Supreme Court dismisses appeal on broker commission claim due to lack of causal link between mediation and contract formation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court ruling regarding a broker's commission claim. The court found that the contract for the dairy facility was concluded through direct negotiations between the parties, independent of the appellant's mediation efforts. Consequently, the statutory requirement of causal link between the broker's activity and the contract's formation was not met, rendering the commission claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 703(1) Civil Code; A broker is only obligated to pay a commission if a contract is concluded as a consequence of their mediation, requiring a causal link between their activity and the contract's formation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1834 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1834/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Σ. - Τ. Ε. Ε.Ε." που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διάδοχος κατά μετατροπή της εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Σ. - Τ. Ε. Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "GOLD REAL ESTATE", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελίνα Μουζουράκη, η οποία ανακάλεσε την από 24-04-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου εταίρου της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, 2) Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως ετερόρρυθμου εταίρου της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, 3) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ Σ. Κ. - Π. Ν. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. - ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΙΕΡΚΑΤ Ε.Ε." που εδρεύει στην Κατερίνη, και εκπροσωπείται νόμιμα. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαχαράλαμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-01-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 541/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15-09-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 εδ.1 ΑΚ, "Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης". Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι:
α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη. Για να συμβεί αυτό, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αφενός της δραστηριότητας του μεσίτη ως αιτίου και αφετέρου της καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (ΑΠ 636/2023, ΑΠ 170/2021, ΑΠ 1391/2019, AΠ 720/2018, ΑΠ 441/2015).
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που αξιώνει την καταβολή μεσιτικής αμοιβής (ΑΠ 636/2023, ΑΠ 1607/2013). Τα όσα έλαβαν χώρα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με την εντολή, που δόθηκε στον μεσίτη και τις ενέργειες του, ως ζητήματα καθαρά πραγματικά, κρίνονται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].
Η κρίση, όμως, αν αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικώς διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να θεωρηθεί (ή μη) ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος, που έχει παραχθεί, είναι ζήτημα νομικό και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ.
α' και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 703 εδ. 1 ΑΚ (ΑΠ 636/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 720/2018).
Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη ευκαιρίας δεν ορίζεται στο νόμο, αλλά, συνήθως, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης.
Είναι ενδεχόμενο, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε, η μεσολάβηση να περιλαμβάνει, επιπλέον, την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών. Ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει, απλώς, τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν της υπόδειξης του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ή άλλη δευτερεύουσα ενέργεια αυτού να είναι, υπό ορισμένες συνθήκες, επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση.
Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο (ΑΠ 636/3023, ΑΠ 170/2021, ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 980/2015, ΑΠ 229/2014), ενώ η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει, κατ` αρχήν, το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη (ΑΠ 636/3023, ΑΠ 1040/2019).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ` αυτόν τα περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 932/2018 , ΑΠ 290/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία(ήδη αναιρεσείουσα, στην οποία έχει μετατραπεί η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία) είναι μεσίτης αστικών συμβάσεων, αφού μεσολαβεί ή υποδεικνύει ευκαιρία, για τη σύναψη, των, αστικού δικαίου, συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων.
Η εταιρία συστάθηκε την 6-4-2010, δυνάμει, του, με ίδια ημερομηνία, ιδιωτικού συμφωνητικού ομορρύθμου εμπορικής εταιρίας, νομίμως δημοσιευθέντος και καταχωρηθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Κατερίνης την 22-4-2010 με αύξοντα αριθμό 118/20, καταχωρήθηκε, δε, στο Γ.Ε.ΜΗ. την 3-4-2011 με αριθμό καταχώρισης ...
Ως ομόρρυθμοι εταίροι σε αυτήν συμμετέχουν ο Σ. Δ. και η Ε. Τ., σε ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, ενώ διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής έχει ορισθεί ο προαναφερόμενος Σ. Δ. Ήδη, η ως άνω ενάγουσα έχει μετατραπεί σε ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ. Σ. - Τ. Ε. Ε.Ε.", χωρίς να έχει μεταβληθεί η ως άνω εκπροσώπηση της ή τα ποσοστά συμμετοχής σε αυτήν των εταίρων της, όπως προκύπτει από τη, νόμιμα, με επίκληση, προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2018 ανακοίνωση του Επιμελητηρίου Πιερίας, στο οποίο και είναι εγγεγραμμένη, με αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών μεσιτικού γραφείου.
Ενόψει του προκείμενου αντικειμένου εργασιών της και με αφορμή δημοσιευμένη αγγελία της στο διαδίκτυο ήρθε σε τηλεφωνική επαφή, με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Σ. Δ., ο Σ. Κ. του Π., ο οποίος ενεργούσε, από το μήνα Μάιο του έτους 2015, με σχετική εντολή και για λογαριασμό επιχειρηματία ονόματι Χ. Τ. του Δ., ο οποίος ενδιαφερόταν, για την ανεύρεση και αγορά μίας τυροκομικής μονάδος στην Ελλάδα, προκειμένου να επεκτείνει τον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στη χώρα.
Ωστόσο, το ακίνητο, το οποίο αφορούσε η εν λόγω αγγελία είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, αλλά ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Σ. Δ. ενημέρωσε τον Σ. Κ., ότι η ενάγουσα εταιρία είχε τις γνώσεις και την εμπειρία και μπορούσε να αναζητήσει μία άλλη τυροκομική μονάδα, για λογαριασμό του Χ. Τ. Προς τούτο, ο Σ. Κ. παρέσχε την εντολή στο Σ.
Δ. να προβεί στην απαιτούμενη σχετική έρευνα, τονίζοντάς του, ότι είχε στη διάθεση του περιορισμένο χρονικό διάστημα, για την έρευνα αυτή, καθόσον ο κ. Τ. έδειχνε ενδιαφέρον να επενδύσει και σε άλλες περιοχές της χώρας. Η μεσολαβητική πρωτοβουλία, την οποία κατέβαλε ο Σ. Δ. δεν απέδωσε. Αντιλαμβανόμενος ο ίδιος, ότι επρόκειτο, για μία πολύ σημαντική επένδυση, τόσο από πλευράς ύψους αυτής όσο και από πλευράς κύρους του εν λόγω επενδυτή και πιεζόμενος, από τα στενά χρονικά περιθώρια, που του είχε θέσει ο επενδυτικός συνεργάτης Κ., αποφάσισε να απευθυνθεί στους εναγόμενους(ενν.
τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων- ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι είναι πολιτικοί μηχανικοί, δραστηριοποιούμενοι, είτε ατομικά είτε μέσω της συνεστημένης, από αυτούς, τέταρτης εναγόμενης(ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης) ετερόρρυθμης τεχνικής εταιρίας, διότι, όπως ο κ. Δ. γνώριζε, λόγω της προηγούμενης, από πολλών ετών, συνεργασίας τους, ενόψει των ανωτέρω επαγγελματικών ιδιοτήτων, που κατείχαν αμφότερες οι πλευρές, αλλά και των φιλικών σχέσεων, που είχαν, αντίστοιχα, αναπτύξει, είχαν ήδη ασχοληθεί με τον τομέα των κατασκευών τυροκομικών μονάδων, έχοντας, προς τούτο, γνώση, σχετικά, με τα τότε υφιστάμενα τυροκομεία στην ευρύτερη περιοχή της Πιερίας.
Συνεπώς, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ήταν αυτός, που προσέγγισε πρώτος τους δύο πρώτους εναγόμενους, επιζητώντας, καταρχήν, τη βοήθειά τους, για την ανεύρεση τυροκομικής μονάδος στην Περιφέρεια Πιερίας, στην οποία θα μπορούσε να επενδύσει ο κ. Τ. Σαφώς, προκύπτει, ότι, τότε, εντολή μεσιτείας, από τους δύο πρώτους εναγόμενους, δεν δόθηκε, προς την ενάγουσα.
Επρόκειτο, για απλή προσέγγιση των τελευταίων, από την ίδια την ενάγουσα, στα πλαίσια της δικής της αναζήτησης, για υπόδειξη ευκαιρίας, προς τον κ. Κ., που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του ενδιαφερομένου επενδυτή κ. Τ., χωρίς να τους συνδέει, τότε, η οποιαδήποτε έννομη σχέση. Η ενάγουσα ενδιαφερόταν στο στάδιο αυτό, για την ανεύρεση τυροκομικής μονάδος.
Εφόσον τα ίδια είπε και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι, κατά την παραπάνω επικοινωνία οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ενημέρωσαν την ενάγουσα, ότι δεν γνώριζαν κάποιο τυροκομείο, προς πώληση, στην ευρύτερη περιοχή της Πιερίας, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ωστόσο, ήταν οι ίδιοι σε θέση, εφόσον το επιθυμούσε ο επιχειρηματικός επενδυτής, να κατασκευάσουν μία νέα τυροκομική μονάδα και μάλιστα, εντός των περιορισμένων χρονικών πλαισίων, που απαιτούσε και σε ακίνητο, που θα τους υποδείκνυε.
Προς τούτο, πρότειναν στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να τους φέρει σε επαφή με τον εκπρόσωπο του επενδυτή κ. Κ., για να του αναπτύξουν την επιχειρηματική τους πρόταση. Είναι σαφές, ότι η ανάθεση της εντολής στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, δόθηκε με την μορφή της μεσολάβησής του, ώστε, με κάθε πρόσφορη ενέργειά του, να έλθουν στην κατάρτιση της προτεινόμενης σύμβασης έργου.
Αμέσως μετά την λήψη της εντολής αυτής, που είχε όπως προεκτέθηκε τα στοιχεία μεσολάβησης, η ενάγουσα έσπευσε, σε εκτέλεσή της και συντελέστηκε η, μεταξύ αυτών, επαφή. Ειδικότερα, ενημέρωσε τον κ. Κ., για την πρόταση αυτών, περί κατασκευής νέας τυροκομικής μονάδας, υποδεικνύοντάς του τη σχετική ευκαιρία, για τη σύναψη αντίστοιχης σύμβασης έργου.
Προς τούτο, ο κ. Κ. μετέβη στην Κατερίνη, την 9-6-2015, οπότε και συνοδευόμενος από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Σ. Δ., επισκέφθηκαν τους δύο πρώτους εναγόμενους στα γραφεία της τέταρτης εναγόμενης εταιρίας, όπου και οι τελευταίοι του παρουσίασαν την πρόταση τους, για κατασκευή νέας τυροκομικής μονάδας, ως ευκαιρία της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης του ενδιαφερομένου επενδυτή κ.
Τ. Παράλληλα, οι εναγόμενοι του παρουσίασαν τους βασικούς όρους συνεργασίας των δύο μερών στην σύμβαση κατασκευής. Σημειώνεται, ότι η ανωτέρω εντολή μεσολάβησης έγινε ατομικά από τους δύο πρώτους εναγόμενους και όχι με την ιδιότητά τους, ως νομίμων εκπροσώπων της τέταρτης εναγόμενης εταιρίας, η οποία με κανένα τρόπο δεν συμβλήθηκε με την ενάγουσα, όπως και η τρίτη εναγόμενη, η οποία δεν ήταν καν συνεστημένη, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης μεσιτείας.
Τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη και απέρριψε την αγωγή, ως προς αυτούς (τρίτη και τέταρτη των εναγομένων), για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους. Επομένως ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό ο έβδομος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι πεισθείς ο κ. Κ., για την προοπτική του έργου και αφού έλαβε τηλεφωνικά τη σχετική έγκριση του κ. Τ., συναίνεσε καταρχήν στην κατασκευή του έργου της νέας τυροκομικής μονάδας, στην οποία θα επένδυε ο κ. Τ., υπό τον όρο, ότι θα ανευρισκόταν στην περιοχή κατάλληλο, προς τούτο, ακίνητο, ανέθεσε, δε, την εντολή στην ενάγουσα να ανεύρει αυτό το κατάλληλο ακίνητο, επί του οποίου θα κατασκευαζόταν το έργο (τυροκομείο), θέτοντας, μάλιστα, υπόψη της (ενάγουσας) και τις αντίστοιχες προδιαγραφές, που αυτό το ακίνητο θα έπρεπε να πληροί, υποσχόμενος, παράλληλα, την καταβολή σε αυτήν της ανάλογης αμοιβής, ενόψει και μετά τη διεκπεραίωση της σχετικής εντολής (ανεύρεση κατάλληλου ακινήτου).
Εξάλλου, αποδείχθηκε, ότι, πράγματι, προς εκτέλεση της σχετικής εντολής, που ανέλαβε, από τον κ. Κ., η ενάγουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της, άρχισε την αναζήτηση του κατάλληλου ακινήτου, επί του οποίου θα κατασκευαζόταν το έργο της τυροκομικής μονάδας. Η αναζήτηση αυτή, όμως, δεν τελεσφόρησε, καθόσον όλα τα ακίνητα, που είχε διαθέσιμα ή μπορούσε να ανεύρει, προς διαπραγμάτευση η ενάγουσα, δεν πληρούσαν τους όρους και τις προδιαγραφές, που είχε θέσει ο υποψήφιος αγοραστής κ. Τ., με αποτέλεσμα να απειλείται και η σύναψη της σύμβασης του έργου της κατασκευής της τυροκομικής μονάδας, μεταξύ του τελευταίου και των δύο πρώτων εναγομένων. Ενόψει αυτής της προοπτικής, με πρωτοβουλία των ίδιων των εναγομένων και όχι με μεσολάβηση της ενάγουσας, κατέστη εφικτή η ανεύρεση ακινήτου κατάλληλου, για την κατασκευή του έργου της τυροκομικής μονάδας, το οποίο και ανήκε, κατά κυριότητα σε συγγενείς του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα στη μητέρα του Κ. χήρα Ι. Σ. και στον θείο του Α. Γ. του Ι., μετά, δε, τη σχετική, από 16-7-2015, διά ηλεκτρονικού μηνύματος, ενημέρωση του κ. Τ., υπογράφηκε το με αριθμό ...-2015 σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κατερίνης Α. Γ.
Συνεπώς, η σύμβαση αγοράς του ακινήτου αυτού, δεν αποδείχθηκε, ότι επήλθε, συνεπεία υποδείξεως της μεσίτου εκκαλούσας εταιρείας, αλλά στηρίχτηκε σε ενέργειες και πρωτοβουλίες των δύο πρώτων εναγομένων. Οι ίδιοι θεώρησαν τους εαυτούς αποδεσμευμένους από την σύμβαση μεσιτείας και τόσο ο κ. Τ. (την 12-8-2015) όσο και οι εναγόμενοι (την 15-12-2015) κατέβαλαν στην ενάγουσα το ποσό των 2.650 ευρώ ο καθένας, ως αμοιβή, για τις έως τότε μεσιτικές προσπάθειές της.
Έκτοτε επακολούθησαν απευθείας επαφές, μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, αφενός και αφετέρου του συνεργάτη της επενδυτικής πλευράς και κατέληξαν, όπως θα εκτεθεί, ειδικότερα, παρακάτω στην υπογραφή της σύμβασης κατασκευής του τυροκομείου. Στις επακολουθήσασες αυτές επαφές δεν υπήρξε μεσολάβηση και παρουσία της ενάγουσας.
Ενόψει, δε, της, με τον ανωτέρω τρόπο, ανεύρεσης του ακινήτου, επί του οποίου οι εναγόμενοι θα κατασκεύαζαν το έργο του τυροκομείου, για λογαριασμό του κ. Τ., συστήθηκε, από τους πρώτους, η τρίτη εναγόμενη κοινοπραξία (την 15-9-2015) και από τον τελευταίο η εταιρία MEDITERRANEO ΕΕΕΜΑΕ (την 2-9-2015), μεταξύ των οποίων υπογράφηκε το από 28-9-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης του εν λόγω έργου, του σχετικού του προϋπολογισμού (κόστος και αμοιβή Κοινοπραξίας) συμφωνηθέντος στο ποσό των 1.165.000,00 ευρώ, με τελικό προϋπολογισμό το ποσό του 1.195.209,00 ευρώ, εκ των οποίων η αμοιβή της Κοινοπραξίας ανήλθε στο ποσό των 68.131,98 ευρώ.
Σημειώνεται, ότι στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δεν υπάρχει δήλωση μεσολάβησης. Στη συνέχεια και αφού εξεδόθη με ενέργειες των δύο πρώτων εναγομένων και η έγκριση δόμησης αυτού από το Τμήμα Έκδοσης Αδειών Δόμησης του Δήμου Κατερίνης, το έργο τελικώς ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2016. Η ενάγουσα δεν έλαβε μέρος (μετέσχε) στην συμφωνία, που παραπάνω αναφέρεται και αφορά την κατασκευή της επιχείρησης τυροκομείου του άνω επενδυτή, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διαμεσολαβητική δραστηριότητα, ούτε παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης ούτε υποβλήθηκε σε δαπάνες ή πραγματοποίησε οποιαδήποτε έξοδα, εξ αφορμής της εντολής αυτής.
Κατόπιν αυτών η σύμβαση κατασκευής της τυροκομικής μονάδας δεν οφείλεται σε διαμεσολάβηση της εκκαλούσας εταιρείας, η οποία περιορίστηκε σε απλή υπόδειξη τούτου, προς τους εργολάβους κατασκευής, χωρίς να προβεί σε καμιά διαμεσολαβητική ενέργεια και δεν δικαιούται, γι' αυτό, αμοιβή. Επιπλέον, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε, ότι συνομολογήθηκε, οποιαδήποτε, αμοιβή και μάλιστα αυτή του ποσοστού 2%, επί του συνολικού ποσού, στο οποίο θα ανερχόταν, οριστικά, το προτεινόμενο έργο, για τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Επίσης, από τα ίδια ανωτέρω αποδειχθέντα, προκύπτει, ότι δεν καταρτίστηκε έγγραφο, από το οποίο να συνάγεται η κατάρτιση σύμβασης μεσιτείας ή από το οποίο να εξάγεται οποιαδήποτε διαμεσολαβητική δραστηριότητα της εκκαλούσας - ενάγουσας, με εντολή των εφεσίβλητων - εναγομένων. Ακολούθως, τα παραπάνω δεν αναιρούνται και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του ενόρκως βεβαιώσαντος μάρτυρος, οι οποίοι καταθέτουν, ότι υπήρξε συμφωνία της εκκαλούσας - ενάγουσας, με τους πρώτο και δεύτερο εναγόμενους, για διαμεσολάβηση και για την αμοιβή, καθόσον αντικρούονται, από τις, ακριβώς, περί του αντιθέτου, καταθέσεις του μάρτυρα ανταπόδειξης και των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων, οι οποίοι καταθέτουν, ότι ουδέποτε επιβεβαιώθηκε τέτοια συμφωνία ή αμοιβή".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αντικαθιστώντας κατά ένα μέρος τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις ανωτέρω δικές του αιτιολογίες, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την από 25-1-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν νομιμοτόκως, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 31.855,60 ευρώ, ως μεσιτική αμοιβή της, για την συναφθείσα με το από 28-9-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση έργου.
Με τους μοναδικούς πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενους ως σύνολο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εξαιτίας των οποίων απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της κατά των δύο πρώτων εναγομένων, ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, χωρίς να πλήττει και την απόρριψη της αγωγής ως προς τις τρίτη και τετάρτη των εναγομένων, ήδη τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή κατ' ουσίαν για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής τους και συνεπώς, αφού δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως ως προς αυτές, οι οποίες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου και επομένως, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση αναίρεσης ως προς τους τρίτη και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς του δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, έτσι που κατά τα ανωτέρω έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η σύμβαση έργου κατασκευής μίας τυροκομικής μονάδας σε ακίνητο συνιδιοκτησίας της μητέρας και του θείου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προϋπολογισμού 1.195.209 ευρώ, που καταρτίστηκε μεταξύ της ιδρυθείσας για το σκοπό αυτό από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους τέταρτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, ως εργολάβου, και της ιδρυθείσας, επίσης για το σκοπό αυτό, εταιρείας του επενδυτή Χ.
Τ., ως εργοδότη, χωρίς την μεσολάβηση της μεσίτη αναιρεσείουσας, αφού η προς τον νόμιμο εκπρόσωπό της μεσιτική εντολή, τόσο των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, όσο και του εκπροσώπου του επενδυτή, που ενεργούσε για λογαριασμό του, είχε λήξει και η αναιρεσείουσα είχε λάβει από αυτούς την αμοιβή της για τις έως τότε μεσιτικές υπηρεσίες της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει προσφορη αιτιωδης συνάφεια μεταξύ των μεσιτικών αυτών εντολών και της τελικώς καταρτισθείσας σύμβασης έργου, στην σύναψη της οποίας δεν μεσολάβησε η αναιρεσείουσα, ούτε υπέδειξε ευκαιρία προς σύναψή της, και επίσης η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή, ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η συνομολόγηση της αιτούμενης από την αναιρεσείουσα με την αγωγή της αμοιβής της ποσοστού 2% επί του προϋπολογισμού του έργου, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα ότι πρέπει να απορριφθεί ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του ως προς του δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ομόρρυθμη, και μετατραπείσα μετά την άσκηση της αγωγής σε ετερόρρυθμη εταιρεία, είναι μεσίτης αστικών συμβάσεων, αφού μεσολαβεί ή υποδεικνύει ευκαιρία, για τη σύναψη των αστικού δικαίου συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής και μίσθωσης ακινήτων, ενώ διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής έχει ορισθεί ο εταίρος Σ.
Δ. β) Ότι με αφορμή δημοσιευμένη αγγελία της στο διαδίκτυο ήρθε σε τηλεφωνική επαφή, με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ο Σ. Κ., που ενεργούσε, από το μήνα Μάιο του έτους 2015, με σχετική εντολή και για λογαριασμό επιχειρηματία Χ. Τ., ο οποίος ενδιαφερόταν για την ανεύρεση και αγορά μίας τυροκομικής μονάδος στην Ελλάδα, προκειμένου να επεκτείνει τον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στη χώρα.
γ) Ότι το ακίνητο, το οποίο αφορούσε η εν λόγω αγγελία, είχε ήδη πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, αλλά ο εκπρόσωπος της ενάγουσας ενημέρωσε τον Σ. Κ., ότι η ενάγουσα εταιρία είχε τις γνώσεις και την εμπειρία και μπορούσε να αναζητήσει μία άλλη τυροκομική μονάδα, για λογαριασμό του Χ. Τ. δ) Ότι ο Σ. Κ. παρέσχε την εντολή στο Σ.
Δ. να προβεί στην απαιτούμενη σχετική έρευνα, τονίζοντάς του, ότι είχε στη διάθεση του περιορισμένο χρονικό διάστημα, για την έρευνα αυτή, καθόσον ο Χ. Τ. έδειχνε ενδιαφέρον να επενδύσει και σε άλλες περιοχές της χώρας, αλλά η μεσολαβητική πρωτοβουλία, την οποία ανέλαβε ο Σ. Δ. δεν απέδωσε. ε) Ότι αντιλαμβανόμενος αυτός ότι επρόκειτο για μία πολύ σημαντική επένδυση, τόσο από πλευράς ύψους αυτής, όσο και από πλευράς κύρους του εν λόγω επενδυτή και πιεζόμενος από τα στενά χρονικά περιθώρια, που του είχε θέσει ο επενδυτικός συνεργάτης Σ.
Κ., αποφάσισε να απευθυνθεί στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων (ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι είναι πολιτικοί μηχανικοί, δραστηριοποιούμενοι, είτε ατομικά είτε μέσω της συνεστημένης, από αυτούς, τέταρτης εναγόμενης(ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης) ετερόρρυθμης τεχνικής εταιρίας, διότι, όπως ο Σ.
Δ. γνώριζε, αυτοί είχαν ήδη ασχοληθεί με τον τομέα των κατασκευών τυροκομικών μονάδων, έχοντας, προς τούτο, γνώση, σχετικά, με τα τότε υφιστάμενα τυροκομεία στην ευρύτερη περιοχή της Πιερίας. στ) Ότι κατά την παραπάνω επικοινωνία οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ενημέρωσαν την ενάγουσα, ότι δεν γνώριζαν κάποιο τυροκομείο προς πώληση στην ευρύτερη περιοχή της Πιερίας τη δεδομένη χρονική στιγμή, ωστόσο ήταν οι ίδιοι σε θέση, εφόσον το επιθυμούσε ο επιχειρηματικός επενδυτής, να κατασκευάσουν μία νέα τυροκομική μονάδα και μάλιστα, εντός των περιορισμένων χρονικών πλαισίων, που απαιτούσε και σε ακίνητο, που θα τους υποδείκνυε, προς τούτο δε πρότειναν στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να τους φέρει σε επαφή με τον εκπρόσωπο του επενδυτή, για να του αναπτύξουν την επιχειρηματική τους πρόταση.
ζ) Ότι αμέσως μετά την λήψη της εντολής αυτής, που είχε τα στοιχεία μεσολάβησης, η ενάγουσα έσπευσε, σε εκτέλεσή της και συντελέστηκε η, μεταξύ αυτών, επαφή, αφού ενημέρωσε τον Σ. Κ., για την πρόταση των δύο πρώτων εναγομένων, περί κατασκευής νέας τυροκομικής μονάδας, υποδεικνύοντάς του τη σχετική ευκαιρία, για τη σύναψη αντίστοιχης σύμβασης έργου.
η) Ότι προς τούτο, ο Σ. Κ. μετέβη στην Κατερίνη, την 9-6-2015, οπότε και συνοδευόμενος από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Σ. Δ., επισκέφθηκαν τους δύο πρώτους εναγομένους στα γραφεία της τέταρτης εναγομένης εταιρίας, όπου οι τελευταίοι του παρουσίασαν την πρόταση τους, για κατασκευή νέας τυροκομικής μονάδας, ως ευκαιρία της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης του ενδιαφερομένου επενδυτή Χ.
Τ., ενώ παράλληλα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι του παρουσίασαν τους βασικούς όρους συνεργασίας των δύο μερών στην σύμβαση κατασκευής. θ) Ότι πεισθείς ο Σ. Κ., για την προοπτική του έργου και αφού έλαβε τηλεφωνικά τη σχετική έγκριση του Χ. Τ., συναίνεσε καταρχήν στην κατασκευή του έργου της νέας τυροκομικής μονάδας, στην οποία θα επένδυε ο Χ.
Τ., υπό τον όρο, ότι θα ανευρισκόταν στην περιοχή κατάλληλο, προς τούτο, ακίνητο, ανέθεσε, δε, την εντολή στην ενάγουσα να ανεύρει αυτό το κατάλληλο ακίνητο, επί του οποίου θα κατασκευαζόταν το έργο (τυροκομείο), θέτοντας, μάλιστα, υπόψη της (ενάγουσας) και τις αντίστοιχες προδιαγραφές, που αυτό το ακίνητο θα έπρεπε να πληροί, υποσχόμενος, παράλληλα, την καταβολή σε αυτήν της ανάλογης αμοιβής, μετά τη διεκπεραίωση της σχετικής εντολής ανεύρεσης κατάλληλου ακινήτου.
ι) Ότι προς εκτέλεση της εντολής αυτής, που έλαβε από τον Σ. Κ., η ενάγουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της, άρχισε την αναζήτηση του κατάλληλου ακινήτου, επί του οποίου θα κατασκευαζόταν το έργο της τυροκομικής μονάδας, αλλά η αναζήτηση αυτή δεν τελεσφόρησε, καθόσον όλα τα ακίνητα, που είχε διαθέσιμα ή μπορούσε να ανεύρει, προς διαπραγμάτευση η ενάγουσα, δεν πληρούσαν τους όρους και τις προδιαγραφές, που είχε θέσει ο υποψήφιος αγοραστής, με αποτέλεσμα να απειλείται και η σύναψη της σύμβασης του έργου της κατασκευής της τυροκομικής μονάδας, μεταξύ του τελευταίου και των δύο πρώτων εναγομένων.
ια) Ότι ακολούθως, με πρωτοβουλία των ίδιων των δύο πρώτων εναγομένων και όχι με μεσολάβηση της ενάγουσας, κατέστη εφικτή η ανεύρεση ακινήτου κατάλληλου, για την κατασκευή του έργου της τυροκομικής μονάδας, σε ακίνητο, το οποίο ανήκε, κατά κυριότητα σε συγγενείς του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα στη μητέρα του Κ.
χήρα Ι. Σ. και στον θείο του Α. Γ. του Ι., μετά δε τη σχετική, από 16-7-2015, διά ηλεκτρονικού μηνύματος, ενημέρωση του Χ. Τ., υπογράφηκε το με αριθμό ...-2015 σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κατερίνης Α. Γ. και συνεπώς, η σύμβαση αγοράς του ακινήτου αυτού, δεν επήλθε, συνεπεία υποδείξεως της μεσίτου ενάγουσας εταιρείας, αλλά στηρίχτηκε σε ενέργειες και πρωτοβουλίες των δύο πρώτων εναγομένων.
ιβ) Ότι τόσον αυτοί στις 15-12-2015, όσον και ο Σ. Τ. στις 12-8-2015, κατέβαλαν στην ενάγουσα το ποσό των 2.650 ευρώ ο καθένας, ως αμοιβή, για τις έως τότε μεσιτικές προσπάθειές της. ιγ) Ότι έκτοτε επακολούθησαν απευθείας επαφές, μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων, αφενός και του εκπροσώπου του επενδυτή αφετέρου, που κατέληξαν, χωρίς την μεσολάβηση και παρουσία της ενάγουσας, στην υπογραφή της από 28-9-2015 έγγραφης σύμβασης κατασκευής του τυροκομείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της Κοινοπραξίας τρίτης εναγομένης (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), που ίδρυσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και της εταιρίας MEDITERRANEO ΕΕΕΜΑΕ, που ίδρυσε ο Σ.
Τ. προϋπολογισμού (κόστος και αμοιβή Κοινοπραξίας) συμφωνηθέντος στο ποσό των 1.165.000,00 ευρώ, με τελικό προϋπολογισμό το ποσό του 1.195.209,00 ευρώ, εκ των οποίων η αμοιβή της Κοινοπραξίας ανήλθε στο ποσό των 68.131,98 ευρώ. ιδ) Ότι στη συνέχεια και αφού εξεδόθη με ενέργειες των δύο πρώτων εναγομένων και η έγκριση δόμησης του ακινήτου από το Τμήμα Έκδοσης Αδειών Δόμησης του Δήμου Κατερίνης, το έργο τελικώς ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2016, η δε ενάγουσα δεν έλαβε μέρος στην συμφωνία αυτή καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διαμεσολαβητική δραστηριότητα, ούτε παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης, ούτε υποβλήθηκε σε δαπάνες ή πραγματοποίησε οποιαδήποτε έξοδα και γι' αυτό, αφού η σύμβαση κατασκευής της τυροκομικής μονάδας δεν οφείλεται σε διαμεσολάβηση της εκκαλούσας εταιρείας, δεν δικαιούται αμοιβή γι' αυτήν.
Και ιε) Ότι σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε, ότι συνομολογήθηκε, οποιαδήποτε, αμοιβή της ενάγουσας και μάλιστα αυτή του ποσοστού 2%, επί του συνολικού ποσού, στο οποίο θα ανερχόταν, οριστικά, το προτεινόμενο έργο, για τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία. Eπομένως, οι ίδιοι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθόσον στρέφονται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καθόσον στρέφεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 15-9-2023 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Σ.-Τ. Ε. Ε.Ε", για αναίρεση της υπ' αριθ. 541/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ