Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and failure to examine appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding a foreign judgment enforcement case. The appellant argued the lower court erred by failing to examine specific appeal grounds and by misinterpreting the foreign court's ruling. The court ruled that the appeal was procedurally defective for omitting a clear request to re-examine the appeal and that the lower court's handling of the appeal arguments was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) and 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it lacks a clear request to examine the appeal's substance, and an appeal ground alleging failure to consider appeal arguments is unfounded if the court of first instance explicitly addressed and rejected them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1835 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1835/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "THEROS INTERNATIONAL GAMING INC", που εδρεύει καταστατικά στην Κομητεία Κουκ του Σικάγο της Πολιτείας Ιλλινόϊς των Η.Π.Α. και διατηρεί υποκατάστημα στο Ρίο Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Διονύσιο Πελέκη και Αλέξιο Πελέκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 7 Ιουλίου 2005 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 835/2004 μη οριστική και 921/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 640/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 19 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως είναι να περιέχει και αίτηση για την ουσία της υποθέσεως, η οποία αρκεί να συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη δε του αιτήματος αυτού συνεπάγεται την απόρριψη αυτεπαγγέλτως της αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, ναι μεν με το αιτητικό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ζητείται "Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και με αρ. 640/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.....", χωρίς να διαλαμβάνεται ρητά και αίτημα για εξέταση στη συνέχεια και παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος με τελικό σκοπό την απόρριψη της αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αναιρέσεως και ιδίως από την περικοπή αυτού, ότι η ως άνω αίτηση ".........ήταν απαράδεκτη και θα έπρεπε το δικάσαν Εφετείο να την απορρίψει....." συνάγεται σαφώς, ότι περιλαμβάνεται και αίτηση για επανεξέταση από το Εφετείο της έφεσης του αναιρεσείοντος, για παραδοχή αυτής κατ' ουσίαν και απόρριψη κατόπιν της αιτήσεως της αναιρεσίβλητης. Επομένως, η αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, που προβάλλει η αναιρεσίβλητη, λόγω του ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή και αίτημα για την ουσία της υποθέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΙΙ.- Επειδή από το άρθρο 905 παρ. 3 σε συνδυασμό προς το άρθρο 323 αριθ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου απαιτείται, πλην άλλων, η υπόθεση, στην οποία αφορά η απόφαση, να υπαγόταν κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους, στο οποίο ανήκει το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 του ΑΚ, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Τα επιμέρους ζητήματα, που ρυθμίζονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου, είναι, μεταξύ άλλων, η ίδρυση του νομικού προσώπου, η έναρξη και η έκταση της ικανότητας δικαίου, η λύση του, η επωνυμία, η διαχείριση, η αντιπροσωπευτική εξουσία και η ευθύνη των οργάνων, οι σχέσεις μεταξύ αυτών και των μελών, καθώς και η αρμοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου κατ' άρθρο 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Ως "έδρα" νοείται στη διάταξη αυτή η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα, που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ήτοι ο τόπος στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς τους, στον οποίο ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις.
Απόκλιση από τον παραπάνω κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται και με το άρθρο 24 παρ. 3 εδ. 2 της κυρωθείσας με το ν. 2893/1954 Συνθήκης φιλίας, εμπορίου και Ναυτιλίας της 3 Αυγούστου 1951 μεταξύ της Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, σύμφωνα με το οποίο εταιρίες που η σύστασή τους έγινε δυνάμει του νόμου και των κανονισμών, που ισχύουν μέσα στο έδαφος καθενός από τα συμβαλλόμενα Μέρη, θα θεωρούνται εταιρίες του Μέρους τούτου και θα αναγνωρίζεται η νομική τους υπόσταση μέσα στα εδάφη του άλλου Μέρους.
Η περίπτωση αυτή αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο, αφού συνδέει την ικανότητα δικαίου αυτής στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας του (Ολ. ΑΠ 2/2003). Επομένως η δικαιοδοσία και αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου είναι η καταστατική έδρα εταιρίας, υπαγομένης στην προαναφερόμενη Συνθήκη, προς επίλυση διαφορών μεταξύ της εταιρίας αυτής και των εταίρων της, αναγνωρίζεται και από το ελληνικό δίκαιο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του αυτού ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιλαμβάνονται καθόλου αιτιολογίες ή περιέχονται αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι, που δεν εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι το δικαστήριο της Κομητείας Κουκ (Σικάγο) της Πολιτείας Ιλλινόϊς των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που εξέδωσε την από 1-10-2003 οριστική και εκτελεστή κατά το δίκαιο της πολιτείας αυτής απόφαση, η οποία με την εκκαλούμενη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Πατρών κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, είχε, κατά το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΑΚ και 24 παρ. 3 εδ. 2 της κυρωθείσας με το ν . 2893/1954 Συνθήκης μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υποθέσεως, που αφορά την υποχρέωση του αναιρεσείοντος, εταίρου της αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας, να μεταβιβάσει στην τελευταία (αναιρεσίβλητη) τις μετοχές που έχει στην ελληνική εταιρία με την επωνυμία "τρία Αστέρια Α.Ε.", λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταστατική έδρα στο Σικάγο της Πολιτείας Ιλλινόϊς των ΗΠΑ, έστω και αν η πραγματική έδρα της βρίσκεται στο Ρίο Πατρών, κι' επομένως συνέτρεχε η από τις διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 3 και 323 αριθ. 2 του ΚΠολΔ τασσόμενη για την κήρυξη αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα προϋπόθεση της υπάρξεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού.
Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας, μετά από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοστέας διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 3 εδ. 2 της προαναφερομένης Συνθήκης Ελλάδας και ΗΠΑ που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, που το αλλοδαπό δικαστήριο έκρινε την υπόθεση, και μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10 του ΑΚ καθώς και του άρθρου 200 του ίδιου Κώδικα που δεν ήταν εφαρμοστέος, έκρινε παραδεκτή την αίτηση της αναιρεσίβλητης για την κήρυξε εκτελεστής της πιο πάνω αποφάσεως του δικαστηρίου της πολιτείας Ιλλινόϊς των ΗΠΑ, λόγω συνδρομής και της προαναφερομένης προϋποθέσεως.
Με αυτή την κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της δικαιοδοσίας του αλλοδαπού δικαστηρίου, που καθιστά εφικτό τον έλεγχο του δικαστηρίου τούτου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, με τον ίδιο δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του από την αυτή ως άνω πρώτη αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλεται η αιτίαση, ότι αναφορικά με τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είχαν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 6 και 7 της από 3-1-1996 αποφάσεως του Υπουργού Τουρισμού, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (φύλλο 17/15-1-1996), με την οποία παραχωρήθηκε στην αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρία άδεια ιδρύσεως καζίνου στο Ρίο Πατρών, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 εδ. 4 περίπτ.
Β' και 8 της από 1-8-1996 τροποποιητικής της συμβάσεως παραχωρήσεως της εν λόγω άδειας Υπουργικής αποφάσεως, που επίσης δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ, σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις) συνομολογήθηκε αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, αλλά το Εφετείο παρέλειψε να τις εφαρμόσει. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του για μη επίκληση και παράθεση παραδοχών με πραγματικά περιστατικά συνδρομής προϋποθέσεων εφαρμογής των αμέσως πιο πάνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι η δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων συμφωνήθηκε για τις εκ της παραχωρήσεως της άδειας λειτουργίας του καζίνου προκύπτουσες διαφορές, στις οποίες δεν υπάγεται βέβαια η υπόθεση, που κρίθηκε με την απόφαση του δικαστηρίου των ΗΠΑ, της οποίας ζητήθηκε η εκτέλεση στην Ελλάδα.
ΙΙΙ.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το απαράδεκτο να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στην ίδια διάταξη εξαιρέσεις.
Το στοιχείο δε αυτό, ήτοι η προβολή του απαραδέκτου στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 323 αριθ. 4 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 905 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ανεπίτρεπτη η κήρυξη εκτελεστής αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου, λόγω αντιθέσεώς της προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου, πρέπει η τελευταία αυτή απόφαση να αποτελεί για τους διαδίκους οριστικό και όχι προσωρινό δεδικασμένο, που αποτελούν οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση της αναιρεσίβλητης, λόγω του ότι ο υπό εκτέλεση τίτλος δεν είναι απόφαση δικαστηρίου, αλλά διάταξη ασφαλιστικών μέτρων δικαστή δικαστηρίου της Περιφέρειας Κουκ του Ιλλινόϊς ΗΠΑ, αλλά, κι' αν είναι απόφαση, αυτή υπέκειτο σε έφεση και είναι αντίθετη προς τις υπ' αριθμ. 1942, 1943, 1944, 1855/2004 και 2562/2005 αποφάσεις του μονομελούς πρωτοδικείου Πατρών, που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μεν αφορά την πρώτη αιτίαση, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχεται, όπως άλλωστε προκύπτει και από επίσημο μεταφρασμένο αντίγραφό του με βάση το δίκαιο της πολιτείας στην οποία ανήκει το όργανο που την εξέδωσε έχοντας τη σχετική δικαιοδοσία και επιλύοντας την ιδιωτική αυτή διαφορά των διαδίκων, ότι ο αλλοδαπός αυτός εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση δικαστηρίου, καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση πρωτίστως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο είχε προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καθόσον αφορά την τρίτη αιτίαση ως απαράδεκτος, διότι, οι φερόμενες ως αντίθετες προς την απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, αποφάσεις ελληνικού δικαστηρίου, ως αφορώσες σε ασφαλιστικά μέτρα, αποτελούν για τους διαδίκους προσωρινό και όχι οριστικό δεδικασμένο.
Εξάλλου, η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται σαφώς ότι η υπό εκτέλεση αλλοδαπή δικαστική απόφαση είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου εκδόσεώς της και συνεπώς ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος, καθώς και ο πέμπτος κατά το πρώτο μέρος λόγος, της αναιρέσεως από τον αριθμό 19του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος πέμπτος λόγος ως προς την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν εκθέτει γιατί η αλλοδαπή απόφαση αποτελεί εκτελεστό τίτλο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη έλλειψη ανάγεται στην ανάλυση του σαφώς εκτιθεμένου αποδεικτικού πορίσματος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
IV.- Επειδή, το βάσιμο του λόγου αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κρίνεται από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, η οποία όμως είναι επιτρεπτό ως προς την αιτιολογία να παραπέμπει στις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώνει. Γενικά γίνεται δεκτό, σε τέτοιες περιπτώσεις που η προσβαλλομένη αναφέρεται στις αιτιολογίες άλλης απόφασης, ότι πρέπει η τελευταία να είναι πλήρως αιτιολογημένη, αλλιώς δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Εξάλλου, με το άρθρο 744 ΚΠολΔικ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη.
Συνέπεια του ανακριτικού αυτού συστήματος είναι, ότι η κατά το άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔικ αίτηση, για κήρυξη εκτελεστότητας αλλοδαπού τίτλου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 905 ίδιου Κώδικα, δεν είναι απαράδεκτη από το γεγονός ότι σ' αυτή δεν εκτίθενται τα γεγονότα εκείνα που θεμελιώνουν το σχετικό αίτημα, αλλά αρκεί ότι αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της αλλοδαπής απόφασης και αν αυτό δεν συμβαίνει αρκεί ότι διαπιστώνονται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα.
Παρέπεται απ' αυτά, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που δέχεται στην ουσία αίτηση και κηρύσσει εκτελεστή στην Ελλάδα αλλοδαπή δικαστική απόφαση, αναφορικά με το ζήτημα της παράθεσης πλήρων και επαρκών αιτιολογιών, μπορεί να παραπέμπει συμπληρωματικά σε αιτιολογία της αλλοδαπής απόφασης που κηρύσσεται εκτελεστή στην Ελλάδα, καθόσον αυτή δεν είναι απλά ένα διαδικαστικό έγγραφο αλλά αυτό τούτο το αντικείμενο της δίκης, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό, για χάρη της οικονομίας της δίκης και της δικανικής λειτουργίας, την επανάληψη του όλου κειμένου της αναφερόμενης αλλοδαπής απόφασης.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο, αν δε η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε επάλληλη αιτιολογία η οποία δεν πλήσσεται με λόγο αναίρεσης είναι αλυσιτελείς οι λόγοι αναίρεσης που πλήσσουν την κύρια αιτιολογία και γι' αυτό απορρίπτονται.
Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμία αυτοτελώς) της αναιρεσιβαλλομένης, για την αναίρεση της τελευταίας. Η επικουρική αιτιολογία μπορεί να εισάγεται και με τις φράσεις "ανεξάρτητα απ' αυτά" ή "πέρα απ' αυτά" ή "σε κάθε περίπτωση".
Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 905 παρ. 1-3 και 323 αρ. 2 έως 5 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι, με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, για να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα αλλοδαπή δικαστική απόφαση απαιτείται, εκτός από άλλα, να μην είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη. Σαν κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το συναίσθημα της ηθικής που έχει ένας κοινωνικός άνθρωπος που κατά τη γενική αντίληψη είναι χρηστός, γνωστικός και έχει σωστή σκέψη, άρα η κήρυξε απόφασης αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου εκτελεστής στην Ελλάδα δεν επιτρέπεται αν το περιεχόμενό της αντίκειται στις για ηθική αντιλήψεις του ανθρώπου αυτού.
Η δημόσια δε τάξη νοείται με την έννοια του άρθρου 33 του ΑΚ, επομένως η κήρυξε αλλοδαπής δικαστικής απόφασης εκτελεστής στην Ελλάδα δεν συγχωρείται όταν, εξαιτίας του περιεχομένου της, η εκτέλεσή της: α) θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις πολιτειακές, ηθικές, κοινωνικές, δικαιϊκές ή οικονομικές αντιλήψεις που κρατούν στη χώρα και β) θα διατάρασσε τον έννομο ρυθμό που κρατεί στη χώρα.
Μόνο το γεγονός, ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη (Ολ ΑΠ 17/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης που ενσωματώθηκαν σ' αυτή και τις αιτιολογίες της αλλοδαπής απόφασης που κηρύσσεται εκτελεστή στην Ελλάδα στις οποίες ρητά αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα:
Η από 1-10-2003 οριστική και εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου της έκδοσής της απόφαση του δικαστηρίου της Κομητείας Κούκ (Σικάγο) της Πολιτείας Ιλλινόϊς των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, επιβάλλοντας τεκμαρτό καταπίστευμα υπέρ της αναιρεσίβλητης στις μετοχές του αναιρεσείοντος, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα.....
να παραδώσει, μεταξύ άλλων, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Theros International gaming Inc" όλες τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Τρία Αστέρια Α.Ε.", που εδρεύει στο Ρίο Πατρών και της οποίας ο ίδιος είναι μέτοχος. Αυτό, διότι έκρινε (η αλλοδαπή αυτή απόφαση), ότι ο αναιρεσείων εκμεταλλεύτηκε τις ιδιότητές του ως μετόχου και ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου (συνδιοικητού) της αναιρεσίβλητης και με τις εκτιθέμενες αναλυτικά στο σκεπτικό της παράνομες και αντισυμβατικές πράξεις του, κρυφά από τους άλλους μετόχους και συνιδιοκτήτες της αναιρεσίβλητης, παραβιάζοντας με δόλιο τρόπο την υποχρέωση πίστεως από σχέση εντολής, διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό της αναιρεσίβλητης ως κεφάλαιο ίδρυσης στην Ελλάδα της άνω εταιρείας "Τρία Αστέρια Α.Ε.", στο όνομα της οποίας συνήψε μίσθωση του ξενοδοχείου στο Ρίο "Πόρτο Ρίο", στο οποίο υποχρεωτικά από την άδεια λειτουργίας στεγάζεται και λειτουργεί το Καζίνο Ρίου, ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που τέθηκε έτσι υπό ομηρία έμμεσα του ιδίου και άμεσα της παραπάνω εταιρείας "Τρία Αστέρια Α.Ε.", η οποία ιδρύθηκε παράνομα με χρήματα της αναιρεσίβλητης, πάντοτε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του αναιρεσείοντος, για παράνομη ιδιοποίηση εταιρικών περιουσιακών στοιχείων και σφετερισμό εταιρικών επιχειρηματικών ευκαιριών.
Η ως άνω αλλοδαπή απόφαση (εκτελεστός τίτλος), συνεχίζει το Εφετείο, δεν είναι "αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς την Ελληνική δημόσια τάξη, αφού η εκτέλεσή της στην Ελλάδα δεν προσκρούει ευθέως σε βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές που διέπουν την ενταύθα κοινωνική συμβίωση, τέτοια δε αντίθετη δεν συνιστά το αορίστως άλλωστε προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα ότι η μεταβίβαση των μετοχών της ειρημένης εταιρείας απαγορεύεται από τον Ελληνικό νόμο".
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τα όσα αντίθετα υποστήριξε ο αναιρεσείων με τον αβάσιμο έκτο λόγο της έφεσής του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επίσης κρίνει ότι "δεν αντίκειται η απόφαση στην ελληνική δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, καθόσον δεν προσκρούει σε κοινωνικές, ηθικές, οικονομικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις που διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις εντός του ελλαδικού χώρου, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν μπορούν να μεταβιβαστούν οι μετοχές της εταιρείας "Τρία Αστέρια" χωρίς προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Οικονομίας, σύμφωνα με το ν. 1892/1990, δηλαδή ένα οπωσδήποτε καθαρώς περιουσιακό ζήτημα, δεν ανάγεται στη δημόσια τάξη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη".
Από όλες αυτές τις παραδοχές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με επάλληλη αιτιολογία, αφενός ως μη νόμιμο διότι "δεν συνιστά αντίθεση στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη μόνο το γεγονός ότι στο Ελληνικό δίκαιο ίσχυε η πιο πάνω νομική απαγόρευση" και αφετέρου ως αόριστο διότι "άλλωστε προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα αορίστως με την έφεσή του".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Έχει προβεί σε ορθή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών "Ελληνική δημόσια τάξη" και "Ελληνικά χρηστά συναλλακτικά ήθη", με σωστή εφαρμογή αυτών και ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατέληξε σε ορθό και σαφές πόρισμα, χωρίς να παραβιάσει, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις που εφάρμοσε, καθώς και εκείνες των άρθρων 5, 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που φέρονται με το αναιρετήριο ως παραβιασθείσες, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει γι' αυτές παραδοχές.
Δεν υπέπεσε σε καμία από τις αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες. Μετά απ' αυτά, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα που τέθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ιδίως με τον έκτο λόγο έφεσής του, πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η αναιρεσιβαλλομένη έχει τις παραπάνω αιτιολογίες.
Επίσης, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί στην απόφασή του δεν παρέθεσε επαρκείς αιτιολογίες για την ορθή εξειδίκευση των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 905 παρ. 3 και 323 αρ. 2 έως 5 ΚΠολΔικ, με αποτέλεσμα να απορρίψει αναιτιολόγητα τον ως άνω έκτο λόγο έφεσης και ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αντίθεση της αλλοδαπής απόφασης στην "Ελληνική δημόσια τάξη" και στα "ελληνικά χρηστά ήθη", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν ιδρύεται στην υπόθεση που εξετάζεται, όπου κατά τα προαναφερθέντα ο ισχυρισμός απορρίφθηκε με επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία (ως μη νόμιμος και αόριστος) η οποία και τελικά δεν πλήσσεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
Οι ίδιοι αυτοί λόγοι αναίρεσης, κατά τα άνω μέρη τους, με τα οποία ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραβίαση των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, είναι απορριπτέοι σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Όμως ένα μέλος του δικαστηρίου τούτου, ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη:
Ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της έφεσής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προσήψε στην εκκαλουμένη την αιτίαση ότι "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκαμε δεκτό ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου δεν αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, αφού η μεταβίβαση των μετοχών απαγορεύεται από τον Ελληνικό νόμο".
Στη συνέχεια με τις προτάσεις του, όπως από την επισκόπησή τους προκύπτει, διευκρινίζοντας και συμπληρώνοντας παραδεκτά το λόγο αυτό της έφεσης, ισχυρίστηκε ότι: "από το προσαγόμενο καταστατικό της εταιρείας "Τρία Αστέρια", σε συνδυασμό με την προσαγόμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, προκύπτει, ότι οι μετοχές του στην πιο πάνω εταιρεία είναι ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες για μία δεκαετία, η οποία λήγει το Δεκέμβριο του 2007.
Η επένδυση αυτή πιστοποιήθηκε ότι ολοκληρώθηκε με την 60420/ΝΝ 713 ν. 1892/15-9-2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω κάθε μεταβίβαση μετοχών της εταιρείας "Τρία Αστέρια" απαγορεύεται μέχρι το τέλος του 2007. Έτσι η ως άνω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου αντίκειται στο ν. 1892/1990...".
Από το περιεχόμενο του λόγου αυτού έφεσης προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων εστίασε την αντίθεση της αλλοδαπής απόφασης μόνο στη δημόσια τάξη, όχι δε και στα χρηστά ήθη. Ο λόγος αυτός της έφεσης ήταν βάσιμος, διότι μόνο το γεγονός ότι στο Ελληνικό δίκαιο ίσχυε η πιο πάνω νομική απαγόρευση δεν καθιστά την αλλοδαπή απόφαση αντίθετη προς την εγχώρια δημόσια τάξη.
Το Εφετείο, μετά την με τον προαναφερθέντα έκτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και τη διαλαμβανόμενη στις προτάσεις του και ισχύουσα, σε κάθε περίπτωση, ως πρόσθετος λόγος έφεσης (άρθρα 764 παρ. 1 ΚΠολΔικ) ως άνω αιτίαση, που περιέχει και σαφή θέση του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως της νομικής και πραγματικής αιτίας, βάσει της οποίας το αλλοδαπό αυτό δικαστήριο διέταξε τη μεταβίβαση των μετοχών του στην ως άνω ελληνική εταιρία στην αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρία, στην εγχώρια δημόσια τάξη, ερεύνησε τη συνδρομή ή μη της νόμιμης προϋποθέσεως για την κήρυξη εκτελεστής της αλλοδαπής αποφάσεως της μη αντιθέσεώς της στη δημόσια τάξη και δέχθηκε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, τα ακόλουθα: "Η ίδια, τέλος, ως ανωτέρω αλλοδαπή απόφαση (εκτελεστός τίτλος) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς την ελληνική δημόσια τάξη, αφού η εκτέλεσή της στην Ελλάδα δεν προσκρούει ευθέως σε βασικές και θεμελιώδους σημασίας αρχές, που διέπουν την ενταύθα κοινωνική συμβίωση....".
Με την παραδοχή του, όμως, αυτή το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη αντιθέσεως της αλλοδαπής αποφάσεως προς τη δημόσια τάξη, ως προϋποθέσεις της κηρύξεως εκτελεστής στην Ελλάδα της αποφάσεως αυτής, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της δημόσιας τάξεως, και τούτο διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά γεγονότα, που έλαβε υπόψη το αλλοδαπό δικαστήριο για τη στοιχειοθέτηση της νομικής υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος για μεταβίβαση στην αναιρεσίβλητη των μετοχών του στην κατονομαζόμενη ελληνική ανώνυμη εταιρία, την οποία, μεταβίβαση, διέταξε, ήτοι δεν αναφέρεται η νομική αιτία γενέσεως της υποχρεώσεως προς μεταβίβαση των μετοχών αυτών, την οποία (αιτία) δέχθηκε το αλλοδαπό δικαστήριο, προκειμένου να ελεγχθεί η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η εκτέλεση της αλλοδαπής αυτής αποφάσεως στην Ελλάδα, εξαιτίας του περιεχομένου της δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη με την έννοια των θεμελιωδών πολιτειακών, ηθικών, κοινωνικών, δικαιϊκών ή οικονομικών αντιλήψεων στη χώρα.
Έτσι, η αναιρεσιβαλλομένη, παραλείποντας να εκθέσει τα παραπάνω περιστατικά, παραβίασε εκ πλαγίου τη νομική έννοια της κατά τα άρθρα 905 παρ. 3 και 323 αριθ. 4 του ΚΠολΔ δημόσιας τάξεως, κατά τους βάσιμους πιο πάνω λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, οι οποίοι, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, έπρεπε να γίνουν δεκτοί.
V.- Επειδή, πράγματα, η από το δικαστήριο παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Η αναιρετική όμως αυτή πλημμέλεια δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους λόγους της εφέσεως και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, γίνεται ειδική αναφορά στους πέντε πρώτους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, τους οποίους και απορρίπτει ως αλυσιτελείς. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πιο πάνω πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους καθοριζομένους κατά το περιεχόμενο πρώτους πέντε λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, με την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, θεωρούνται τα κατά τα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι και ο αλλοδαπός εκτελεστός τίτλος στη δίκη για την κήρυξη του εκτελεστού στην Ελλάδα (ΑΠ 262/1981). Συνακόλουθα, ο έκτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, την οποία κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα πέραν της αοριστίας του για μή παράθεση στο αναιρετήριο κατά λέξη του ακριβούς περιεχομένου της αλλοδαπής απόφασης και μή αναφορά του περιεχομένου που δέχτηκε το δικαστήριο με τη φερόμενη παραμόρφωση, ώστε από τη σύγκριση να καταστεί εφικτός ο έλεγχος του διαγνωστικού σφάλματος, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος.
VII.- Επειδή, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ). Συνακόλουθα, μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά τα άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2006 αίτηση του .... , για αναίρεση της 640/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2007. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ