς καμία περαιτέρω διασαφήνιση, η δε αοριστία επιτείνεται από την αναφορά της εναγομένης σε "ζημιογόνα αποτελέσματα τα τελευταία έτη" και "σε χρέη της εταιρίας προς τις τράπεζες, που ανέρχονταν στο ποσό των € 4.925.961,50, για το ήμισυ τουλάχιστον του οποίου ενέχεται ο ενάγων", με αποτέλεσμα να δημιουργείται επιπρόσθετα σύγχυση αναφορικά με το πραγματικό ύψος των ζημιών της εναγομένης και επομένως για το ποσό της συμμετοχής του ενάγοντος σ' αυτές, εφόσον δεν διασαφηνίζεται αν οι "συσσωρευμένες ζημιές" των € 3.200.000 αποτελούν μέρος ή όχι των χρεών (€ 4.925.961,50) προς τις τράπεζες ή αν πρόκειται για παντελώς διάφορα ποσά υποχρεώσεων της εταιρίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η αξιολόγησή της από το Δικαστήριο και ο ενάγων να στερείται της δυνατότητας να αμυνθεί.

Ο επιστηρίζων την ίδια ως άνω ένσταση ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων είχε εν τοις πράγμασι την ιδιότητα του ομόρρυθμου και όχι του ετερορρύθμου εταίρου, όπως τυπικώς εμφανίζεται στο καταστατικό, δεν επιδρά στην απορριπτική της ένστασης συμψηφισμού κρίση, αφού, κι αν ακόμη ο ενάγων είχε ενεργούσε στην πραγματικότητα ως ομόρρυθμος εταίρος - γεγονός που δεν αποδείχθηκε στην ουσία του από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι η πραγματοποίηση συναλλαγών με πελάτες της εταιρίας για λογαριασμό της τελευταίας, στο πλαίσιο υλοποίησης του εμπορικού σκοπού της εναγομένης, καθώς και η προσφορά της εργασίας του ενάγοντος στην εναγομένη δεν του προσδίδουν την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου - και πάλι η ίδια ένσταση θα ήταν απορριπτέα λόγω αοριστίας, για όσους από τους λόγους αναφέρθηκαν παραπάνω, οι οποίοι δε σχετίζονται με την ιδιότητα του ενάγοντος ως ετερόρρυθμου εταίρου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω ένσταση συμψηφισμού ως μη νόμιμη, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έσφαλε και κατά συνέπεια, δεκτού γενομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμου του εξεταζόμενου λόγου έφεσης, μη επιτρεπομένης της αντικατάστασης της αιτιολογίας λόγω της επερχόμενης μεταβολής του δεδικασμένου, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος και ακολούθως ν' απορριφθεί η ένσταση συμψηφισμού ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεδομένου ότι η απόρριψή της για τυπικό λόγο είναι επωφελέστερη για την εκκαλούσα από την απόρριψή της ως μη νόμιμης.

Εν κατακλείδι, σύμφωνα με όλα όσα έχουν γίνει δεκτά, η εναγομένη ενέχεται έναντι του ενάγοντος για την καταβολή σ' αυτόν μέρους των αναλογούντων στις εταιρικές χρήσεις των ετών 2008 και 2009 κερδών του, ανερχόμενων στα αντίστοιχα ποσά των € 68.316,42 και των € 215.589,94 και συνολικά στο ποσό των € 283.906,36, το οποίο υποχρεούται να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και όχι από την 1η ημέρα του επόμενου έτους για το οποίο οφείλεται κάθε επιμέρους ποσό, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το καταστατικό της εταιρίας περιλαμβάνει ρητό όρο για τον καθορισμό δήλης ημέρας διανομής των κερδών στους εταίρους, αλλά ούτε και ορίζεται τέτοια δήλη ημέρα στο νόμο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, δεχόμενο ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει από την εναγομένη το μεγαλύτερο ποσό των € 426.578 και μάλιστα με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους οφειλόμενο ποσό κερδών από την 1η ημέρα του επόμενου έτους για το οποίο οφείλονταν κέρδη, έσφαλε και συνεπώς, κατά ουσιαστική εν μέρει παραδοχή αμφότερων των εφέσεων και συγκεκριμένα του 4ου λόγου της υπό στοιχείο Α' έφεσης, κατά το μέρος που οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης είναι αντίθετες με τις παραδοχές του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και των 2ου (ως προς το περί επανυποβολής της ένστασης εξόφλησης στην έκκλητη δίκη σκέλος του), 7ου και 8ου λόγων της υπό στοιχείο Β' έφεσης, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων όλων των λοιπών λόγων της υπό στοιχείο Α' έφεσης και των μη απορριφθέντων σε προηγούμενο σημείο 1ου, 2ου (ως προς τα λοιπά σκέλη του) και 3ου λόγων της υπό στοιχείο Β' έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο και, ακολούθως, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή στην ουσία της και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των € 283.906,36, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι στον ενάγοντα δεν οφείλεται όλο το δια της αγωγής αιτηθέν ποσό, αλλά μόνον οι 283.906,36 ευρώ με βάση τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την αποτύπωση κάθε απόληψης στα προσκομισθέντα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εταιρίας όπου τα κέρδη και οι απολήψεις τους εμφανίζονταν και, μεταξύ άλλων, τόσο στο αναλυτικό καθολικό της επιχείρησης (υπ' αριθ. 38.00.00.0000 λογαριασμός), που αποτελεί τον λογαριασμό του "κεντρικού ταμείου" της, όσο και στον ατομικό δοσοληπτικό λογαριασμό του ενάγοντα/αναιρεσείοντα (υπ' αριθ. 33.07.03) με την ένδειξη "ΑΠΟΛΗΨΕΙΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΚΕΡΔΩΝ" και με επιπλέον προσδιορισμό, εκτός άλλων, της ημερομηνίας καταχώρησης της εγγραφής και του με αύξοντα αριθμό παραστατικού που τη δικαιολογούσε, σε συνδυασμό με την κατάθεση του λογιστή της εταιρίας Χ.

Γ., ο οποίος πραγματοποιούσε τις καταχωρήσεις αυτές και ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές, είχε την ευθύνη για την ορθή τήρηση του μηχανογραφημένου λογιστηρίου της εναγομένης/αναιρεσίβλητης και οριστικοποιούσε τις εγγραφές, με το επιχείρημα ότι ο αναιρεσείων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν είχε άλλες πηγές εισοδήματος.

Έτσι όμως δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης αφού για τον υπολογισμό των οφειλόμενων στον ενάγοντα ποσών στηρίχθηκε σε συνδυασμό εγγράφων και καταθέσεων μαρτύρων, το δε αποδεικτικό του πόρισμα δεν διατυπώθηκε με βάση την μη ανταπόκριση του ενάγοντος στο βάρος αποδείξεων των πραγματικών περιστατικών, αφού αποδείχθηκαν άλλα περιστατικά που διαμόρφωσαν διαφορετικά το πόρισμα σχετικά με το οφειλόμενο ποσό.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 13 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι: α) Από την έναρξη της λειτουργίας της εταιρίας "Α. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και μέχρι το έτος 2010, στο πλαίσιο της επίτευξης του εταιρικού σκοπού, ο ενάγων πρόσφερε σε καθημερινή βάση, χωρίς αμοιβή, την εργασία του στην εναγομένη ως προϊστάμενος του τμήματος πωλήσεων, συναλλασσόμενος και διαπραγματευόμενος με τις διοικήσεις των νοσοκομείων και των κλινικών, καθώς και με τους εν γένει πελάτες της εναγομένης για τους όρους πώλησης προς αυτούς των ιατρικών ειδών που εμπορευόταν η εναγομένη, εισπράττοντας ενίοτε το τίμημα των πωλήσεων για λογαριασμό της τελευταίας, το οποίο καταβαλλόταν από τους πελάτες, ιδίως τους ιδιώτες, κατά κανόνα με μετρητά, ενόψει και της έλλειψης νομοθετικής ρύθμισης την εποχή εκείνη που να επιβάλλει την πληρωμή του μέσω τράπεζας από ορισμένο ποσό και πάνω και ότι λόγω της ενεργούς ανάμειξης του ενάγοντος στις πωλήσεις της εταιρίας και της τακτικής ενημέρωσης που λάμβανε από τους υφισταμένους του κατά την άσκηση εποπτείας στον συγκεκριμένο τομέα ευθύνης του, είχε ιδία αντίληψη και πλήρη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της εταιρίας και των κερδών που εισέρχονταν στο ταμείο της, έχοντας επιπλέον τη δυνατότητα να διαπιστώνει την ορθότητα ή μη της λογιστικής τους αποτύπωσης στο μηχανογραφικό σύστημα της εταιρίας με τη χρήση προσωπικών κωδικών πρόσβασης σ' αυτό, δυνατότητα που είχαν και οι λοιποί δύο εταίροι, β) Ο ενάγων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν είχε καμία άλλη επαγγελματική ενασχόληση και μοναδική πηγή εισοδήματός του ήταν η συμμετοχή του στα κέρδη της εναγομένης εταιρίας, τα οποία λάμβανε, όπως και οι λοιποί εταίροι, με απολήψεις μετρητών κατά τη διάρκεια κάθε εταιρικής χρήσης έναντι των κερδών που θα προέκυπταν στο τέλος αυτής, καταχωρούμενης κάθε απόληψης στα μηχανογραφημένα λογιστικά βιβλία της εταιρίας, γ) οι εγγραφές για τις απολήψεις κερδών από τους εταίρους, που καταχωρούνταν στους προσωπικούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς τους, συμφωνούσαν με το αναλυτικό καθολικό της επιχείρησης, έτσι ώστε να μην παρατηρείται λογιστικό λάθος, δ) περί τα τέλη του έτους 2014 με αρχές του έτους 2015 ο Κ.

Β., έχοντας διαβλέψει από τη συμπεριφορά του ενάγοντος την έξοδό του από την εταιρία, παρέδωσε σ'αυτόν προς υπογραφή 51 φύλλα από μπλοκ αποδείξεων, που είχαν συμπληρωθεί χειρόγραφα με ένδειξη σειράς "ΝΚ", με αριθμούς από το 1 έως και το 51 και με αναγραφόμενα ποσά που ταυτίζονταν με εκείνα που είχαν καταχωρηθεί στο αναλυτικό καθολικό (λογαριασμό ταμείου) της εταιρίας ως απολήψεις έναντι κερδών του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως και 2009, ενώ ως ημερομηνία κάθε απόδειξης αναγραφόταν η ημερομηνία της αντίστοιχης καταχώρησης στον παραπάνω λογιστικό λογαριασμό της εταιρίας και ότι τούτο έπραξε ο Κ.

Β. προς το σκοπό της τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων που υπήρχαν στο λογιστήριο της εταιρίας από τη μη σύνταξη παραστατικών για τις γενόμενες από τον ενάγοντα απολήψεις κερδών. Ότι ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει τις αποδείξεις αυτές, ε) με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ενάγων, αν και είχε γνώση της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας και του ύψους των σημαντικών ανά έτος κερδών που πράγματι εισέρχονταν στο ταμείο της, κυρίως με μετρητά, έχοντας μάλιστα πρόσβαση για τον έλεγχό του (του ταμείου) μέσω των προσωπικών κωδικών του και επιπλέον αν και πρόσφερε σε καθημερινή βάση την εργασία του στην εναγομένη, μη έχοντας άλλες πηγές σταθερού εισοδήματος, εντούτοις επί 12 έτη από την έναρξη λειτουργίας της εταιρίας και 6 έτη από την τελευταία κερδοφόρα εταιρική χρήση του έτους 2009 αδράνησε και δεν αξίωσε να λάβει την αναλογία του από τα κέρδη της, αλλά ούτε και διαμαρτυρήθηκε, ή έστω εκδήλωσε τη δυσαρέσκειά του, κατά την προσφορά της εργασίας του στην έδρα της εταιρίας, ώστε αυτή να μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους υπαλλήλους της εταιρίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη κατέληξε στο αποδεικτό πόρισμα ότι η εναγομένη εταιρία ενέχεται έναντι του ενάγοντος για την καταβολή σ' αυτόν μέρους των αναλογούντων στις εταιρικές χρήσεις των ετών 2008 και 2009 κερδών του, ανερχόμενων στα αντίστοιχα ποσά των € 68.316,42 και των 215.589,94 € και συνολικά στο ποσό των € 283.906,36, από μη ληφθέντα κέρδη για τις εταιρικές χρήσεις των ως άνω ετών κατά τα αντίστοιχα ποσά, το οποίο υποχρεούται να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο , περιέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες που δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθ. 762, 763 και 764 του ΑΚ, που κατά το άρθρο 18 του ΕμπΝ εφαρμόζονται και στις προσωπικές εταιρίες (επομένως και στην ετερόρρυθμη εταιρία που αφορά στην ένδικη υπόθεση), προκύπτει ότι αν δεν υπάρχει αντίθετη, εκ των προτέρων ή υστέρων, συμφωνία, όλοι οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας κατά ίσα μέρη, ανεξαρτήτως του μεγέθους της εισφοράς τους.

Αντίθετη συμφωνία υπάρχει, όταν ορίζονται από τους εταίρους ανισομερή ποσοστά συμμετοχής καθενός από αυτούς στα κέρδη ή τις ζημίες της εταιρίας. Ως κέρδος και ζημία εννοούνται το καθαρό κέρδος και η καθαρή ζημία, όπως αυτά προκύπτουν από τους εταιρικούς λογαριασμούς (ισολογισμό και λογαριασμό κερδοζημιών) μιας συγκεκριμένης (ενδιάμεσης) χρήσης ή της όλης διάρκειας της εταιρίας, δηλαδή το ποσό κατά το οποίο το ενεργητικό υπερβαίνει το παθητικό ή υπερκαλύπτεται από αυτό, αντιστοίχως, όχι δε το μικτό κέρδος ή η μικτή ζημία.

Η συμφωνία για περιοδική (π.χ. κάθε μήνα) καταβολή σε κάποιον εταίρο ορισμένου χρηματικού ποσού ή ποσοστού - με εξαίρεση την αμοιβή για τη διαχειριστική του απασχόληση (άρθρο 754 § 2 ΑΚ) - επιτρέπεται, μόνο εφόσον η καταβολή θα γίνει από τα (καθαρά) κέρδη της εταιρίας. Επίσης, η συμφωνία, κατά την οποία ορισμένοι εταίροι θα προβαίνουν σε απολήψεις, δηλαδή θα λαμβάνουν προκαταβολές από το εταιρικό ταμείο, είναι έγκυρη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί (εταίροι) υποχρεούνται να επιστρέψουν τις εν λόγω προκαταβολές ή να τις συμψηφίσουν κατά το επόμενο κλείσιμο των εταιρικών λογαριασμών (ΑΠ 1974/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΑΚ, σε περίπτωση εταιρίας με διάρκεια μακρότερη από ένα έτος ο λογαριασμός κλείνεται και τα κέρδη μοιράζονται στο τέλος κάθε έτους, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την εταιρική σύμβαση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο εταίρος δικαιούται να αξιώσει δικαστικώς την απόδοση του καθαρού κέρδους που του ανήκει, χωρίς να απαιτείται, για τη θεμελίωση της αγωγής του, να εκτίθεται σ' αυτή ότι κλείσθηκε από την εταιρία ο λογαριασμός στο τέλος του έτους και συντάχθηκε ο σχετικός ισολογισμός (ΑΠ 1688/1998), αλλά ούτε και είναι αναγκαία η παράθεση των εξόδων λειτουργίας (δαπανών) της εταιρίας, καθόσον η τυχόν ύπαρξη εξόδων που πρέπει να αφαιρεθούν είναι αρνητικός ισχυρισμός και όχι στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 362/2008, ΑΠ 885/2005, ΑΠ 581/2004).

Αντιθέτως, στοιχεία της σχετικής περί διανομής των κερδών αγωγής είναι ο ακριβής προσδιορισμός των προς επιδίκαση κερδών, η αναφορά της ύπαρξης ή μη συμφωνίας για τη συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη της εταιρίας, ανάλογα με την εταιρική τους μερίδα, καθώς και η μνεία της ύπαρξης ή μη προβλέψεως στο καταστατικό περί του τρόπου και χρόνου διανομής των κερδών στους εταίρους.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 362/2008).

Από την προπαρατεθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι: α) σύμφωνα με το ισχύον καταστατικό της εναγόμενης εταιρίας (άρθ. 7 § 5) στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης ορίστηκε ότι θα γίνεται απογραφή της εταιρικής περιουσίας, θα συντάσσεται ισολογισμός αυτής και θα προσδιορίζονται με κάθε δυνατή ακρίβεια τα καθαρά κέρδη, τον δε ισολογισμό, την απογραφή και τον πίνακα αποτελεσμάτων (καθαρών κερδών) θα υπογράφουν υποχρεωτικά όλοι οι εταίροι και η υπογραφή αυτή έχει την έννοια της ανεπιφύλακτης αναγνώρισης, που μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο στην περίπτωση που ανακαλυφθούν μεταγενέστερα λάθη λογιστικά ή αριθμητικά και β) με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "η εναγομένη ενέχεται έναντι του ενάγοντος για την καταβολή σ' αυτόν μέρους των αναλογούντων στις εταιρικές χρήσεις των ετών 2008 και 2009 κερδών του, ανερχόμενων στα αντίστοιχα ποσά των € 68.316,42 και των € 215.589,94 και συνολικά στο ποσό των € 283.906,36, το οποίο υποχρεούται να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και όχι από την 1η ημέρα του επόμενου έτους, για το οποίο οφείλεται κάθε επιμέρους ποσό, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι το καταστατικό της εταιρίας περιλαμβάνει ρητό όρο για τον καθορισμό δήλης ημέρας διανομής των κερδών στους εταίρους, αλλά ούτε και ορίζεται τέτοια δήλη ημέρα στο νόμο".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 762 ΑΚ, καθόσον εν προκειμένω , τόσον κατά το καταστατικό όσον και κατά το νόμο τα υπολειπόμενα αναλογούντα στον ενάγοντα κέρδη θα έπρεπε να είναι τοκοφόρα από το τέλος κάθε εταιρικής χρήσης ήτοι του έτους 2008 εκ ποσού 68.316,42 ευρώ από 1-1-2009 ,ενώ του έτους 2009 εκ ποσού 215.589,94 ευρώ από 1-1-2010, όπως ζητούσε με την από 5-10-2015 αγωγή του ο ενάγων και ενώ έγινε δεκτό και δεν αμφισβητήθηκε ότι τηρήθηκε η από το καταστατικό προβλεπόμενη διαδικασία της ακριβούς διατύπωσης και έγκρισης των καθαρών κερδών. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και επειδή η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση , να κρατηθεί και να δικαστεί από το Τμήμα τούτο η αγωγή κατά το αναιρεθέν μέρος (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του νομίμου και βασίμου αιτήματός του, που περιέχεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και το κατατεθέν υπόμνημά του (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 28-1-2024 και 29-10-2024 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 5246/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 28-1-2024 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 29-10-2024 αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Α. Β.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική της δαπάνη εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται εν μέρει την από 29-10-2024 αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος της την υπ'αριθ. 5246/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Κρατεί και δικάζει την από 5-10-2015 αγωγή.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Β. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" να καταβάλει στον ενάγοντα Ν. Κ. το ποσό των διακοσίων ογδόντα τριών χιλιάδων εννιακοσίων έξι ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (€ 283.906,36), με το νόμιμο τόκο το μεν ποσό των εξήντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων δεκαέξι ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (68.316,42) από 1-1-2009 μέχρις εξοφλήσεως, το δε ποσό των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (€ 215.589,94) από 1-1-2010 μέχρις εξοφλήσεως.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ