Legislator Case Law & Legislation
1835/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to lack of proportionality reasoning in disciplinary dismissal.

Case Number 1835/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a single-judge court's dismissal of a labor contract termination, finding the lower court's reasoning insufficient. The employer argued the employee's cumulative disciplinary offenses justified immediate dismissal, while the employee contended the penalty was disproportionate. The court ruled that the lower court failed to explicitly assess whether the cumulative offenses warranted such a severe penalty, violating the principle of proportionality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code: The termination of an indefinite-term labor contract is a unilateral and voidable act, but its exercise must not exceed the limits imposed by good faith, social or economic purpose, and the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Principle of Proportionality Disciplinary Dismissal Good Faith Requirement Appeal Against Judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 669 para. 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para.1 and para.3 of the Code of Civil Procedure
Article 174 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1835 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1835/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ" (Δ.Ε.Υ.Α.Ν.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ναύπλιο Αργολίδας και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος διόρισε και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ζερδελή που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ά. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Μαρίας Μαγδαληνής Τσίπρα και Ευαγγελίας Ξυπνητού, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν η 554/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 81/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 18-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 18-5-2021 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 81/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζόμενου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσόμενους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, 1683/2012).

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 630/2020, 525/2016, 1683/2012).

Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (ΑΠ 184/2015, σκέψη αρ.3).

Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσεως εργασίας, αντί της επιβολής άλλης ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος).

Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφ' όσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 244/2017, 769/2016, 904/2012, 255/2006). Επιπλέον, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε, ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ1173/2017, 244/2017, 904/2012).

Συνακόλουθα η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και στην περίπτωση κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των λόγων που την υπαγόρευσαν, δεν ήταν, με καθαρώς αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αρχές τις καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, το επιβαλλόμενο μέτρο για την προστασία του καλώς εννοούμενου οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη γιατί αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα (Α.Π.102/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της από 15-6-2018 εφέσεως που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά της υπ' αριθμ. 554/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 5-7-2016 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως Αποχετεύσεως Ναυπλίου" (Δ.Ε.Υ.Α.Ν.), με την οποία αυτή, επικαλούμενη ότι το εναγόμενο, με το οποίο συνδεόταν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέχοντας τη θέση της γενικής διευθύντριας, αφού της επέβαλε παράνομα μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του στις 27-4-2016 την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, της κατήγγειλε στη συνέχεια στις 13-5-2016, παράνομα και καταχρηστικά την ως άνω σύμβαση εργασίας, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, καθώς και να καταδικαστεί στην καταβολή μισθών υπερημερίας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα Α.

Μ. προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη επιχείρηση με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ναυπλίου" (ΔΕΥΑΝ) - νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) συσταθέν το έτος 1988 (εξουσιοδοτικός Ν 1069/1980 "περί κινήτρων για την ίδρυση επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως") - στις 6-12-1988 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς στελέχωση αυτής, αρχικά για δοκιμαστική περίοδο.

Στις 10-4-1989 αποφασίσθηκε από το Δ.Σ. της εναγομένης η τοποθέτησή της ως διευθύντριας, με καθήκοντα αυτά που προβλέπονταν στο Ν .1069/1980, ήτοι στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) της τελευταίας. Ακολούθως, στις 20-11-1989 αποφασίσθηκε από το Δ.Σ. της εναγομένης η μετατροπή, σύμφωνα με τον Ο.Ε. Υ., της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας σε αορίστου χρόνου, ενώ με την υπ' αριθμ. 32/1990 απόφαση του Δημάρχου Ναυπλίου αυτή (ενάγουσα) διορίσθηκε σε οργανική θέση του Δήμου Ναυπλιέων ως μόνιμη υπάλληλος της κατηγορίας ΠΕ.

Εν συνεχεία με την υπ' αριθμ. 51/1990 απόφαση του Δημάρχου Ναυπλιέων αποσπάστηκε για πέντε έτη στην εναγομένη, όπου ασκούσε τα καθήκοντα της διευθύντριας υπηρεσιών. Η απόσπασή της παρατάθηκε για άλλη μία πενταετία και, ακολούθως ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 6/1999 απόφαση του Δημάρχου Ναυπλιέων. Κατόπιν τούτου, επανήλθε στο Δήμο Ναυπλιέων και στη συνέχεια αποσπάστηκε στο πολιτικό γραφείο του συζύγου της Γ.

Τ., τότε βουλευτή Νομού Αργολίδας. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 79/2003 απόφαση του Δημάρχου Ναυπλιέων, αποσπάστηκε εκ νέου στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και επανήλθε στην προηγούμενη θέση της ως διευθύντρια υπηρεσιών. Περαιτέρω, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας, αποδεχόμενο την αίτηση της ενάγουσας, αποφάσισε την οριστική μετάταξη αυτής στην εναγομένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 27 παρ. 9 Ν 3013/2002 περί μετατάξεως υπαλλήλων Ο.Τ Α. .

Ακολούθως, το Δ.Σ. της εναγομένης, με τις υπ' αριθμ. 1/2007 και 12/2007 αποφάσεις του, αποφάσισε την απομάκρυνση της ενάγουσας από τη θέση της διευθύντριας. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε την από 2-4-2007 αγωγή της κατά της εναγομένης, με την οποία, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας λόγω του υφιστάμενου υποβιβασμού της, ζητούσε αφενός να διαγνωσθεί ότι υφίστατο μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, αφετέρου να υποχρεωθεί η εναγομένη να την επαναφέρει στην προηγούμενη θέση της, καταβάλλοντας τα αιτούμενα ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 458/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία κρίθηκε ότι η αφαίρεση από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα της θέσης που κατείχε (διευθύντρια των υπηρεσιών της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης) αποτελούσε ανεπίτρεπτη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της.

Με την ίδια απόφαση κρίθηκε παρεμπιπτόντως, ως προδικαστικό ζήτημα, ότι η σχέση που συνδέει την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, μετά την προαναφερομένη μετάταξη της από το Δήμο Ναυπλιέων σε αυτήν (εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη), είναι έγκυρη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (άρθρ. 258 παρ. 1 Ν 3463/2006 σε συνδ.

με άρθρ. 4 παρ. 1 - 3 του Ο.Ε.Υ. της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης)....... Μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 458/2009 απόφασης, η ενάγουσα επέστρεψε στη θέση που κατείχε, δηλαδή της διευθύντριας των υπηρεσιών της εναγομένης, όπου παρέμεινε μέχρι τις 13-5-2016, οπότε και της επιδόθηκε η ένδικη υπ' αριθμ. πρωτ. 668/13-5-2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Ειδικότερα, πριν την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ' αριθμ. 71 απόφασης της 7ης Συνεδρίασης της 27ης-4-2016 του Δ. Σ. της εναγομένης, κατά την οποία αποφασίσθηκε η πειθαρχική ποινής της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας με μονομερή καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, σύμφωνα με το άρθρ. 35 παρ. 2 του Ο.Ε.Υ..

Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα μαζί με την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, στις 13-5-201. Η ενάγουσα, ως συνδεόμενη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την εναγομένη, κατόπιν της προαναφερομένης μετάταξής της στην τελευταία από τακτικό προσωπικό Δήμου, υπάγεται στις διατάξεις του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων μόνο ως προς τα θεμελιώδη καθήκοντα, τους περιορισμούς, την αστική ευθύνη, τις υπηρεσιακές μεταβολές και τα δικαιώματα των εν λόγω υπαλλήλων, όχι, όμως, και ως προς το πειθαρχικό δίκαιό τους (βλ.

συνδ. άρθρ. 37 παρ. 1, 7 παρ. 4, 7 και 8 Ο.Ε.Υ. με άρθρ. τέταρτο παρ. 1 Ν 4057/2012). Περαιτέρω, η εναγομένη επέβαλε στην ενάγουσα την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, επειδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αρμοδίων οργάνων της, η τελευταία προέβαινε σε αμελή και πλημμελή άσκηση των εργασιών της και αρνείτο την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί, παραβιάζοντας το υπηρεσιακό καθήκον της, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 18 παρ. 1 περ. 1-9 του Ο.Ε.Υ., από τις οδηγίες και τις διαταγές του ιεραρχικά προϊσταμένου της Δ.

Σ. της εναγομένης και από τη φύση της θέσης της υπηρεσίας που εκτελούσε ως Διευθύντρια νομικού προσώπου παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας... Ειδικότερα, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη προέβη στην ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ισχυριζόμενη, καταρχήν, ότι η ενάγουσα εκτελούσε πλημμελώς και αμελώς τα καθήκοντα της, που σχετίζονταν με δικαστικές αντιδικίες της εναγομένης, με αποτέλεσμα η τελευταία να ζημιωθεί.

Πιο συγκεκριμένα : α) Στις 19-11- 2015 επιδόθηκε στην εναγομένη ως τρίτη το από 16-11- 2015 κατασχετήριο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…… Ο.Ε." κατά της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία "……Α.Ε." ποσού 43.300 ΕΥΡΩ. Όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, το εν λόγω κατασχετήριο ουδέποτε προωθήθηκε από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής (εναγομένης), προκειμένου να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η νόμιμη οκταήμερη προθεσμία δήλωσης της εναγομένης περί ύπαρξης ή μη απαιτήσεως ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδικείου.

Η δε πρώτη από της προαναφερόμενες εταιρείες άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, την από 1η- 2- 2016 ανακοπή, με την οποία ζητούσε, την καταδίκη της στην καταβολή του ποσού των 37.318,99 ΕΥΡΩ. β) Στις 17-12-2015 εκδικάσθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατά την τακτική διαδικασία αγωγή της Δ.Ε.Υ.Α.ΑΡ.Μ.

κατά της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε, κατόπιν ερημοδικίας της τελευταίας, η υπ' αριθμ. 28/2016 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 393.914,33 ΕΥΡΩ έντοκα από 1-1-2015, καθώς και δικαστικά έξοδα 10.800 ΕΥΡΩ. Η ίδια απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή κατά το ήμισυ του επιδικασθέντος κεφαλαίου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση και αίτηση αναστολής εκτέλεσής της, με αποτέλεσμα την αναστολή της εκτέλεσής της, όμως η εναγομένη απώλεσε με αυτόν τον τρόπο την κρίση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα επέδειξε αδιαφορία για την πορεία αυτής της υπόθεσης πριν τη συζήτησή της στο ακροατήριο, καθόσον όφειλε να ενημερωθεί από τον εντολοδόχο δικηγόρο της εναγομένης περί των δυνατοτήτων άμυνας στην ανοιγείσα δίκη και στη συνέχεια να ενημερώσει το ΔΣ αυτής, το οποίο ήταν το μόνο αρμόδιο να λάβει την απόφαση να μην παραστεί στη συζήτηση της εν λόγω υπόθεσης και, μέσω της ερημοδικίας της, να συνομολογήσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την αγωγή της Δ.Ε.Υ.Α.ΑΡ.Μ..

γ) Στις 2-4-2014 εκδικάσθηκε ερήμην της εναγομένης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου η από 27 - 9 - 2012 προσφυγή της εταιρείας με την επωνυμία "…..Α.Ε.", επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 105/2014 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ως άνω εταιρεία το ποσό των 114.550,94 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 26-11-2011 μέχρις εξοφλήσεως, καθώς και δικαστικά έξοδα 4.800 ΕΥΡΩ.

Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα παρέλειψε να προωθήσει την εν λόγω προσφυγή στο ΔΣ αυτής (εναγομένης) για τον διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου και την εκπροσώπηση αυτής (εναγομένης) ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. δ) Στις 19-11-2015 επιδόθηκε στην εναγομένη κλήση της αγωγής του Κ.

Σ., με την οποία επαναφερόταν προς συζήτηση στις 16-3-2016 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου αγωγή αποζημίωσης εναντίον αυτής (εναγομένης). Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ουδέποτε προώθησε το εν λόγω δικόγραφο προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής (εναγομένης) Δ. Ρ., με αποτέλεσμα κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 16- 3-2016 η εναγομένη να κινδυνεύσει να δικασθεί ερήμην αν ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος της δεν ελάμβανε τυχαία γνώση της εκδίκασης της υπόθεσης κατά την ημέρα της συζήτησής της και δεν παρίστατο για την υποβολή αιτήματος αναβολής της.

Το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), οδηγήθηκε στη δικανική πεποίθηση ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ακόμη κι αν προέβη σε εσφαλμένους χειρισμούς των προαναφερομένων υποθέσεων, εντούτοις δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, η οποία δικαιολογεί την εις βάρος της επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Καταρχήν αναφορικά με την ανωτέρω υπό στοιχ. α' υπόθεση, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ήταν, αποκλειστικά αυτή και μόνο, επιφορτισμένη με την ευθύνη να προωθήσει το προαναφερόμενο κατασχετήριο στον πληρεξούσιο της εναγομένης Δ. Ρ., ο οποίος είχε αναλάβει την εν λόγω υπόθεση. Ο δε Δ. Ρ. στην κατάθεση του, που περιέχεται στην ανωτέρω υπ' αριθμ. 100/22-3 -2017 ένορκη βεβαίωση, εκθέτει τα εξής: "Η κα Μ.

ισχυρίζεται ότι είχε δώσει σε εμένα μέσω της κας Θ. και του κου Σ. δικόγραφο Κατασχετηρίου της "…..Ο.Ε." κι ότι εγώ προφανώς αδράνησα και δεν ασκήθηκε εντός των 8 ημερών από την επίδοση του Κατασχετηρίου η σχετική Δήλωση στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου ... Τα ίδια επανέλαβε και σε αίτησή της κατά της ΔΕΥΑΝ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, όπως και σε έγγραφό της προς το Δήμαρχο Ναυπλίου ...

ενώ η αλήθεια είναι ότι ούτε στην Θ. έδωσε το Κατασχετήριο αυτό, και βέβαια ούτε ο Σ. μου έδωσε εμένα το Κατασχετήριο αυτό, αφού δεν το είχε πάρει ποτέ, και αυτό γιατί αν μου είχε δοθεί το δικόγραφο αυτό θα είχα ενημερώσει είτε τον Πρόεδρο του ΔΣ και Δήμαρχο Ναυπλιέων Κ. είτε τον Αναπληρωτή Πρόεδρο του ΔΣ της ΔΕΥΑΝ Λ.

για το αν θα προέβαινε η ΔΕΥΑΝ στη Δήλωση του άρθρ. 985 του ΚΠολΔ". Δηλαδή ο Δ. Ρ., πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης στην ανωτέρω υπό στοιχ. α' υπόθεση, με την εν λόγω κατάθεσή του δεν επέρριψε "ξεκάθαρα" και με σαφήνεια αποκλειστικά στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα την ευθύνη για το γεγονός ότι δεν παρέλαβε το ως άνω κατασχετήριο, ενώ από την ίδια κατάθεση προκύπτει ότι, αν υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια ή αδράνεια στον χειρισμό της ανωτέρω υπό στοιχ.

α υπόθεσης, αυτή βαρύνει γενικά το ΔΣ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης. Περαιτέρω, αναφορικά με την υπό στοιχ. β' υπόθεση, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης Δημήτριος Ορφανός επέλεξε να μην παρασταθεί στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατά τη συζήτηση της εν λόγω υπόθεσης, καθόσον ήταν βάσιμη η οφειλή της εναγομένης και, συνεπώς, η παράστασή της θα την επιβάρυνε με επιπλέον έξοδα.

Αυτό, άλλωστε, ανέφερε ο Δημήτριος Ορφανός στην από 22-3-2016 ενημερωτική επιστολή, που απέστειλε στην εναγομένη, η οποία έλαβε αριθμό πρωτ. 346/24- 3-2016 (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου, όπου, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνονται τα εξής: "Μετά ταύτα έκρινα ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί η επιχείρηση με τα έξοδα και αμοιβές για την εκδίκαση της υπόθεσης, αφού το μόνο που θα συνεισέφερα στο δικαστήριο θα ήταν η ομολογία της οφειλής.

Σε κάθε περίπτωση η επιχείρηση δεν έχει χάσει κανένα δικαίωμά της λόγω της ερημοδικίας"). Περαιτέρω, αναφορικά με την υπό στοιχ. γ' υπόθεση, δεν αποδείχθηκε ότι η ερημοδικία της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης κατά την εκδίκαση της προαναφερομένης από 27-9-2012 προσφυγής ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε αμέλεια ή πλημμέλεια της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας.

Άλλωστε, ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Χ. Μ., πολιτικός μηχανικός που εργάζεται στη ΔΕΥΑΝ, του οποίου η κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, κατέθεσε: "Εγώ είδα το αποτέλεσμα, ότι η ΔΕΥΑΝ δεν πήγε στο Δικαστήριο και χάσαμε τη δίκη", ενώ στην ερώτηση που του υποβλήθηκε αμέσως μετά από πληρεξούσιο δικηγόρο : "Μήπως φταίει το Διοικητικό Συμβούλιο γι' αυτό και δεν φταίει η κυρία Μ.;", απάντησε : "Όχι, σε καμία περίπτωση".

Δηλαδή ο εν λόγω μάρτυρας, παρόλο που με την κατάθεση του ενδεχομένως υπονόησε ότι για την ερημοδικία της εναγομένης στην ανωτέρω υπό στοιχ. γ υπόθεση υπεύθυνη είναι η ενάγουσα , εντούτοις δεν κατέθεσε με σαφήνεια σε ποιες συγκεκριμένες αμελείς ή πλημμελείς ενέργειες είχε προβεί η τελευταία κατά τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης.

Κατόπιν τούτου, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι η τυχόν ευθύνη για την ερημοδικία της εναγομένης κατά τη συζήτηση της προαναφερομένης προσφυγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 105/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, δεν βαρύνει αποκλειστικά την ενάγουσα, στην οποία και μόνο αυτή (ευθύνη) αποδόθηκε, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ της εναγομένης, τα οποία είχαν επιφορτισθεί με τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης.

Περαιτέρω, αναφορικά με την ανωτέρω υπό στοιχ. δ υπόθεση, αποδείχθηκε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης Δ. Ρ. ήταν ήδη ενημερωμένος για την πορεία της υπόθεσης πολύ πριν τη συζήτηση της στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου στις 16-3-2016, ενώ κατά τη δικάσιμο της ίδιας ημερομηνίας δεν είχε άλλη υπόθεση.

Αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 18-2-2011 έγγραφο που απέστειλε στην ενάγουσα ο Δ. Ρ., με θέμα : "Υπόμνημα εκκρεμών υποθέσεων που χειρίζομαι", όπου ο τελευταίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει: "Επίσης μου έχει ανατεθεί η υπεράσπιση της ΔΕΥΑΝ κατά Κ. Σ., ο οποίος έχει πετύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής. Κατά αυτής της διαταγής πληρωμής έχουμε ασκήσει ανακοπή και αίτηση αναστολής.

Η ανακοπή μετ' αναβολές εκδικάζεται στις 5-10-2011 στο Μον/λες Πρωτ/κείο Ναυπλίου, αφού έχει ανασταλεί η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Στην ίδια δικάσιμο δικάζεται και Προσφυγή - Αγωγή του Κ. Σ. στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου". Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος της έλαβε τυχαία γνώση περί της συζήτησης της ανωτέρω υπό στοιχ.

δ υπόθεσης και ότι εξαιτίας αμέλειας και πλημμέλειας της ενάγουσας κατά την άσκηση των εργασιακών καθηκόντων της αυτή (εναγομένη) κινδύνευσε να δικασθεί ερήμην κατά την εν λόγω συζήτηση, δεν κρίνονται πειστικοί ...Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 6 του Ο.Ε.Υ. της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 4 Ν 4483/2017 και εν συνεχεία με το άρθρ. 348 παρ. 4 Ν 4512/2018, ορίζει ότι ο Γενικός Διευθυντής αυτής (εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης), ιδιότητα την οποία είχε η ενάγουσα, ελέγχει την καθημερινή εργασία της επιχείρησης, ασκεί εποπτεία στη διεξαγωγή των εργασιών κάθε υπηρεσίας ασκώντας τη διοίκηση του προσωπικού της, είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και των επιτροπών της και μεριμνά, μεταξύ άλλων, για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, την παραίτηση από αυτά και για κάθε δικαστικό ή εξωδικαστικό συμβιβασμό.

Παρόλα αυτά, όμως, είναι προφανές ότι ο Γενικός Διευθυντής της εναγομένης, εν προκειμένω η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγχει και να επιβλέπει το έργο των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης, οι οποίοι δεν αποτελούν τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και κατά την εκπροσώπηση αυτής (εναγομένης) στα ακροατήρια των Δικαστηρίων αναπτύσσουν δικές τους πρωτοβουλίες, με βάση τις γνώσεις τους και την εμπειρία τους, ανάλογα με τη φύση και την πορεία της κάθε υπόθεσης.

Σε κάθε, δε, περίπτωση είναι αντίθετος με την καλή πίστη ο πλήρης καταλογισμός ευθύνης στον Γενικό Διευθυντή, εν προκειμένω στην ενάγουσα για τη δικαστική έκβαση κάποιας υπόθεσης της εναγομένης, πολύ, δε, περισσότερο όταν πρόκειται για βάσιμες οφειλές της τελευταίας προς τρίτους, όπως αυτές που αφορούν τις ανωτέρω υπό στοιχ.

α έως δ περιπτώσεις". Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής (ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας) ήταν δικαιολογημένη λόγω των εκ μέρους της πλημμελών χειρισμών των ανωτέρω υπό στοιχ.

α, β, γ και δ υποθέσεων. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 7/6-10- 2015 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης αποφασίσθηκε η κατάρτιση εξωδικαστικού συμβιβασμού, προς αποφυγή δικαστικών διενέξεων, για δίκη που είχε ανοιχθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου κατόπιν ασκήσεως της υπ' αριθμ. εκθ. κατάθ. 150/2012 αγωγής της εταιρείας "….ΑΒΕΤΕ" - που είχε υποκατασταθεί νομίμως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας "……ΑΒΕΓΕ" - κατά της εναγομένης με αντικείμενο την καταβολή του συνολικού ποσού των 142.625,95 ΕΥΡΩ και, κατόπιν περιορισμού των αξιώσεων της εν λόγω εταιρείας, του ποσού των 80.000 ΕΥΡΩ.

Η ανωτέρω απόφαση του ΔΣ της εναγομένης κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με παράλληλη προώθηση του υπογεγραμμένου από την ως άνω εταιρεία ιδιωτικού συμφωνητικού του εξώδικου συμβιβασμού, ο οποίος (συμβιβασμός) προϋπέθετε την έκδοση από την εναγομένη τραπεζικής επιταγής ποσού 40.000 ΕΥΡΩ στις 31-12-2015. Όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, η ενάγουσα αρνήθηκε την εκτέλεση της εντολής που της ανατέθηκε, ήτοι την έκδοση επιταγής ποσού 40.000 ΕΥΡΩ, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η τελική προθεσμία επίτευξης του συμβιβασμού και, ακολούθως, να υπαναχωρήσει από την εν λόγω συμφωνία περί συμβιβασμού ως άνω εταιρεία και να κληθεί η εναγομένη να καταβάλει στην τελευταία το σύνολο της δικαστικώς διεκδικουμένης οφειλής της.

Κατόπιν τούτου, επιχειρήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης η επίτευξη νέας συμβιβαστικής λύσης με τους όρους και το περιεχόμενο της προηγούμενης, όμως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, η ενάγουσα αρνήθηκε και πάλι να εκτελέσει την ανατεθείσα σε αυτήν εντολή, προφασιζόμενη την έλλειψη των νομιμοποιητικών του συμβιβασμού εγγράφων.

Όμως, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα αρνήθηκε να υπογράφει την προαναφερόμενη επιταγή επειδή δεν της είχε κοινοποιηθεί το σύνολο των εγγράφων, που έπρεπε να συνοδεύουν τη δαπάνη που σχετιζόταν με την εν λόγω επιταγή, ήτοι την απόφαση του ΔΣ της εναγομένης αναφορικά με τον ως άνω συμβιβασμό, καθώς και υπογεγραμμένο το συμφωνητικό περί συμβιβασμού.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η ενάγουσα, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 263/10-3-2016 έγγραφό της, απευθυνόμενο στον Πρόεδρο και στον Αντιπρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης, ζήτησε από τους τελευταίους να της παραδοθεί το σύνολο των εγγράφων, που συνοδεύουν τη σχετιζόμενη με την προαναφερόμενη επιταγή εντολή πληρωμής, ώστε να τηρηθεί η νόμιμη και προσήκουσα διαδικασία και, ακολούθως, αυτή (ενάγουσα) να προβεί στην εκτέλεση της εν λόγω εντολής.

Επίσης, με το ίδιο έγγραφο η ενάγουσα διατύπωσε την άποψη της ότι ο προαναφερόμενος συμβιβασμός "αφενός δεν συνάδει με τα συμφέροντα της επιχείρησης, αφετέρου συνιστά επιλεκτική διαχείριση δικαστικών υποθέσεων, καθόσον σχεδόν στο σύνολό τους η ΔΕΥΑΝ μέχρι τώρα έχει επιλέξει την εξάντληση των βαθμών δικαιοδοσίας" (βλ.

το προσκομιζόμενο αντίγραφο του υπ' αριθμ. πρωτ. 263/10 - 3 - 2016 εγγράφου). Όμως, παρά τα διαλαμβανόμενα στο υπ' αριθμ. πρωτ. 263/10 - 3 - 2016 έγγραφο, το ΔΣ της εναγομένης δεν παρέδωσε τα αιτούμενα έγγραφα στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με αποτέλεσμα η τελευταία να αρνηθεί να υπογράψει την ανωτέρω επιταγή, ενόψει και του γεγονότος ότι ο προαναφερόμενος συμβιβασμός, που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της εν λόγω επιταγής, δεν είχε περάσει από έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο είναι και το αρμόδιο όργανο για τον έλεγχο των δαπανών των Δήμων αλλά και των νομικών τους προσώπων, σύμφωνα με το άρθρ. 35 Ν 4129/2013.

Κατόπιν τούτου, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται και πάλι στη δικανική πεποίθηση ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προέβη πράγματι σε εσφαλμένους χειρισμούς στη διεκπεραίωση της υπόθεσης, που σχετίζεται με τον ως άνω συμβιβασμό και την ένεκα αυτού έκδοση της ως άνω επιταγής, η οποία (υπόθεση) της είχε ανατεθεί από το ΔΣ της εναγομένης, εντούτοις ούτε σε αυτήν την περίπτωση επέδειξε αμελή συμπεριφορά, η οποία δικαιολογεί την εις βάρος της επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγομένη και καταθέτουν οι μάρτυρες της.

Σε κάθε δε περίπτωση είναι αντίθετος με την καλή πίστη ο πλήρης καταλογισμός ευθύνης στον Γενικό Διευθυντή, εν προκειμένω στην ενάγουσα, για την πορεία και την εξέλιξη κάποιας οφειλής της εναγομένης προς τρίτο, η οποία, μάλιστα, ήταν βάσιμη και υπαρκτή. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής (ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας) ήταν δικαιολογημένη λόγω της εκ μέρους της άρνησης να υπογράψει την ως άνω επιταγή και να συνδράμει στην υλοποίηση του ως άνω συμβιβασμού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2015 εκκρεμούσε η πληρωμή των αδειών 23 εργαζομένων της εναγομένης, οι οποίοι δεν είχαν λάβει τη νόμιμη άδεια ανάπαυσης για το έτος 2014. Για το λόγο αυτό στη συνεδρίαση του ΔΣ της εναγομένης της 17ης-3 - 2015 αποφασίσθηκε η "πληρωμή των αδειών που δεν έχουν χορηγηθεί του προηγούμενου έτους, κατά περίπτωση (όπως η εργατική νομοθεσία ορίζει)" (αριθμός απόφασης 17/17 - 3 - 2015).

Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα απηύθυνε στους εργαζομένους της εναγομένης το υπ' αριθμ. πρωτ. 452/22 - 5 -2015 έγγραφο με θέμα "Χορήγηση ετήσιας άδειας", με το οποίο τους κάλεσε "να προγραμματίσουν οπωσδήποτε στα πλαίσια της καλής συνεργασίας την άδεια που δικαιούνται έτους 2015, καθώς και το υπόλοιπο αδείας παρελθόντος έτους 2014, το οποίο πρέπει να έχει χορηγηθεί έως 30/6/2015", πλην, όμως, με την εξής υπόμνηση στο τέλος του εγγράφου : "Επειδή όμως σήμερα διατυπώνονται διαφορετικές ερμηνείες από ορισμένους εργαζομένους και Δ.

συμβούλους και αναζητούνται πρόσωπα για επίρριψη ευθυνών, η χορήγηση των αδειών θα τηρείται αυστηρά όπως ο Νόμος ορίζει". Με βάση αυτό το έγγραφο, επιτεύχθηκε η καταβολή στην ίδια την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και σε τρεις ακόμη συναδέλφους της των αποδοχών αδείας και της αποζημίωσης αδείας για το έτος 2014.

Όμως, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν αντιδράσεις από τους εργαζομένους της εναγομένης , οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για την άνιση μεταχείριση τους και την παραβίαση των εργατικών δικαιωμάτων τους (βλ. το προσκομιζόμενο αντίγραφο του από 18 - 12 - 2015 εγγράφου του Συλλόγου Εργαζομένων της εναγομένης με θέμα "Καταγγελία Συλλόγου Εργαζομένων ΔΕΥΑΝ").

Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα, μέσω του υπ' αριθμ. 60.00.100 Δελτίου Συμψηφισμού, που έλαβε χώρα στις 4-6-2015, έσπευσε να επιστρέψει στο ταμείο της εναγομένης το ποσό των 2.275,97 ΕΥΡΩ, το οποίο στις 15-4- 2015 είχε λάβει ως αποδοχές αδείας και αποζημίωση λόγω μη λήψης αδείας. Η εναγομένη θεμελίωσε, μεταξύ άλλων, την εις βάρος της ενάγουσας πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, καθώς και την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, και σε αυτό το περιστατικό, ισχυριζόμενη ότι αυτή (ενάγουσα) προέβη σε κατάχρηση της θέσης ευθύνης της, προκειμένου, με αδιαφανή κριτήρια, να επιτύχει δικό της οικονομικό όφελος.

Όμως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η θεμελίωση της ανωτέρω πειθαρχικής ποινής και της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στο προπεριγραφόμενο περιστατικό, που σχετίζεται με τις αποδοχές αδείας και την αποζημίωση αδείας, είναι αντίθετη στην καλή πίστη. Καταρχήν, όταν έλαβε χώρα η συνεδρίαση του ΔΣ της εναγομένης στις 17-3-2015 δεν ήταν ακόμη πλήρως ξεκαθαρισμένο ποιοι εργαζόμενοι της εναγομένης, και υπό ποιες προϋποθέσεις, δικαιούνταν αποδοχές για μη ληφθείσα άδεια έτους 2014 (περί αυτού βλ.

κεφ. 2" του προσκομιζόμενου πρακτικού της προαναφερομένης της από 17ης - 3 - 2015 συνεδρίασης με τίτλο "ΠΛΗΡΩΜΗ ΑΔΕΙΩΝ"). Όπως, επίσης, δεν ήταν ακόμη πλήρως ξεκαθαρισμένο εάν τις εν λόγω αποδοχές τις δικαιούνταν, εκτός από τους εργαζομένους της εναγομένης, των οποίων η παρουσία είχε κριθεί αναγκαία στην επιχείρηση και γι' αυτό δεν τους χορηγήθηκε άδεια για το έτος 2014, και άλλοι εργαζόμενοι αυτής (εναγομένης).

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, χρειάστηκε να γίνουν κι άλλες συνεδριάσεις του ΔΣ της εναγομένης, που έλαβαν χώρα στις 18-12-2015 και στις 22-3 -2016, προκειμένου να συζητηθούν εκ νέου, και να ξεκαθαριστούν, τα ζητήματα της χορήγησης αδειών στους εργαζομένους της ΔΕΥΑΝ και της πληρωμής των ημερών κανονικής άδειας (βλ.

τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των πρακτικών των εν λόγω συνεδριάσεων). Επιπροσθέτως, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα έσπευσε άμεσα να επιστρέψει το ανωτέρω ποσό των 2.275,97 ΕΥΡΩ, που είχε λάβει ως αποδοχές αδείας και αποζημίωση λόγω μη λήψης αδείας έτους 2014, το οποίο, σημειωτέον, της είχε καταβληθεί ηλεκτρονικά με τη μισθοδοσία της, που είχε εγκριθεί από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, χωρίς αυτή να προβεί στην αυτόβουλη λήψη του από το Ταμείο της Επιχείρησης.

Εξάλλου, για την ανωτέρω πράξη της ενάγουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος της τελευταίας για την αξιόποινη πράξη της απάτης και, συγκεκριμένα, επειδή στο Ναύπλιο Αργολίδας, τον Μάρτιο έτους 2015, ενώ εργαζόταν ως Διευθύντρια στην εναγομένη , παρασιώπησε αθέμιτα από τον Πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ και τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ότι το έτος 2014 είχε λάβει την άδεια της, είτε ολόκληρη είτε μέρος της, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τα προαναφερόμενα πρόσωπα να της χορηγήσουν στις 15-4-2015 το ποσό των 1.137,88 ΕΥΡΩ ως αποδοχές άδειας έτους 2014 και το ποσό των 1.137,88 ΕΥΡΩ ως προσαύξηση ποσοστού 100%, λόγω του ότι δεν είχε λάβει την προβλεπόμενη άδεια της για το έτος 2014.

Όμως, η ενάγουσα κηρύχθηκε αθώα για την τέλεση της πράξης αυτής με την υπ' αριθμ. 213/2020 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της εν λόγω απόφασης διαλαμβάνονται τα εξής σχετικά με την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (βλ. σελ. 7 - 8): "Την 1η- 6 - 2015 η κατηγορουμένη, ήτοι πριν την υποβολή μήνυσης από το ΝΠΙΔ "Δ.Ε.Υ.Α.Ν.", επέστρεψε στο ανωτέρω ΝΠΙΔ το ποσό των 2.275,97 ΕΥΡΩ, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 1-6- 2015 αποδεικτικό κατάθεσης της τράπεζας ALPHA BANK.

Συνεπώς προέκυψε ότι με δική της θέληση, πριν από την πρώτη εξέταση της ως υπόπτου ή κατηγορουμένου και ειδικότερα πριν ακόμα την υποβολή της έγκλησης, ικανοποίησε πλήρως το ζημιωθέν νομικό πρόσωπο. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί εξάλειψης του αξιοποίνου και να κηρυχθεί αθώα η κατηγορουμένη".

Η προαναφερομένη αθωωτική ποινική απόφαση ενισχύει ακόμη περισσότερο τη δικανική πεποίθηση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι η θεμελίωση της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας και της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της τελευταίας στο προπεριγραφόμενο περιστατικό, που σχετίζεται με τις αποδοχές αδείας και την αποζημίωση αδείας, είναι αντίθετη στην καλή πίστη.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν δικαιολογημένη, επειδή η τελευταία, αναφορικά με το ζήτημα της πληρωμής των αδειών για το έτος 2014, "καταχράστηκε τη θέση ευθύνης της προς ίδιο οικονομικό όφελος και εφάρμοσε αδιαφανή κριτήρια για την ικανοποίηση των αιτημάτων μόνο τριών υπαλλήλων του περιβάλλοντος της" και με αυτόν τον τρόπο "διακινδύνευσε την εμπλοκή της εναγομένης σε δικαστικές διενέξεις για την ικανοποίηση των αιτημάτων των λοιπών εργαζομένων και έθεσε σε κίνδυνο τη φήμη της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας".

Τέλος, η εναγομένη θεμελίωσε την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας και την ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αυτή (ενάγουσα) κατά το έτος 2016 απουσίαζε από την υπηρεσία της χωρίς να έχει ειδοποιήσει εντός ευλόγου χρόνου τον Πρόεδρο ή τα μέλη του ΔΣ της εναγομένης, με αποτέλεσμα να προκαλεί δυσλειτουργία στην τελευταία, δοθέντος ότι δεν υφίστατο ο αναγκαίος χρόνος για την αντικατάσταση της.

Όμως, από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι οι απουσίες της ενάγουσας από την υπηρεσία της κατά το έτος 2016 ήταν αδικαιολόγητες. Ειδικότερα, η απουσία της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας από την υπηρεσία της στις 23 - 3 - 2016 οφειλόταν στην μετακίνηση της στην Τρίπολη και συγκεκριμένα, στην Υπηρεσία Υδάτων της περιφέρειας της στο πλαίσιο των εργασιακών καθηκόντων της και για τις ανάγκες της εναγομένη (βλ.

την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 56613/3066/1-7-2016 έγγραφη βεβαίωση της Διεύθυνσης Υδάτων Πελοποννήσου). Η απουσία της ενάγουσας στις 11-3 -2016 οφειλόταν στην εκ μέρους της χρήση "βραχυχρόνιας αναρρωτικής άδειας δύο συνεχόμενων ημερών ανά έτος", η οποία χορηγείται με υπεύθυνη δήλωση υπαλλήλου, σύμφωνα με το άρθρ. 55 παρ. 2 Ν 3528/2007 (βλ.

την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 310/16 -3 - 2016 βεβαίωση της υπαλλήλου της εναγομένης Κων/νας Θ. σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 15/3/2016 Υπεύθυνης Δήλωσης άρθρ. 8 Ν1599/1986 της ενάγουσας). Η ολιγόωρη απουσία, της ενάγουσας από την υπηρεσία της κατά τις ημερομηνίες 24-3-2016, 31 -3-2016 και 6-4-2016 οφειλόταν σε συνάντηση εργασίας στα γραφεία της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας στο Ναύπλιο με θέμα την πρόοδο των έργων της εναγομένης, καθόσον η επιχείρηση της τελευταίας υπάγεται στον έλεγχο της Περιφερειακής Διοικήσεως (βλ.

το προσκομιζόμενο αντίγραφο του υπ' αριθμ. πρωτ. 559/19-4-2016 εγγράφου, που η ενάγουσα απηύθυνε στον Πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης Δ.Κ.). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν αποδείχθηκε ότι οι απουσίες της ενάγουσας ελάμβαναν χώρα σε μεγάλη συχνότητα, ώστε να προκαλούν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της εναγομένης.

Τούτο έχει ως συνέπεια να μην δικαιολογείται από την καλή πίστη η εκ μέρους της τελευταίας θεμελίωση της πειθαρχικής ποινή της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας και της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της στο γεγονός των απουσιών της από την υπηρεσία της κατά το έτος 2016. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο πέμπτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν δικαιολογημένη, επειδή η τελευταία "απουσίαζε από την υπηρεσία της χωρίς να έχει προηγουμένως ειδοποιήσει εντός ευλόγου χρόνου το διοικητικό συμβούλιο ή τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης για την απουσία της, επικαλούμενη εκ των υστέρων υπηρεσιακές ανάγκες".

Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι η σε βάρος της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως της έχει επιβληθεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281, ήτοι των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος της εναγομένης.

Ειδικότερα, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι, ακόμη κι αν πράγματι συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες η εναγομένη θεμελίωσε το δικαίωμα της να κινήσει πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της ενάγουσας, τότε η επιβολή στην τελευταία της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης βρίσκεται προφανώς εκτός των ορίων της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος).

Αυτό επειδή οι εν λόγω περιπτώσεις, ακόμη κι αν πράγματι συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα, εκτιμώμενες αντικειμενικά ως προς τη βαρύτητά τους, θα δικαιολογούσαν πειθαρχική ποινή καταφανώς ηπιότερης μορφής σε σχέση με αυτήν της οριστικής απόλυσης. Πιο συγκεκριμένα, έπρεπε, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, να εφαρμοσθούν για τις προαναφερόμενες περιπτώσεις άλλα μέτρα, προβλεπόμενα από τον Ο.

Ε. Υ. ή από συναφείς πειθαρχικές διατάξεις που αφορούν υπαλλήλους ΝΠΙΔ, τα οποία ήταν ηπιότερα σε σχέση με την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας και, επιπλέον, εξίσου πρόσφορα και αναγκαία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης (π.χ. μέτρα συνιστάμενα σε επιβολή επιπλήξεων, χρηματικής ποινής, προσωρινής παύσης από εργασιακά καθήκοντα κ.λ.π).

Τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έχει ομοίως υπερβεί προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Αυτή, δε, η υπέρβαση των ορίων, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εντείνεται ακόμη περισσότερο από τα γεγονότα ότι η ενάγουσα:

α) Είχε προσληφθεί για πρώτη φορά από την εναγομένη στις 6-12-1988 συντελώντας και συμμετέχοντας στις πρώτες ιδρυτικές ενέργειες αυτής (εναγομένης), και β) για χρονικό διάστημα άνω των 25 ετών προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, ενώ, όπως αποδείχθηκε, μέχρι το έτος 2016, οπότε και έλαβαν χώρα τα προπεριγραφόμενα περιστατικά, στα οποία θεμελιώθηκε η εις βάρος της προαναφερόμενη πειθαρχική διαδικασία, κανείς από τους συναδέλφους της δεν είχε εκφράσει παράπονο για την επιμέλεια και την αποδοτικότητα της.

Προς τούτο στη συνέχεια, κάνοντας δεκτή την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που είχε κρίνει αντιθέτως, και δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εκ μέρους της εναγομένης-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας και υποχρέωσε την τελευταία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας με τους ίδιους όρους και να την απασχολεί πραγματικώς με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής, καθώς και να της καταβάλει το ποσό των 47.922,36 ευρώ για μισθούς υπερημερίας.

Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς, ενδοιαστικές και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της από 13-5-2016 καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, οφειλόμενης σε αντίθεσή της προς την αρχή της αναλογικότητας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Πιο συγκεκριμένα: Αναφορικά με το ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης λόγω της πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της κατά το χειρισμό των διαλαμβανομένων σ' αυτή ως άνω υπό στοιχ. α', β', γ' και δ' δικαστικών υποθέσεων, ενώ δέχεται, ότι στα καθήκοντα της αναιρεσίβλητης ως γενικής διευθύντριας, (όπως αυτά καθορίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης -άρθρο 6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 Ν. 4483/2017 και στη συνέχεια με το άρθρο 348 παρ.4 Ν. 4512/2018) ήταν και η παρακολούθηση και εποπτεία ως προς τη διαχείριση και εξέλιξη των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων και η έγκαιρη ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου για τη λήψη αποφάσεων ως προς την αντιμετώπισή τους, στη συνέχεια δέχεται ότι για τους κινδύνους και τη ζημία που προέκυψαν σε βάρος της εναγομένης-αναιρεσείουσας από εσφαλμένους χειρισμούς των ως άνω υπό στοιχ.

α, β, γ' και δ' δικαστικών υποθέσεων, δεν ήταν αποκλειστικά και μόνο αυτή υπεύθυνη, θεωρώντας ότι υπήρχε ευθύνη και άλλων προσώπων, χωρίς να προσδιορίζει ποια ήταν τα πρόσωπα αυτά και χωρίς να αιτιολογεί γιατί κάτι τέτοιο αναιρεί την ευθύνη της ίδιας της αναιρεσίβλητης ως προς τον χειρισμό των υποθέσεων αυτών και δεν καθιστά αμελείς τις δικές της παραλείψεις, ενόψει μάλιστα και της αυξημένης ευθύνης της, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της αναιρεσείουσας, λόγω των καθηκόντων που ασκούσε ως Διευθύντρια νομικού προσώπου παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας.

Επιπροσθέτως οι αιτιολογίες του Εφετείου, ότι "η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, ακόμη και αν προέβη σε εσφαλμένους χειρισμούς των προαναφερόμενων υποθέσεων, εν τούτοις δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, η οποία δικαιολογεί την σε βάρος της επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης και την ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας", είναι ενδοιαστικές, αφού δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια και δημιουργείται σύγχυση για αν το Εφετείο σχημάτισε ή όχι πλήρη δικαστική πεποίθηση για το ορθό ή το εσφαλμένο των χειρισμών της αναιρεσίβλητης στις συγκεκριμένες δικαστικές διενέξεις.

Επίσης από τις ίδιες παραδοχές δεν καθίσταται σαφές, αν το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν επέδειξε καθόλου αμελή συμπεριφορά ή αν απλά δέχθηκε ότι επέδειξε μεν αμελή συμπεριφορά, η οποία όμως δεν ήταν τέτοιου βαθμού που να δικαιολογεί σύμφωνα με την καλή πίστη την απόλυσή της. Επιπλέον το Εφετείο, αναφορικά με την θεμελίωση της καταγγελίας στους εσφαλμένους χειρισμούς της ενάγουσας, σχετικά με τη διεκπεραίωση της υπόθεσης που σχετίζεται με δικαστικό συμβιβασμό της εναγομένης με την εταιρεία "……ΑΒΕΤΕ", ενώ δέχεται αρχικά ότι η υπ' αριθμ. 7/6-10-2015 απόφαση του Δ.Σ.

της εναγομένης περί κατάρτισης εξωδικαστικού συμβιβασμού για τη δίκη που είχε ανοιχθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου...... κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με παράλληλη προώθηση του υπογεγραμμένου από την ως άνω εταιρεία ιδιωτικού συμφωνητικού του εξώδικου συμβιβασμού, ο οποίος προϋπέθετε την έκδοση από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη τραπεζικής επιταγής ποσού 40.000 ευρώ στις 31-12-2015 σύμφωνα με τον όρο Β.1 του συμφωνητικού, στη συνέχεια όλως αντιφατικά δέχεται, ότι η ενάγουσα -εκκαλούσα δεν υπέγραψε την προαναφερόμενη επιταγή, επειδή δεν της είχε κοινοποιηθεί το σύνολο των εγγράφων, που έπρεπε να συνοδεύουν τη δαπάνη που σχετιζόταν με την εν λόγω επιταγή, ήτοι την απόφαση του Δ.Σ.

της εναγομένης αναφορικά με τον επίδικο συμβιβασμό, καθώς και υπογεγραμμένο το συμφωνητικό περί συμβιβασμού. Ακολούθως, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, με το υπ' αριθμ. 263/10-3-2016 έγγραφο-επιστολή της, απευθυνόμενο στον Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. της εναγομένης, ζήτησε να της παραδοθεί το σύνολο των εγγράφων, δεν διευκρινίζει πότε ακριβώς εκδηλώθηκε η άρνησή της να υπογράψει την προαναφερόμενη επιταγή, αν δηλαδή εκδηλώθηκε πριν ή μετά της πάροδο της ορισθείσας με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό προθεσμίας της 31-12-2015 για την καταβολή της πρώτης δόσης, ενόψει του ότι το έγγραφο αυτό-επιστολή με το σχετικό αίτημα εστάλη από την αναιρεσίβλητη μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο ιδιωτικό συμφωνητικό προθεσμίας καταβολής της πρώτης δόσης και μάλιστα μετά την πάροδο δύο μηνών και δέκα ημερών από αυτή.

Επίσης το Εφετείο, όσον αφορά το ζήτημα που προέκυψε από την πληρωμή των αδειών 23 εργαζομένων της εναγομένης, που δεν είχαν λάβει τη νόμιμη άδεια ανάπαυσης για το έτος 2014, ενώ δέχεται ότι το γεγονός αυτό, α) είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν αντιδράσεις από τους εργαζόμενους της επιχείρησης, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν για την άνιση μεταχείρισή τους και την παραβίαση των εργατικών δικαιωμάτων τους, β) είχε ως συνέπεια να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας για απάτη, επί της οποίας εν τέλει εκδόθηκε αθωωτική απόφαση, καθώς η ενάγουσα επέστρεψε άμεσα το ποσό που είχε λάβει ως αποζημίωση αδείας, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η θεμελίωση της ανωτέρω πειθαρχικής ευθύνης και της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στο περιστατικό που σχετίζεται με τις αποδοχές αδείας και την αποζημίωση αδείας, είναι αντίθετη στην καλή πίστη, χωρίς να καθιστά σαφές και να αιτιολογεί γιατί η συμπεριφορά αυτή της αναιρεσίβλητης, λόγω και της ανωτέρω θέσης της ως Διευθύντριας, δεν είχε αρνητική επίδραση και δεν είχε διαταράξει το πνεύμα της ομαλής συνεργασίας στην εναγομένη επιχείρηση, το οποίο εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία και την πειθαρχική τάξη, ώστε να μην δικαιολογείται κατά την καλή πίστη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της.

Οι ίδιες ως άνω ασάφειες εντοπίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές, και όσον αφορά τη θεμελίωση της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας και της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της στο γεγονός των απουσιών αυτής από την υπηρεσία της κατά το έτος 2016.

Τέλος το Εφετείο, αναφορικά με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ότι, "και αν πράγματι συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες η εναγομένη θεμελίωσε το δικαίωμά της να κινήσει πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της ενάγουσας, τότε η επιβολή στην τελευταία της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης βρίσκεται προφανώς εκτός των ορίων της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και τούτο επειδή κάθε μια από τις εν λόγω περιπτώσεις, ακόμη και αν πράγματι συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, εκτιμώμενη αντικειμενικά ως προς τη βαρύτητά της, θα δικαιολογούσε πειθαρχική ποινή καταφανώς ηπιότερης μορφής σε σχέση με αυτήν της οριστικής απόλυσης της ενάγουσας και συγκεκριμένα θα έπρεπε να εφαρμοστούν .....

άλλα μέτρα, προβλεπόμενα από τον Ο.Ε.Υ. ή από συναφείς πειθαρχικές διατάξεις, που αφορούν υπαλλήλους Ν.Π.Ι.Δ., τα οποία ήταν ηπιότερα και επιπλέον εξίσου πρόσφορα και αναγκαία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης (επιβολή επιπλήξεων, χρηματικής ποινή, προσωρινής παύσεως..)", δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό του παραδοχές περί του εάν τα προαναφερόμενα παραπτώματα (τα οποία εξέτασε μεμονωμένα), αθροιστικά συνεκτιμώμενα θα δικαιολογούσαν ή όχι την επιβολή στην ενάγουσα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, δε διευκρινίζει ποια ακριβώς ήταν τα προβλεπόμενα από τον Ο.Ε.Υ. ηπιότερα μέτρα που όφειλε και μπορούσε να επιλέξει η αναιρεσείουσα για τον κολασμό της παραβίασης των πιο πάνω συμβατικών υποχρέωσεων της αναιρεσίβλητης, αντί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτής, εξίσου πρόσφορα και αναγκαία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της, για να κριθεί αν η καθ` υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας υπήρξε καταχρηστική, λαμβανομένου υπόψη και του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας.

Επομένως οι περί τούτου πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ] αναιρετικές πλημμέλειες είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της εξετάσεως των καλυπτομένων από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων, λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 81/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλον Δικαστή, εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ