Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees, citing lack of evidence and vague document distortion claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding lawyer fees in a construction contract dispute. The appellants argued the lower court distorted private agreements to award excessive fees based on property value rather than contract terms. The court rejected this claim because the appeal failed to clearly specify the actual content of the alleged distorted documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 95(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to clearly state the true content of the document and the different content attributed by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1835 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Κ.Μ.
Αριθμός 1835/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ..... Οι 2η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Μπουρνόζο. Ο 1ος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: ...., αμφοτέρων δικηγόρων και κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός τους. Η πρώτη των αναιρεσίβλητων δήλωσε στο ακροατήριο ότι επάγεται την ένσταση του δεδικασμένου όπως ειδικώτερα αναλύεται στις προτάσεις τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9853/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-1-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι αναιρεσίβλητοι δικηγόροι την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη προσηκόντως παριστάμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο ΄Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β΄ και γ΄ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος ή μη προσηκόντως παριστάμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 21-3-2006, όπως προκύπτει από την 13040/16-1-2006 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .....
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πινακίου, κατά τη δικάσιμο εκείνη, με παρόντες τους διαδίκους, αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της οποίας δεν εμφανίστηκε ο πρώτος αναιρεσείων. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή, κατά μεν την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, καθώς και συμφωνία με εκχώρηση της αμοιβής ή μεταβίβαση μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί του αντικειμένου της διεξαχθησομένης δίκης και συνάγεται περαιτέρω ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν επιτυχώς διεξαχθεί η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά.
Τέλος κατά το άρθρο 95 παρ. 1 εδ. α΄ του ίδιου κώδικα, συμφωνία περί αμοιβής σε ποσοστό ανώτερο του δεκάτου του αντικειμένου της δίκης τεκμαίρεται ως αφορώσα το εισπραχθησόμενο ποσό ή το επιδικασθησόμενο αντικείμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, δικηγόροι Αθηνών, το έτος 1989 συνήψαν με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος ενεργούσε ατομικά και ως αντιπρόσωπος των λοιπών εναγομένων (και ήδη λοιπών αναιρεσειουσών) και του ήδη αποβιώσαντος αδελφού τους ....., προφορική σύμβαση εργολαβίας δίκης, δυνάμει της οποίας δόθηκε σ' αυτούς η εντολή να προβούν σε όλες τις αναγκαίες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού, για τη διεκδίκηση κατεχόμενων από τρίτους οικοπεδικών εκτάσεων στη θέση "....." ή "....." του Δήμου Αθηναίων, με αμοιβή, την οποία θα εδικαιούντο, μόνο σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της διεκδικήσεως εκάστου, επί μέρους, οικοπεδικού τμήματος της συνολικής εκτάσεως και η οποία θα ανερχόταν σε ποσοστό επί της αξίας του διεκδικούμενου ακινήτου, 15% για την πρώτη ενάγουσα και 10% για τον δεύτερο ενάγοντα.
Μεταξύ των ακινήτων αυτών ήταν και οικόπεδο συγκυριότητας των εναγομένων, εμβαδού 160 τ.μ. Σε εκτέλεση της ως άνω προφορικής εντολής οι ενάγοντες προέβησαν στις αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για τη συνέχιση της διεκδίκησης του ακινήτου αυτού, η οποία-ευρισκόμενη στο στάδιο διεξαγωγής των αποδείξεων- εκκρεμούσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 8063/2000 αμετάκλητη απόφαση του οποίου έγινε δεκτή η αγωγή των εντολέων τους, που αναγνωρίστηκαν συγκύριοι του άνω ακινήτου και έτσι η επίδικη εντολή εκτελέστηκε, αφού η υπόθεση είχε επιτυχή έκβαση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την προαναφερόμενη συμφωνημένη αμοιβή, ποσοστού 15% και 10% αντιστοίχως, επί της αξίας του παραπάνω ακινήτου, ανερχόμενης στο ποσό των 22.000.000 δραχμών (ισότιμο των 64.563,46 ευρώ) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε για την αιτία αυτή στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 9.684.51 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 6.456,34 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 εδ. α΄ του Κώδικα περί Δικηγόρων και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 (και όχι και 14 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, όσον αφορά τον τρίτο λόγο) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι με την επίδικη προφορική σύμβαση συμφωνήθηκε η αμοιβή των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερόμενα ποσοστά επί της αξίας του παραπάνω ακινήτου και όχι επ' αυτού τούτου του ακινήτου, το προαναφερόμενο νόμιμο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 95 παρ. 1 εδ. α΄ του Κώδικα περί Δικηγόρων, που ίσχυε μόνο ως προς την πρώτη ενάγουσα -δεδομένου ότι η αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος δεν υπερέβαινε το δέκατο του αντικειμένου της δίκης- ανατράπηκε με την απόδειξη του αντιθέτου του τεκμαιρόμενου γεγονότος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. O λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και το διαφορετικό περιεχόμενο, που προσέδωσε το δικαστήριο της ουσίας στο φερόμενο ως παραμορφωμένο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, εκτιμώμενο ως από τον αριθμό 20 (και όχι 11, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση από 17-9-1990 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ των διαδίκων (εργολαβικών δίκης) -στα οποία, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, στηρίχθηκε για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του- με αποτέλεσμα να καταλήξει στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν από αυτούς, δικηγορική αμοιβή πολλαπλάσια εκείνης που εδικαιούντο και ειδικότερα ποσοστά επί της χρηματικής αξίας του διεκδικηθέντος από αυτούς ακινήτου και όχι -όπως διαλαμβανόταν στα παραπάνω έγγραφα- ποσοστά επ' αυτού τούτου του ακινήτου.
Δεν αναφέρεται όμως με σαφήνεια το πλήρες περιεχόμενο των εγγράφων, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2003 αίτηση των ... για αναίρεση της 9853/ 2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ