Legislator Case Law & Legislation
1835/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of legal basis regarding company debt claims.

Case Number 1835/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding corporate debt obligations. The appellant failed to appear at the hearing, while the appellee withdrew their appearance declaration and argued for dismissal of the appeal. The court rejected the appeal because the appellant's legal arguments were unfounded and the lower court's decision was legally sound and based on clear evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 143(3), 104, 96(1), 559(19), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the appellant fails to participate in the hearing or if the appeal lacks legal basis, ordering the appellant to bear the costs.

Keywords

AI generated
appeal dismissal non-appearance hearing company debt claims legal basis requirement court costs award procedural default substantive review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 143(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1835 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1835/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Γ. Θ., κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Π. Π. του Ν., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 16-5-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5685/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4257/2007 και 7002/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 24-7-2009 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 21-3-20011, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-10-2011, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 11-6-2012 κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο της 12-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή (20-5-2013) δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός διάβασε την από 10-3-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-7-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7002/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 576 του Κ.Πολ.Δ., σαφώς συνάγεται ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνά, αν ο απολειπόμενος ή ο μη νομίμως μετασχών σ' αυτήν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Σε περίπτωση δε, μη νομίμου ή εμπροθέσμου κλητεύσεως, κηρύσσεται απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η επίδοση της κλήσεως για την συζήτηση της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και σε όποιον έχει υπογράψει το αναιρετήριο ως πληρεξούσιος δικηγόρος (Α.Π. 1377/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (20-5-2013) δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων. Από την υπ' αριθμ. 9305Β/31-7-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ... , την οποία προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι αντίγραφο της από 11-6-2012 κλήσεως με την συνημμένη πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρο Αθηνών Σάββα Ενωτιάδη, για την δικάσιμο της 12-11-2012, κατά την οποία η συζήτηση ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του.

Επειδή, κατά το άρθρου 559 αριθ. 1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... ". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου εννοίας μη αληθούς ή μη προσηκούσης ή περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 Α.Κ., όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Ενώ οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, όταν η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (Α.Π. 254/2003, 3/2011).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, Α.Π. 193/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 361 Α.Κ. "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο εδίκασε, μεταξύ άλλων και την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε δεχθεί την εναντίον αυτού και των συνεναγομένων του αγωγή περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεώς του να καταβάλει στον ενάγοντα το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό, λόγω αθετήσεως της συναφθείσης μεταξύ των συμβάσεως πωλήσεως, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Ο ενάγων ...

ήταν μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Κλιματισμού ΚLIMAGERATE A.E." ... κατέχοντας ... το 70% του μετοχικού κεφαλαίου ... Στις αρχές του έτους 1990 ο ενάγων, ο οποίος ήδη από το έτος 1987 έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο (καταθλιπτική συνδρομή), αποφάσισε, να πωλήσει όλες τις μετοχές της ως άνω εταιρείας ...

Κατά το χρόνο αυτό, η εταιρεία ... είχε μετοχικό κεφάλαιο 205.000.000 δρχ, με σύνολο διαθεσίμων 60.165.244 δρχ και σύνολο ενεργητικού 597.473.708 δρχ, ... Πράγματι, στις 24-3-1990, με εξωεταιρικές έγγραφες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος, ως μετόχου της ως άνω εταιρείας, και καθενός των (αρχικώς) εναγομένων, τρίτων προς την εταιρεία ...

ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε σ' αυτούς το σύνολο των παραπάνω μετοχών του, έναντι συμβολικού τιμήματος μίας δραχμής ανά μετοχή. Σε αντάλλαγμα, όμως, της πώλησης, οι αγοραστές - νέοι μέτοχοι ανέλαβαν επί πλέον την υποχρέωση, να πληρώσουν μέχρι 30.6.1995 ... όλα τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ...

ανάλογα με το ποσοστό των μετοχών, που αγόρασε ο καθένας ... προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να απαλλαγεί ο ενάγων κάθε ευθύνης ως προς χρέη αυτά, για το χρονικό διάστημα, που διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ... Όλοι οι ως άνω αγοραστές, τους οποίους στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Λαζανάς, που συνέταξε και τα ιδιωτικά συμφωνητικά, ήσαν πρώην στελέχη ή αντιπρόσωποι της εταιρείας και γνώριζαν την οικονομική κατάσταση αυτής ...

Πλήρως αποδεικνύεται, ότι υπήρξε, πράγματι, ρητή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι σε περίπτωση, που οι αγοραστές δεν εξεπλήρωναν την προαναφερόμενη υποχρέωση τους ..., ο ενάγων θα εδικαιούτο, να στραφεί ατομικά κατ' αυτών και να ζητήσει την καταβολή στον ίδιο, κατά την προαναφερόμενη αναλογία, του ποσού, που αντιστοιχούσε στα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ... .

Σε εκπλήρωση λοιπόν, των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ενάγων μεταβίβασε την ίδια ημέρα σε κάθε εναγόμενο όλες τις μετοχές, που ορίζονταν στο αντίστοιχο ιδιωτικό συμφωνητικό, παραδίδοντας σ' αυτόν, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, τους αντίστοιχους προσωρινούς τίτλους των πωληθεισών μετοχών και αποχώρησε από την εταιρεία.

Έτσι ... με τη παράδοση των προσωρινών τίτλων από τον κύριο - ενάγοντα στους εναγομένους επήλθε, στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, η μεταβίβαση των ενδίκων (ονομαστικών και ανώνυμων) μετοχών προς τους τελευταίους, οι οποίοι, έτσι, απέκτησαν και τη μετοχική ιδιότητα, έστω και αν δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος τύπος, ήτοι η εγγραφή της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας, αφού, όπως αναφέρθηκε, η μεταβίβαση των μετοχών επέρχεται στις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις ανεξαρτήτως της σχετικής εγγραφής στα βιβλία της εταιρείας.

Η παράδοση από τον ενάγοντα των προσωρινών τίτλων των ενδίκων μετοχών στους εναγομένους αγοραστές, όπως συμφωνήθηκε, και η με τον τρόπο αυτό ολοκλήρωση της μεταβίβασης αυτών, προκύπτει ιδίως από το περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών, σε καθένα από τα οποία, κατά τα ανωτέρω, ρητά αναφέρεται (όρος 5), ότι στα πλαίσια της συμφωνίας για τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου αριθμού μετοχών "ο πωλητής μεταβίβασε τον αντίστοιχο προσωρινό τίτλο των μετοχών του προς τον αγοραστή", σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και ιδιαίτερα της εξετασθείσας στο ακροατήριο, η οποία ρητά κατέθεσε, ότι κατά την κατάρτιση εκάστης συμβάσεως παραδόθηκαν στους αγοραστές οι προσωρινοί τίτλοι (βλ σχετικά και τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα από 24-3-1990 ιδιωτικά συμφωνητικά με τους αγοραστές Ι.

Κ. και Δ. Μ., στα οποία, πράγματι, είναι συνημμένοι οι αντίστοιχοι προσωρινοί τίτλοι, που παραδόθηκαν σ' αυτούς). Επομένως, από το όλο περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών και ιδιαίτερα από την παράδοση, σε εκτέλεση των σχετικών όρων αυτών, των προσωρινών τίτλων των μετοχών στους αγοραστές, σαφώς προκύπτει, ότι μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίστηκε ολοκληρωμένη συμφωνία για τη μεταβίβαση των μετοχών και ότι δεν επρόκειτο, απλώς, για την κατάρτιση προσυμφώνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Αμέσως μετά την κατάρτιση των πιο πάνω συμβάσεων και τη μεταβίβαση των μετοχών στους αγοραστές, ήτοι στις 2-4-1990, πραγματοποιήθηκε, έπειτα από την από 20/3/1990 πρόσκληση του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας (βλ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 162 της 20/3/1990 πρακτικό), έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων με σκοπό την εκλογή νέου ΔΣ.

Κατ' αυτή, όπως αναφέρεται στο οικείο υπ' αριθμ. 15/2-4-1990 πρακτικό της εν λόγω έκτακτης γενικής συνέλευσης, που προσκομίζεται σε νόμιμα επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο, σημειώθηκε απαρτία, αφού παραστάθηκαν μέτοχοι, που εκπροσωπούσαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου, παρατίθεται δε σ' αυτό ονομαστική κατάσταση των μετόχων, που, κατά το νόμο, είχαν καταθέσει εμπρόθεσμα τις μετοχές τους, στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι εναγόμενοι, με σχετική ένδειξη του αριθμού μετοχών εκάστου εξ αυτών και με τη μνεία ότι αυτοί "αντιπροσωπεύουν 87.000 μετοχές και ψήφους, δηλαδή το 100% του μετοχικού κεφαλαίου", παριστάμενοι οι ίδιοι αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο, εκπροσωπώντας το 100% των μετοχών και ψήφων.

Βρισκόμενη, συνεπώς, λόγω της συμμετοχής όλων των μετόχων, η εν λόγω συνέλευση σε απαρτία, στην οποία δεν μετείχε ο ενάγων, αφού είχε ήδη μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του στους εναγομένους, αποφάσισε την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου, στο οποίο, επίσης, δεν μετείχε ο ενάγων ... Επομένως, και από το γεγονός αυτό, ήτοι από τη συμμετοχή των εναγομένων ως μετόχων στην εν λόγω γενική συνέλευση, με νόμιμη κατάθεση των μετοχών τους, αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων μεταβίβασε, πράγματι, το σύνολο των μετοχών τους στους εναγομένους και ότι έκτοτε αυτός αποχώρησε από την εταιρεία, από την οποία και αποξενώθηκε τόσο ως μέτοχος όσο και ως μέλος του ΔΣ αυτής.

Τα επικαλούμενα από τους εναγομένους έγγραφα αναγνώρισης από τον ενάγοντα λογαριασμών της Εθνικής Τράπεζας, που φέρονται με ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάρτισης των ένδικων ιδιωτικών συμφωνητικών, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι υπεγράφησαν, πράγματι, από τον ενάγοντα μετά τη γενομένη ως άνω μεταβίβαση των μετοχών προς τους εναγομένους.

Άλλωστε, και στην από 15-5-1990 βεβαίωση της εταιρείας προς το Ταμείο Εμπόρων σαφώς αναφέρεται, ότι "ο ενάγων αποχώρησε από την εταιρεία, στην οποία ήταν πρόεδρος ΔΣ και μέτοχος με ποσοστό 70%, λόγω υγείας" ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση των σχετικών όρων των ενδίκων συμβάσεων, δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση που ανέλαβαν με αυτές και συγκεκριμένα δεν πλήρωσαν τα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ...

ενώ ... δεν μερίμνησαν ούτε και για την ολοκλήρωση της διαδικασίας δημοσίευσης του πρακτικού εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου στην εφημερίδα της κυβέρνησης (άρθρο 7 του ν. 2190/1920), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ευθύνεται ο ενάγων ... Επομένως, σύμφωνα με τον όρο 7 των ενδίκων συμβάσεων, ο ενάγων δικαιούται να στραφεί ατομικά κατά των εναγομένων - συμβαλλομένων και να ζητήσει να καταβάλουν σ' αυτόν αναλογικά, κάθε ποσό, που είναι πλέον απαραίτητο να καταβληθεί προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως τα χρέη αυτά είχαν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης προς αυτά ...

Η συνολική οφειλή της εταιρείας για την οποία ευθύνεται ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό τ6ων των 304.490.190 δρχ ... Κατά συνέπεια το ανωτέρω ποσό οφείλουν, σύμφωνα με την από 24-3-1990 σύμβαση να καταβάλουν οι εναγόμενοι, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που αγόρασε ο καθένας απ' αυτούς ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά: με την σύναψη της ενδίκου συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, με το περιεχόμενο της συμβάσεως και ειδικότερα με την συμφωνημένη παροχή που βάρυνε κάθε πλευρά με την εκ μέρους του ενάγοντος εκπλήρωση της δικής του υποχρεώσεως, με την εκ μέρους των εναγομένων αθέτηση της υποχρεώσεως που είχαν αναλάβει και, τέλος, με την συμφωνημένη έννομη συνέπεια που επέφερε η μη εκπλήρωση της παροχής που βάρυνε τους τελευταίους.

Υπό τα δεδομένα αυτά καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 361 του Α.Κ., το οποίο και εφαρμόσθηκε και της διατάξεως του άρθρου 195 του Α.Κ. που δεν εφαρμόσθηκε. Επί πλέον, δε όπως προκύπτει από την απόφαση το Εφετείο έκρινε, κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο ότι η ένδικη σύμβαση είναι απολύτως ορισμένη και σαφής ως προς όλα τα σημεία της και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού δεν θεώρησε αναγκαία την ερμηνεία της με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τους οποίους και δεν παρεβίασε με την μη εφαρμογή τους.

Επομένως οι υπό στοιχεία Α, β) αρ. 2,3 και Β αρ.1, λόγοι του αναιρετηρίου με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 αυτοτελώς και σε συνδυασμό με αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, είναι αδιάφορες και δεν συνιστούν πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αφού κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό απορρίπτεται η αναίρεση (Α.Π. 465/2009, 568/2008).

Κατά συνέπειαν, ο υπό στοιχεία Α, β) αρ.1 λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την παραβίαση του άρθρου 195 Α.Κ., λόγω μη αναλύσεως στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 250 περ. 1 του Α.Κ. σε πέντε χρόνια παραγράφονται μεταξύ άλλων και οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής α) ως εμπορεύματα νοούνται τα κινητά πράγματα που είναι αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών ή θεωρούνται τέτοια κατά την αντίληψη που επικρατεί γι' αυτά στις συναλλαγές, δεν είναι δε εμπορεύματα, εκτός άλλων (ακίνητα κ.λ.π.) και τα αξιόγραφο, όπως οι μετοχές ανωνύμου εταιρείας και β) ως αξιώσεις από τη χορήγηση εμπορευμάτων νοούνται μόνο αυτές που αναφέρονται στο τίμημα των χορηγηθέντων (πωληθέντων) εμπορευμάτων, αφορούν δηλαδή την καταβολή του τιμήματος αυτού και όχι άλλες.

Το τίμημα εξάλλου, που αποτελεί την κυρία υποχρέωση του αγοραστή, πρέπει, κατά την έννοια και του άρθρου 513 του Α.Κ. να είναι χρηματικό, να συνίσταται, δηλαδή σε χρήμα (Α.Π. 1562/2008), ενώ δεν αποτελεί τίμημα και η αναδοχή ξένης οφειλές, έστω και αν η τελευταία είναι χρηματική. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του ανεγνώρισε μεταξύ άλλων ότι ο αναιρεσείων- εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 53.189, 77 ευρώ, το οποίο αναλογεί στον αριθμό των μετοχών (3.625 ανώνυμες μετοχές) που αυτός είχε αγοράσει επί του συνόλου των, κατά τα ανωτέρω χρεών της εταιρείας, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αρχικής καταψηφιστικής αγωγής, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση της πενταετούς εκ του άρθρου 250 περ. 1 Α.Κ.

παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος που είχε προτείνει (και ) ο αναιρεσείων -εναγόμενος. Την ένσταση αυτή ειδικότερα την απέρριψε το Εφετείο με την παραδοχή ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου-εμπόρου δεν αποτελούσε αξίωση από χορήγηση εμπορευμάτων, επειδή, αφ' ενός μεν οι πωληθείσες μετοχές δεν είναι εμπορεύματα, κατά την έννοια του άρθρου 250 περ. 1 του Α.Κ., αφ' ετέρου δε η κατά την προαναφερθείσα συμφωνία των μερών, ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους των αγοραστών προς εξόφληση των χρεών της εταιρείας δεν αποτελεί τίμημα, και εν προκειμένω μέρος του τιμήματος των πωληθεισών μετοχών, με αποτέλεσμα η ένδικη αυτή αξίωση να μην υπόκειται στη βραχυπρόθεσμη, ως άνω, παραγραφή, αλλά στη συνήθη παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., η οποία και δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε, με την μη εφαρμογή της, την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 του Α.Κ., της οποία πράγματι και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη και τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος του αναιρετηρίου, (υπό στοιχ. Α α) αρ. 1,2 και 3) είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων (όπως και οι λοιποί εναγόμενοι) προς απόκρουση της αγωγής προέτεινε ένσταση περί ακυρότητος της ενδίκου συμβάσεως, ως αντιθέτου προς τα χρηστά ήθη και δη ως καταπλεοναστικής (άρθρο 179 Α.Κ.) για την θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε ότι: "ο ενάγων κατά τη κατάρτιση της συμβάσεως εκμεταλλεύθηκε την απειρία του και πέτυχε να συνομολογήσει για τον εαυτό του την απαλλαγή του από τα χρέη της εταιρείας, επιβαρύνοντας με αυτά τον ίδιο και τους άλλους αγοραστές ανάλογα με τις αγορασθείσες μετοχές, χωρίς να προσδιορισθούν στη σύμβαση τα εν λόγω χρέη κατά τρόπο συγκεκριμένο, με αποτέλεσμα η σύμβαση να καθίσταται αισχροκερδής".

Το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του την εν λόγω ένσταση, με την αιτιολογία ότι αυτή, υπό το ως άνω περιεχόμενο είναι αόριστη, διότι: "αυτός (εναγόμενος) δεν επικαλέσθηκε συγκεκριμένα περιστατικά που να προσδιορίζουν τη απειρία του κυρίως δεν προσδιόρισε σε τι ακριβώς συνίσταται η δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, αφού ούτε το ύψος της δικής του συνολικά παροχής αναφέρει, καθόσον περιορίζεται στη μνεία μόνο του αναγραφέντος στο ιδιωτικό συμφωνητικό (ένδικη σύμβαση) τιμήματος, που ορίσθηκε στο ποσό της μιας δραχμής για εκάστη μετοχή, χωρίς παράλληλα να καθορίζει και το ύψος της ετέρας υποχρεώσεώς του, ήτοι των αναλόγων προς τις αγορασθείσες απ' αυτόν μετοχές χρεών της εταιρείας, αλλά ούτε και ποια ήταν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως η αγοραία αξία των μετοχών της εταιρείας, προκειμένου να κριθεί, κατ' αντικειμενική κρίση, αν υπήρξε προφανής δυσαναλογία μεταξύ της συνολικής αξίας των μετοχών που αγόρασε και της δικής του συνολικής αντιπαροχής, δηλαδή υπέρβαση του μέτρου που είναι συναλλακτικώς θεμιτό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία άλλου".

Η αιτιολογία αυτή, που αφορά τα ελλείποντα εν προκειμένω για το ορισμένο της ενστάσεως του άρθρου 179 Α.Κ. στοιχεία, δεν τελεί σε αντίθεση (δεν είναι αντιφατική), με την προηγηθείσα παραδοχή του Εφετείου ότι "... συμφωνία επήλθε και όσον αφορά τα χρέη της εταιρείας, την πληρωμή των οποίων ανέλαβε αναλογικώς έκαστος αγοραστής, δεδομένου ότι το ύψος αυτών καθορίσθηκε με βάση τις υπάρχουσες κατά τον χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως σχετικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας, από τις οποίες και προέκυπτε το συγκεκριμένο ύψος αυτών", αφού η τελευταία αυτή παραδοχή (αιτιολογία) αφορά την κατάρτιση της συμβάσεως ως στοιχείο της αγωγής, που προφανώς δεν ταυτίζεται (συμπίπτει) με τα στοιχεία της προαναφερθείσης ενστάσεως, το οποία ώφειλε κατά νόμον (άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) να επικαλεσθεί ο αναιρεσείων-ενιστάμενος.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. (υπό στοιχ. Β αρ.2) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου ότι: "α) ο αναιρεσείων, (όπως και οι λοιποί εναγόμενοι) ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία της 30-6-1995, αναλογικώς προς τις αγορασθείσες απ' αυτόν μετοχές τα ειρημένα χρέη της εταιρείας, όπως αυτά προέκυπταν από τα βιβλία της εταιρείας "μέχρι σήμερα" (ημερομηνία καταρτίσεως της συμβάσεως 24-3-1998), ώστε να απαλλαγεί ο αναιρεσίβλητος ενάγων της υποχρεώσεως αυτής έναντι του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ότι β) σε περίπτωση που οι αγοραστές δεν εξεπλήρωναν την υποχρέωσή τους αυτή στην ορισθείσα προθεσμία, με συνέπεια να οχληθεί ο αναιρεσίβλητος (πωλητής) θα εδικαιούτο ο τελευταίος να στραφεί κατά των αγοραστών και να ζητήσει από αυτούς να του καταβάλουν αναλογικώς τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα χρέη της εταιρείας για τα οποία θα είχε οχληθεί ο αναιρεσίβλητος από το Δημόσιο κ.λ.π.

και ότι γ) λόγω της μη συμμορφώσεως των εναγομένων προς την ως άνω υποχρέωσή τους και της εντεύθεν οχλήσεως του αναιρεσιβλήτου εκ μέρους του δημοσίου κ.λ.π. για την εξόφληση των χρεών οι εναγόμενοι, όπως και ο αναιρεσείων, είχαν υποχρέωση να καταβάλουν σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο) αναλογικώς τα χρέη της εταιρείας και δη κάθε ποσό που είναι πλέον απαραίτητο να καταβληθεί προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως τα χρέη αυτά έχουν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής, προκειμένου να απαλλαγεί (ο αναιρεσίβλητος) της ευθύνης προς αυτά, σύμφωνα με την ως άνω εκφρασθείσα δικαιοπρακτική βούληση των μερών".

Βάσει των παραδοχών του αυτών το Εφετείο ανεγνώρισε, ως προελέχθη, ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την ανωτέρω αιτία, το ποσό 53.189, 77 ευρώ, που αναλογεί στον αριθμό των μετοχών που ο πρώτος είχε αγοράσει και όπως το ποσό αυτό ( ως μέρος του συνόλου των χρεών που είχε οχληθεί να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος) είχε διαμορφωθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής και αποδεικνυόταν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση και συνεπώς ο περί του αντιθέτου (υπό στοιχ. Β αριθ.3) λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε οι αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2009 αίτηση των Γ. Θ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7002/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα, εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ