Supreme Court dismisses appeal on land boundary dispute for inadmissible quantitative vagueness of original complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected two concurrent appeals filed by opposing parties regarding a land boundary dispute. The appellant argued that the lower court failed to dismiss the original complaint due to its lack of specific details regarding the co-owner's share. The court ruled that while legal vagueness is a valid ground for appeal, quantitative vagueness is not, as it falls under a different procedural review standard. Consequently, the appeals were dismissed as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1), 560(5) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that quantitative vagueness of a complaint, distinct from legal vagueness, does not constitute a valid ground for appeal against decisions of peace courts or first-instance courts hearing appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1835 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1835/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Κ. Δ. του Η. και της Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολαΐδη, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Η. Κ. του Δ. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Ζορμπά, και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Η. Κ. του Δ. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Ζορμπά, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Δ. του Η. και της Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολαΐδη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2016 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο Α.1 αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β.2 αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δύμης Κάτω Αχαΐας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 718/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 23-3-2022 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 18-4-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε, την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναιρεσείουσα (αρ. πιν. 37) - αναιρεσίβλητη (αρ. πιν. 35) Κ. Δ. με την με αρ.κατ. 29/19-9-2016 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης, στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσίβλητου (αρ. πιν. 37) - αναιρεσείοντος (αρ. πιν. 35) Η. Κ., ζήτησε την απόδοση εδαφικού τμήματος 6,65 τμ και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.Εκδόθηκαν οι α) 61/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή ως προς αμφότερα τα αιτήματα και β) 718/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που αφού δέχθηκε εν μέρει την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την ως άνω 61/2017 απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και δέχθηκε εν μέρει ταύτη, δηλ.
ως προς το αίτημα απόδοσης, ενώ απέρριψε το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσείουσα (αρ. πιν. 37) με την με αρ. κατ. 82/23-3-2022 αίτησή της και αναιρεσείων (αρ. πιν. 35) με την με αρ. κατ. 137/18-4-2023 αίτησή του, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν κατ' άρθρα 246 και 573§1 του ΚΠολΔ λόγω της μεταξύ τους υπάρχουσας πρόδηλης συνάφειας, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης, αλλά και επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων (ΑΠ 5/2024).
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 25 του ν.4792/2021 και 49 του ν. 4963/2022). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι τους (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Α. Επί της με αρ. κατ. 82/23-3-2022 αίτησης αναίρεσης της Κ. Δ.:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός, δηλ. για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, μεταξύ άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης και κατά συνέπεια να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 27 και 28 /1998, ΟλΑΠ 32/1996). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε συγκύριος, όταν προσβάλλεται το δικαίωμα της συγκυριότητάς του, μπορεί να ασκήσει την διεκδικητική αγωγή εναντίον εκείνου που νέμεται το πράγμα και να επιδιώξει την απόδοση της συννομής κατά την ιδανική του μερίδα.
Την αγωγή αυτή ο συγκύριος μπορεί να την ασκήσει και εναντίον άλλου συγκυρίου, ο οποίος τον απέβαλε από την συννομή. Αίτημα της διεκδικητικής αγωγής είναι η αναγνώριση της κυριότητας και η απόδοση του πράγματος στον κύριο. Στην περίπτωση της συγκυριότητας αίτημα είναι η αναγνώριση της συγκυριότητας και η απόδοση στον συγκύριο της συννομής κατά την ιδανική μερίδα του.
Η επί διεκδικητικής αγωγής απόφαση περί απόδοσης του πράγματος στον κύριο εκτελείται κατά την διάταξη του άρθ. 943 § 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν υπάρχει υποχρέωση να παραδοθεί ή να αποδοθεί ακίνητο, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση.
Μετά την απόδοση του ακινήτου αποκαθίσταται η κυριότητα στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την προσβολή της, πριν, δηλαδή, την αφαίρεση ή κατακράτηση του υλικού της υποβάθρου ενάντια στη θέληση του κυρίου, ενώ τα τυχόν μεν επ' αυτού εναποτεθέντα κινητά αφαιρούνται, το δε τυχόν ανεγερθέν κατασκεύασμα περιέρχεται στην κυριότητα και στη σφαίρα επιρροής του ενάγοντος-κυρίου.
Ως εκ τούτου ο εναγόμενος δεν δύναται να επέμβει σε αλλότριο ακίνητο, προκειμένου να κατεδαφίσει το κτίσμα ή να απομακρύνει την εγκατάσταση από αυτό. Άλλωστε, σε περίπτωση που ο ενάγων δεν επιθυμεί το κτίσμα, μετά την απόκτηση του ακινήτου, τίποτε δεν τον εμποδίζει να το κατεδαφίσει ο ίδιος, δεδομένου ότι δύναται να το διαθέτει κατά βούληση.Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 ΑΚ).
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.
Έτσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ και του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής.
Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακράτησης του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη (ΟλΑΠ 4/2016, ΑΠ 1347/2010). Τέλος, η παράνομη και υπαίτια κατάληψη ξένου ακινήτου και η ανέγερση σ' αυτό κατασκευασμάτων, που προκαλούν ζημία στον κύριο του ακινήτου, παρέχει στον τελευταίο, εκτός από τη διεκδικητική αγωγή και αγωγή αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 1099, 297, 298, 914 και 932 του ΑΚ.
Η αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οφειλόμενη κατ' αρχήν σε χρήμα (άρθρο 297 παρ.1 ΑΚ), μπορεί να ζητηθεί να γίνει in natura (άρθρο 297 παρ. 2 ΑΚ), δηλαδή με την υποχρέωση αποκατάστασης των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την κατεδάφιση και απομάκρυνση των κατασκευασμάτων. Πότε ένα τέτοιο σωρευόμενο στη διεκδικητική αγωγή αίτημα ασκείται ως αξίωση αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του κυρίου ή ως περιεχόμενο της αρνητικής αγωγής και προς προστασία της κυριότητας αποτελεί εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής (ΟλΑΠ 4/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη με αρ.κατ. 29/19-9-2016 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα (αρ. πιν. 37), επικαλούμενη ότι είναι συγκύρια κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας εδαφικής λωρίδας εμβαδού 6,65 τμ, που βρίσκεται στη Δύμη Αχαΐας, η οποία συγκυριότητα αναγνωρίσθηκε με δύναμη δεδικασμένου με προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση και ότι "ο εναγόμενος, καίτοι κλήθηκε προς τούτο επανειλημμένα, αρνείται να (της) αποδώσει την πιο πάνω εδαφική λωρίδα ελεύθερη κατά το ανήκον εις (αυτήν) κατά συγκυριότητα ιδανικό μερίδιο εκ ποσοστού 1/2 αδιαίρετα, την οποία εδαφική λωρίδα έχει καταλάβει και κατέχει και σήμερα σε όλο το μήκος και πλάτος της, έχοντας τοποθετήσει κατά την δυτική της πλευρά έναν γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ) που είναι σε αχρησία λόγω παλαιότητάς του, καθώς και διάφορα άχρηστα αντικείμενα, όπως ελαστικά αυτοκινήτων κλπ.
ως επίσης έχει περιφράξει την εδαφική αυτή λωρίδα και ενσωματώσει στην δική του ιδιοκτησία, έχοντας τοποθετήσει και ξύλινη περίφραξη στην ανατολική πλευρά της εδαφικής αυτής λωρίδας, όπου γινόταν η είσοδός (της) στην ιδιοκτησία (της) και είναι πρόδηλο, ότι είναι αδύνατη η ακώλυτη διέλευσή (της) από την εν λόγω εδαφική λωρίδα και (δικαιούται) να (ζητήσει), με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1094 ΑΚ, να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου από την εδαφική αυτή λωρίδα κατά το ανήκον εις (αυτήν) ιδανικό μερίδιο εκ ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου και η δική (της) σε αυτήν εγκατάσταση, υποχρεουμένου αυτού (εναγομένου) να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάστασή τους, με την αφαίρεση της περίφραξης που έχει τοποθετήσει στην εδαφική αυτή λωρίδα, καθώς και του ξύλινου πορτονιού που έχει τοποθετήσει στην ανατολική πλευρά της λωρίδας αυτής στα όρια με την δική (της) ιδιοκτησία, ούτως ώστε ν' αποδοθεί εις (αυτήν) εντελώς ελεύθερη η εδαφική αυτή λωρίδα και να είναι ακώλυτη η διέλευση (της) από αυτή, άλλως να επιτραπούν τα παραπάνω εις (αυτήν) και με δαπάνες του εναγομένου", ζήτησε την απόδοση της ως άνω εδαφικής λωρίδας και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά τα ανωτέρω.
Με την 61/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Δύμης εκτιμήθηκε ότι σωρεύονται παραδεκτά στο ανωτέρω δικόγραφο διεκδικητική αγωγή και αγωγή αποζημίωσης και έγιναν δεκτές αμφότερες κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 718/16-12-2020 απόφαση του -κατ' έφεση δικάσαντος - Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Με την απόφαση αυτή - κατ' επιτρεπτό αυτεπάγγελτο έλεγχο της νομιμότητας της αγωγής - κρίθηκε ότι η αγωγή ως προς το δεύτερο κύριο αίτημά της (περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση) "είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Τούτο διότι η αγωγή της ενάγουσας είναι διεκδικητική της κυριότητας αγωγή και στηρίζεται στην διάταξη του άρθ.1094 ΑΚ...
Το αίτημα δε επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, με την αφαίρεση της περίφραξης ...και των λοιπών αντικειμένων που έχει τοποθετήσει ο εναγόμενος στο επίδικο ακίνητο, σχετίζεται με την διατάραξη της κυριότητας και όχι την αποβολή κατ' άρθ.1108 ΑΚ, εν προκειμένω δε η ενάγουσα επικαλείται μόνον περιστατικά καθολικής προσβολής της κυριότητάς της (καθολική αποβολή και ενσωμάτωση του επιδίκου στην ιδιοκτησία του εναγομένου)...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το -ως Εφετείο δικάσαν- Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, κατά παραδοχή της έφεσης, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε το ως άνω δεύτερο αίτημα ως μη νόμιμο. Έτσι που απεφάνθη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εκτίμησε την αγωγή ως διεκδικητική, το δε αίτημα περί καθαίρεσης της περίφραξης και απομάκρυνσης των εναποτεθέντων κινητών ορθά έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον αφενός συνάδει με αρνητική αγωγή κατά τα ανωτέρω, που δεν μπορεί να σωρευθεί με διεκδικητική όταν αφορά το ίδιο τμήμα ακινήτου και αφετέρου ουδόλως η ενάγουσα επικαλέσθηκε εν προκειμένω βλάβη του ιδανικού της μεριδίου επί του ακινήτου με την ανέγερση επ' αυτού κτίσματος ή έστω την πρόκληση σε βάρος της οποιασδήποτε άλλης αποθετικής ή θετικής ζημίας, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ περί αποζημίωσης (ΑΠ 1865/2023, ΑΠ 362/2010).
Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη η Πρόεδρος αυτού Αγάπη Τζουλιαδάκη, είχε την άποψη ότι το αίτημα της αγωγής περί καθαίρεσης της περίφραξης και απομάκρυνσης των εναποτεθέντων κινητών από την επίδικη εδαφική λωρίδα παραδεκτά σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με τη διεκδικητική αγωγή, και τούτο, διότι, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, η ως άνω ένδικη αίτηση ασκείται ως αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία με τη μορφή της in natura αποκατάστασης της ζημίας, την οποία υπέστη η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα από την παράνομη και χωρίς τη θέλησή της αποβολή της από το επίδικο ακίνητο, με την επαναφορά δηλαδή των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση δια της υπό του εναγομένου καθαιρέσεως της κατασκευασθείσης υπ' αυτού περίφραξης και απομακρύνσεως των εναποτεθέντων υπό του ιδίου κινητών πραγμάτων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297 εδ.
β', 1099 σε συνδυασμό με 914 ΑΚ, συντρεχόντων εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όλων των όρων της αδικοπραξίας, τούτων εμπεριεχομένων αυτοθρόως στην εν λόγω αγωγική αξίωση σε συνδυασμό με το ιστορικό της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, ήτοι της υπαιτίου και παρανόμου αποβολής της ενάγουσας από τη νομή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και της προκλήσεως σ' αυτήν βλάβη, συνισταμένης στην παρεμπόδιση της ακωλύτου διέλευσής της από αυτό.
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σωρευόμενο ως άνω αίτημα της αγωγής, ως μη νόμιμο, κρίνοντας ότι αυτό προσιδιάζει στην αρνητική αγωγή, που όμως δεν μπορεί να σωρευθεί με τη διεκδικητική αγωγή, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., διότι εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, ενώ αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297 εδ.
β', 1099 σε συνδ. με 914 ΑΚ, αν και συνέτρεχαν όλες οι κατά νόμον προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Κατόπιν τούτου, κατά την άποψη της μειοψηφίας, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του μοναδικού και βασίμου λόγου της με αρ. 82/203-3-2022 αίτησης αναίρεσης. Αντίθετα, κατά την πλειοψηφούσα ως άνω άποψη πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός αναιρετικός λόγος και κατ' ακολουθίαν να απορριφθεί η με αρ.
κατ. 82/23-3-2022 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
Β. Επί της με αρ. κατ. 137/18-4-2023 αίτησης αναίρεσης του Η. Κ. :
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το Δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποιοτική και η ποσοτική αοριστία της αγωγής δημιουργούν λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 313/2012).
Μόνο η νομική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, προβάλλονται ως λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αρ. 1 και 5 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2022 μετά την τροποποίηση με το ν.4842/2021, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 9/2020) και δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη στο άρθρο 560 του ιδίου κώδικα που προβλέπει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων (ειρηνοδικείων και πρωτοδικείων που κρίνουν εφέσεις κατ' αυτών) (ΑΠ 18/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1452/2008).
Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος της κρινόμενης με αρ. κατ. 137/18-4-2023 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Η. Κ. μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη ένεκα αοριστίας την ένδικη αγωγή, παρά το ότι στο δικόγραφό της δεν περιέχεται ακριβής περιγραφή του επιδίκου και δεν αναφέρεται ποιος είναι συγκύριος κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν προβάλλεται ποσοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 9/2020) που δεν προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων.
Κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 137/18-4-2023 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις με αρ. κατ. 82/23-3-2022 και 137/18-4-2023 αιτήσεις αναίρεσης κατά της 718/16-12-2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δικάσαντος ως Εφετείο.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 82/23-3-2022 αίτηση αναίρεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 137/18-4-2023 αίτηση αναίρεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ