Supreme Court dismisses appeal against commercial lease termination by Technical Institute, ruling compensation not due due to long-term usage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Mar-Nik ABEE against the Patras Court of Appeal's decision terminating a commercial lease with the Patras Technical Institute. The court found that while the lease technically fell under the exemption for higher education institutions, the Technical Institute was not included in that category at the time of the contract. Consequently, the termination was valid, but the tenant was not required to pay compensation because they had continuously occupied the premises for over sixteen years prior to the termination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 item h of PD 34/95; Art. 1 para. 1 gamma of Law 2916/2001: The exemption for higher education institutions in commercial lease termination does not apply to Technical Education Institutes, but long-term continuous usage by the tenant exempts them from paying compensation upon termination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1835 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1835/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡ-ΝΙΚ ΠΛΕΚΤΗΡΙΑ ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και εν συντομία "ΜΑΡ-ΝΙΚ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Λεπίδα και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (ΑΤΕΙ) ΠΑΤΡΑΣ" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκανιάτσο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 768/2003 μη οριστική και 746/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1148/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 14/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 4 παρ. 1 περίπτωση η' του ΠΔ 34/95 "περί εμπορικών μισθώσεων " ορίζεται ότι: "δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος..... οι μισθώσεις εντός των χώρων που ανήκουν στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα". Η διάταξη αυτή τέθηκε το πρώτον με το νόμο 2009/1992, (14-2-1992) και καθιερώνει το ανεπίδεκτο της επαγγελματικής μίσθωσης ακινήτου, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα ή επικαρπία ή νομή σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα.
Καταλαμβάνει αποκλειστικώς μισθώσεις, τις οποίες συνάπτει το Α.Ε.Ι. ως εκμισθωτής, και όχι τα τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, αφού αυτά (Τ.Ε.Ι.) σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 γ του Ν. 2916/2001, ρητώς εξαιρούνται από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Ειδικότερα, στη διάταξη αυτή ορίζεται: "όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται, ο όρος "Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα", νοούνται, τα ιδρύματα που ήδη λειτουργούν, τα οποία ανήκουν στον πανεπιστημιακό τομέα της ανωτάτης Εκπαίδευσης και θα αποκαλούνται εφεξής πανεπιστήμια".
Ο δε Πανεπιστημιακός Τομέας της ανώτατης εκπαίδευσης περιλαμβάνει, σύμφωνα με το αρθρ. 1α του ως άνω Νόμου, μόνον τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όχι και τα Τ.Ε.Ι. Πρέπει να σημειωθεί ότι και προ της ισχύος της προαναφερόμενης διατάξεως του αρθρ. 1 παρ. 1γ' του Ν. 2916/2001 τα ΤΕΙ δεν εχαρακτηρίζοντο με τον (καταστατικόν τους) Νόμο 1404/1983 ως Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (βλεπ.
αρθρ. 1 του εν λόγω Νόμου, όπου αναφέρεται: "Ιδρύονται, Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΤΕΙ), τα οποία ανήκουν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Τα ΤΕΙ είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και αυτοδιοικούνται... ". Εν αντιθέσει με το νόμο 1268/1982 για τη δομή και λειτουργία των Α.Ε.Ι." όπου ρητώς στο άρθρο 1 διαλαμβάνεται ότι: "Η ανωτάτη Εκπαίδευση παρέχεται στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα".
Εν όψει των εκτεθέντων, επί μισθώσεως, την οποία συνάπτει το Τ.Ε.Ι. ως εκμισθωτής δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του αρθρ. 4 παρ. 1 περίπτωση η του ΠΔ 34/95, αλλά αυτή (μίσθωση) είναι επαγγελματική και διέπεται από την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995 και η ελάχιστη διάρκεια της ισχύος της είναι δώδεκα έτη ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο (ΑΠ 1333/2005).
Εξάλλου, κατά την αρχική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων κατηγοριών μισθώσεων" η διάρκεια της μίσθωσης, που διέπεται από το νόμο αυτόν, ήταν έξι (6) έτη και αν είχε συναφθεί για βραχύτερο η αόριστο χρόνο. Στα άρθρα 18 επ. προβλεπόταν παράταση μέχρι δέκα έτη. Η τελευταία αυτή διάταξη αντικαταστάθηκε με αρθρ. 2 παρ. 8 του ν.2235/1995 ως εξής: "Η μίσθωση ισχύει για εννέα (9) έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο...".
Κατά το ίδιο νομικό καθεστώς το δικαίωμα παράτασης, σύμφωνα με αρθρ.1 παρ.20 του ν.2235/94, ορίστηκε σε δώδεκα έτη. Η καθιερωθείσα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 2 παρ.8 του ν.2235/94 υποχρεωτική διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων των εννέα (9) ετών καταλαμβάνει όχι μόνο τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου (1-9-1994), αλλά και τις υφιστάμενες κατά τον χρόνο αυτό.
Τούτο προκύπτει από την διατύπωση του νόμου, που χρησιμοποιεί παρωχημένο χρόνο "...ακόμη και αν έχει συναφθεί..." (Α.Π. 53 και 364/2000). Η πιο πάνω διάταξη, που αποτελούσε το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 34/1995, αντικαταστάθηκε με άρθρ. 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 ως εξής: "Η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο...." .
Στο άρθρο 7 παρ. 8 του ίδιου νόμου ορίζεται ρητώς, για να μη υπάρξει καμιά αμφιβολία, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του νόμου, ότι η παρ.6 εφαρμόζεται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου μισθώσεις. (ΑΠ 671/2002, 1212/2001). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ' του π.δ. 34/1995, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 7 παρ. 15 του ν. 2741/1999 και το οποίο εφαρμόζεται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος, του ως άνω νόμου (28-9-1999), εμπορικές μισθώσεις προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση που έληξε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 10-12, στις 31-8-1995 ή 31-8-1996 ή 31-8-1997, πλην όμως οι συμβαλλόμενοι διατήρησαν την ισχύ της, καθ' οιονδήποτε τρόπο μέχρι τις 28-9-1999, χωρίς ο εκμισθωτής να ασκήσει την αγωγή απόδοσης του μίσθιου, λόγω λήξης της μίσθωσης, κατά τον ως άνω χρόνο λήξης αυτής, και όχι από τη δημοσίευση, στις 28-9-1999, του ν.2741/1999, μέσα στο πρώτο εννεάμηνο από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι 31-5-1996 ή 31-5-1997 ή 31-5-1998 αντίστοιχα, θεωρείται, ότι έχει παραταθεί για άλλα τέσσερα χρόνια δηλαδή μέχρι 31-8-1999 ή 31-8-2000 ή 31-8-2001, αντίστοιχα. ('Ετσι και η εισηγητική έκθεση του νόμου ΚνοΒ 47 σελ. 2005 β' στήλη - "Σε περίπτωση που παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών και εφόσον δεν έχει ασκηθεί αγωγή απόδοσης μίσθιου εντός εννέα (9) μηνών από τη λήξη της μίσθωσης που επήλθε είτε σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 58 παρ.10 και 12 στις 31-8-1995 ή στις 31-8-1996 ή στις 31-8-1997 είτε με την πάροδο δώδεκα (12) ετών έστω και αν η μίσθωση έχει συναφθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα (12) ετών.
Σε αυτήν την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε την άϋλη ή αυτή εμπορική αξία" ). Κατά συνέπεια, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι (12+4) ετών δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία. Νομοθετικός στόχος της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή (ΑΠ 1349/2006) και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι με την προαναφερθείσα διάταξη παραβιάζεται το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 11 του π.δ. 34/1995, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου, με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η νόμιμη (δηλ. υποχρωτική) διάρκεια της μισθώσεως, νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται, χωρίς διακοπή, στο πρόσωπο του μισθωτή, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου των τυχόν δικαιοπαρόχων σε περίπτωση που εκμισθωτής ή ο μισθωτής έχουν υπεισέλθει στη θέση άλλου προηγούμενου εκμισθωτή ή μισθωτή.
Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας επί από 6-12-2002 αγωγής του αναιρεσιβλήτου ΤΕΙ για απόδοση της χρήσεως του αναφερομένου σ' αυτή μισθίου ακινήτου του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα εξής : ".....Με το υπ' αριθμ. 13967/28.12.2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Στεφάνου που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος ΤΕΙ Πατρών λόγω αγοράς ένα ακίνητο που βρίσκεται στην οδό ... των ... και το οποίο ανήκε στην κυριότητα της πωλήτριας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε.", θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η αγορά δε αυτή αποφασίστηκε με, την υπ' αριθμ.
ΣΤΙ/2478/21.11.2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την κάλυψη επιτακτικών αναγκών στεγάσεως του Ιδρύματος. Το ισόγειο, με τον ημιώροφο και το Γ υπόγειο του ακινήτου αυτού (τετραώροφη οικοδομή), συνολικού εμβαδού 1.250 τ.μ., ήταν μισθωμένο από 16.12.1985 στην εναγόμενη εταιρεία από την τότε κυρία του ακινήτου Εθνική Τράπεζα προκειμένου η μισθώτρια να το χρησιμοποιήσει ως βιοτεχνία κατασκευής και εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων, η μίσθωση δε αυτή, πενταετούς αρχικής διάρκειας, υπαγόμενη, ως εμπορική, στις διατάξεις του ν. 813/1978 (ήδη π.δ. 34/1995), παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι την 31.8.1997 (ν. 2235/1994) και ανανεώθηκε έκτοτε για αόριστον χρόνο, συνεχιζόμενη ήδη μεταξύ των διαδίκων έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.732,30 ευρώ, το οποίο η εναγομένη καταβάλλει στο ενάγον ΤΕΙ.
Η ιδία αυτή μίσθωση, από την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση του μισθίου στο ΤΕΙ, που αποτελεί ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, και με την υπεισέλευση του τελευταίου στη μισθωτική σχέση, ως εκμισθωτή, έπαυσε, να υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995 και μετατράπηκε σε κοινή αστική μίσθωση, διεπόμενη δε πλέον από τους συμβατικούς της όρους και τις οικείες διατάξεις του ΑΚ λύθηκε με την περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 12.2.2003, καταγγελία (αρθρ. 608§2 και 609 του ΑΚ).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ίδια, ότι δηλ. η ένδικη μίσθωση εξαιρείται της προστασίας των εμπορικών μισθώσεων, υπαγόμενη στην προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 4§1η' του π.δ. 34/1995, και λύθηκε με την ειρημένη καταγγελία, τα δε αντίθετα που η εναγομένη υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της εφέσεως της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Το γεγονός εξάλλου ότι η ένδικη αυτή μίσθωση προϋπήρχε του νόμου 2009/1992, ο οποίος καθιέρωσε την εξαίρεση των μισθώσεων ακινήτων που ανήκουν στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα από την προστασία του νόμου (αρθρ. 27§7 του ν. 2009/1992 και ήδη προαναφερθείσα διάταξη άρθρου 4§1η' του π.δ. 34/1995), αλλά και της αποκτήσεως του μισθίου από το ενάγον ΤΕΙ Πατρών, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, ενόψει του ως άνω σκοπού (κάλυψη επιτακτικών αναγκών στεγάσεως του Ιδρύματος), που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, στο οποίο αποβλέπει η υπ' όψιν ρύθμιση του άρθρου 4§1η' του π.δ. 34/1995 για την άρση της προστασίας των ανωτέρω μισθώσεων, με αποτέλεσμα η ρύθμιση αυτή να έχει και αναδρομική ισχύ, χωρίς τούτο να αντίκειται στα άρθρα 4 και 17 (ή σε άλλα άρθρα) του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) περαιτέρω δε, αφ' ενός δεν οφείλεται στην εναγομένη λόγω τηςένδικης καταγγελίας η κατά το άρθρο 60 του π.δ. 34/1995 αποζημίωση, αφού, η καταγγελθείσα μίσθωση δεν υπάγεται στις προστατευόμενες κατά το ίδιο π.δ.
μισθώσεις, αφ' ετέρου δε, ενόψει των προεκτεθέντων και παρά την μη καταβολή τέτοιας αποζημίωσης και την επικαλούμενη από την εναγομένη μεγάλη ζημία ("εκατοντάδες εκατομμυρίων"), την οποία θα υποστεί με τη ζητούμενη απόδοση του μισθίου, η ένδικη καταγγελία δεν ασκείται καταχρηστικά, μη υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν στην άσκηση των δικαιωμάτων η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του ασκούμενου δικαιώματος (αρθρ. 281 του ΑΚ, 25 §3 του Συντ.).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της εναγομένης περί μη αναδρομικής ισχύος της άρσης της προστασίας των ειρημένων μισθώσεων (αρθρ. 4§1η' του π.δ. 34/1995), καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καταγγελίας εκ μέρους του ενάγοντος και υποχρεώσεως καταβολής σ' αυτήν αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας , δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή, και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που η εναγομένη υποστηρίζει με τους λοιπούς λόγους της κρινόμενης έφεσης......".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Με την εξενεχθείσα ως άνω κρίση του το Εφετείο κατέληξε μεν σε ορθό διατακτικό, πλην όμως με εσφαλμένη αιτιολογία (υπό την κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., έννοια της μείζονος προτάσεως δικανικού συλλογισμού).
Και τούτο διότι: Η επίδικη μίσθωση κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπαγόταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 4 του π.δ. 34/1995, σύμφωνα με την παρ. 1 περ. 4 του ως άνω άρθρου, η οποία περιλαμβάνει μόνο τα ανώτατα Εκπαιδευτικά ιδρύματα και όχι και τα ΤΕΙ, τα οποία υπήχθησαν στην ως άνω εξαίρεση μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ύστερα από τροποποίηση της ανωτέρω διάταξης με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 3404/2005.
Ως εκ τούτου, η επίδικη μίσθωση ως επαγγελματική υπαγόταν στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995. Όμως, ενόψει του ότι η εν λόγω παλαιά μίσθωση ήταν σε ισχύ κατά την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2741/1999 και εντός εννέα μηνών από τη λήξη της δεν ασκήθηκε αγωγή για την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου αυτή παρατάθηκε για μία τετραετία, μετά την παρέλευση της οποίας κατέστη αόριστης διάρκειας.
Γι' αυτό και η γενομένη με την ένδική αγωγή καταγγελία αυτής επέφερε τη λύση της (άρθρ. 608 παρ. 2 και 609 ΑΚ), χωρίς να είναι υποχρεωμένο το αναιρεσίβλητο-ενάγον ΤΕΙ να καταβάλει στην αναιρεσείουσα-εναγομένη την προβλεπόμενη από το άρθρο 60 του π.δ. 34/1995 αποζημίωση για αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας, αφού από τις 16-12-1985, που καταρτίστηκε η επίδικη μίσθωση, η αναιρεσείουσα παρέμεινε συνεχώς στη χρήση του μισθίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα έξι ετών.
Επομένως, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, οι λόγοι αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) με τους οποίους αποδίδεται στην ως άνω απόφαση αιτιάσεις από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των διατάξεων του π.δ. 34/1995 και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559, διότι τάχα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε χωρίς καμία αιτιολογία, τη συνδρομή ως λόγου καταγγελίας της επίδικης μίσθωσης το "δημόσιο συμφέρον" είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το διατακτικό της εν λόγω απόφασης είναι ορθό, αλλά και γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή τέτοια παραδοχή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡ-ΝΙΚΑΒΕΕ" για αναίρεση της 1148/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ