Supreme Court allows appeal against labor contract bonus payment, ruling employer's unilateral revocation violates contract law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens, ordering the case remitted for further trial. The appellant argued that the employer unilaterally revoked a 'bonus' payment agreed upon in 2007-2009, violating the contract's binding nature. The court found the lower court's reasoning contradictory, as it accepted the bonus was contractual yet simultaneously treated it as revocable at will. Consequently, the appeal was upheld on grounds of legal error regarding the contract's nature, and the case was sent back to the First Instance Court for a new decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A contractual obligation to pay a bonus cannot be unilaterally revoked by the employer if the agreement was concluded without reservation of rights, and the lower court's contradictory reasoning regarding the nature of the payment constitutes a violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1834 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1834/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "M. P. H. Α. Ε. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "M. P. H. S..A..", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Α. Ε. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. Τ. Α..Ε..", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 801/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1187/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, 24/2016).
Εξ άλλου κατά την παρ. 4 του άρθρου 260 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1.1.2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού) εάν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισαχθούν προς συζήτηση για λόγους ανωτέρας βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, ενώ η ενημέρωση των διαδίκων για τη νέα δικάσιμο μπορεί να γίνει και ηλεκτρονικά από το γραμματέα κατά τα οριζόμενα στη ρύθμιση αυτή.
Επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος διάδικος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση όλων των υποθέσεων για λόγους ανωτέρας βίας, όπως είναι η διενέργεια εκλογών.
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 667/2020).
Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1170/2021, 1305/2020, 153/2019, 364/2016).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 1578/2021, 954/2020, 676/2020, 711/2019, 356/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 2/2022,184/2020, 1601/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 4.3.2020 και με αριθμό κατάθεσης 2228/226/2020 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε. Τ. στρεφόμενη κατά 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "M. P. H. Α. Ε. Ε." και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία A. Τ. Α. Ε. Ε." αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της οποίας (αναίρεσης), ματαιωθείσα κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23.3.2021, λόγω αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων εξ αιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19, επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 παρ.2 και 3 του Ν.4790/2021, για τη δικάσιμο της 23.11.2021, ότε και ματαιώθηκε, στη συνέχεια δε, με την από 29.3.2022 κλήση της αναιρεσείουσας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 13 Δεκεμβρίου 2022 ότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο 23ης Μαΐου 2023, οπότε και ματαιώθηκε λόγω διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, για την παρούσα δικάσιμο της 26ης Σεπτεμβρίου 2023, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, της εγγραφής αυτής επέχουσας ισχύ κλήτευσης όλων των διαδίκων.
Κατά την ως άνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η 1η αναιρεσίβλητη, ενώ η 2η αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου, με δήλωση του τελευταίου, καταχωρηθείσα στα πρακτικά. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 33Β'/30.3.2022 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.
Μ..Ν., προς τον Π. Π. του Χ., ως πληρεξούσιο και αντίκλητο της 1ης αναιρεσίβλητης, και μετά από αναβολή εκ του πινακίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. πρωτ. 101/27.9.2023 βεβαίωση αναβολής προκύπτει ότι η επίσπευση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για την επαναπροσδιορισθείσα λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού covid 19 (αρχική) δικάσιμο της 13ης Δεκεμβρίου 2022 (άρθρο 83 παρ. 2 του Ν.4790/2021), [οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε με αίτημα του ίδιου ως άνω δικηγόρου Π.
Π., (μη εναντιωθέντος στην κλήτευση της πρώτης αναιρεσίβλητης) για τη δικάσιμο της 23.5.2023 και ματαιωθείσα κατ' αυτή λόγω εκλογών, επαναπροσδιορίστηκε, εγγραφείσα οίκοθεν στο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο], έλαβε χώρα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας Ε. Τ., όπως προκύπτει από τη σχετική παραγγελία προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως για την αρχική ως άνω δικάσιμο της 13ης Δεκεμβρίου 2022 κάτω από το αντίγραφο αυτής, του Ε. - Δ.
Γ.. Κ., πληρεξουσίου δικηγόρου της ως άνω αναιρεσείουσας, ο δε ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της 1ης αναιρεσίβλητης, Π. Π., κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αυτός παρέστη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της 1ης αναιρεσιβλήτου, χωρίς να προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από την απούσα αναιρεσίβλητη ή από κάποιον από αυτούς προς την αναιρεσείουσα η αντικατάστασή του, και συνεπώς, νομίμως η πιο πάνω αναφερόμενη κλήση επιδόθηκε σε αυτόν.
Συνακόλουθα, εφ' όσον η ως άνω απολειπόμενη διάδικος, 1η των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεδομένου ότι η ως άνω 1η αναιρεσίβλητη είχε κληθεί νόμιμα από την αναιρεσείουσα για την αρχική δικάσιμο (13.12.2022), η δε εκ του πινακίου αναβολή και η οίκοθεν εγγραφή σε αυτό της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, αντίστοιχα, επέχει θέση κλητεύσεως, ενώ η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Δημήτριο Βασιλείου, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την από 4.3.2020 και με αριθμό κατάθεσης 2228/226/4.3.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1187/8.3.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 7.4.2016 και με αριθμ.
κατάθεσης 970/2016 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 801/8.4.2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 25.4.2012 και με αριθμό κατάθ. 130722/3450/24.7.2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 395/2020, 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).
Εξ άλλου η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση (ΑΠ 973/2019, 48/2015, 1277/2010, 91/2008). Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική.
Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή.
Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας".
Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής.
Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής.
Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" έχει η διατύπωση της "ρήτρας ανακλήσεως" κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και, κατ' επέκταση, σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανακλήσεως. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη ("επιφύλαξη ελευθεριότητας") δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη ("ρήτρα ανακλήσεως") γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποία απόλλυται για το μέλλον, μετά την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως (ΑΠ 1158/2018, 1174/2017).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 164 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι αν η μη υποκειμένη, κατά το νόμο, σε έγγραφο τύπο σύμβαση έγινε εγγράφως και συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση αυτής θα γίνεται εγγράφως, μπορεί παρά τη συμφωνία αυτή με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, διότι η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποιήσεως της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 1255/2021, 1842/2013, 424/2011, 766/2003).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ27/1998, ΑΠ 58/2015). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 153/2022, 1148/2018, 319/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:
Με την αγωγή της η ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι στις 11.3.1998 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε ως πωλήτρια διαφημιστικού χώρου για το περιοδικό "..." και από το Μάιο του έτους 2009 ανέλαβε τη διεύθυνση του διαφημιστικού τμήματος.
Ότι το Νοέμβριο του έτους 2009 συστάθηκε η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία μεταβιβάστηκε το τμήμα της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης που αφορούσε την έκδοση και την εκμετάλλευση των αναφερομένων σε αυτή (αγωγή) περιοδικών και ιστοσελίδων. Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη σταμάτησε να της καταβάλλει το σύνολο του ποσού που είχε συμφωνήσει ως ποσοστό προμήθειας επί του μηνιαίου τζίρου που πραγματοποιείτο και το οποίο ήταν ανάλογο με την επίτευξη ή όχι των στόχων κυμαινόμενο σε ποσοστό 15% έως 10% αντίστοιχα και το οποίο (ποσοστό) η πρώτη αναιρεσίβλητη της κατέβαλε από την πρόσληψή της έως το έτος 2007.
Ότι ζήτησε με την ένδικη αγωγή της να υποχρεωθούν οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες, ως ευθυνόμενες εις ολόκληρον να της καταβάλλουν τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά για τα έτη 2007 έως και 2011, ως διαφορές αποδοχών και όλως επικουρικά εφ' όσον κριθεί ότι επρόκειτο για οικειοθελείς παροχές, οι οποίες μετατράπηκαν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ουδέποτε επεφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελεύθερα μονομερώς.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 801/2013 απόφασή του απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1187/2018 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγομένη και συνακόλουθα μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ".....Από το περιεχόμενο των συμφωνιών που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής ποσοστού 15% επί της επίτευξης του στόχου.
Η ενάγουσα εξέθεσε στην αγωγή της ότι για το χρονικό διάστημα 2007-2011 η εναγομένη δεν της κατέβαλε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσοστό 15% για τις πωλήσεις της. Είναι γεγονός ότι το ποσοστό της προμήθειας είχε καθοριστεί σύμφωνα με ειδικότερη συμφωνία όπως συνάγεται από το ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής εργασίας, που είχαν συνάψει οι διάδικοι, αδιακρίτως της είσπραξης της αξίας της παραγγελίας.
Η εναγομένη από το έτος 2007 όπερ και είναι το ένδικο διάστημα, αναγκάσθηκε, λόγω της ιδιαίτερης οικονομικής του σημασίας, να οργανώσει το ποσοστό της προμήθειας, σε νέα επικερδέστερη γι' αυτήν βάση. Η τελευταία διέθετε περιοδικά και εφημερίδες, καταλαμβάνοντας μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, στο χώρο.
Το 2007 για να καταστεί επικερδέστερη η συνεργασία της παραπάνω εταιρείας με την ενάγουσα, συμφωνήθηκε ποσοστό 15% εάν υπήρχε επίτευξη του στόχου και 10% για την μη επίτευξη, μάλιστα για να καταβληθεί η προμήθεια του 15% στην ενάγουσα, θα έπρεπε όχι μόνο να πραγματοποιήσει πώληση, αλλά και να εισπράξει η πρώτη εναγομένη το τίμημα της πώλησης που είχε πραγματοποιήσει.
Σημειωτέον ότι δεν προέκυπτε νομικώς εμπόδιο στη διαμόρφωση νέων συνεργασιών και στην καθιέρωση διάφορης της μέχρι τότε ισχύουσας συναλλακτικής τακτικής, αφού η πρώτη εναγομένη δεν έχει απωλέσει από καμία συμφωνία το δικαίωμα να συμβάλλεται με την ενάγουσα. Οι συμφωνίες αυτές απείχαν με βάση τα προβλεφθέντα αρχικώς από τους διαδίκους, αφού εκεί προβλεπόταν κατάρτιση της πώλησης και υποβολή της παραγγελίας, για να λάβει η ενάγουσα το καθορισμένο επ' αυτής ποσοστό προμήθειας, ενώ εδώ η ποσοστιαία προς την ενάγουσα αμοιβή προσφερόταν μετά τη διεκπεραίωση της εργασίας είσπραξης των προς την πρώτη εναγόμενη οφειλομένων, αφαιρουμένου του κόστους εργασίας.
Κατ' εκείνο το χρόνο δεν υπήρξε αντίρρηση από πλευράς ενάγουσας σ' αυτή την τακτική. Το πρώτο που προβάλλεται εκ μέρους της διαμαρτυρία είναι με την ένδικη αγωγή. Οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους της ενάγουσας δεν είχε νομικώς ανατρεπτική επιρροή και δεν θα ωφελούσε άλλωστε τα συμφέροντα της ενάγουσας, που θα έχανε την προσδιορισθείσα για τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 σε ποσοστό 10% αμοιβή στα εισπραττόμενα από παραγγελίες και αποδιδόμενα στην εναγομέvη χρηματικά ποσά.
Στο χρονικό διάστημα από το 2007 και μετά και για όσο χρόνο η ενάγουσα διέθετε το προϊόν των εναγομένων οι τζίροι που επιτυγχάνονταν από την ενάγουσα ήταν μικρότεροι από τη στοχοθέτηση της εταιρείας κατά 29.334 ευρώ για το έτος 2007, 11.116 ευρώ για το έτος 2008, 52.410 ευρώ για το έτος 2009, 97.474 ευρώ για το έτος 2010 και 25.474 ευρώ για το έτος 2011.
Δεν δικαιολογούνταν συνεπώς οι αντίστοιχες αποδοχές σε ποσοστό 15%, αφού η ενάγουσα δεν μοχθούσε για την κατάρτιση παραγγελιών. Προκύπτει δηλαδή με σαφήνεια ότι οι αποδοχές καταβάλλονταν ως κίνητρο απόδοσης "bonus" και επειδή η απόδοση της ενάγουσας δεν ήταν η επιθυμητή δεν καταβάλλονταν οι αντίστοιχες αποδοχές.
Το εν λόγω ποσό με την μορφή του πριμ παραγωγικότητας το χορηγούσε η εναγομέvη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα σε όλες τις κατηγορίες των μισθωτών της, εάν και εφόσον υπήρχε κερδοφορία στην εταιρεία, ως κίνητρο προς δραστηριοποίηση τους και κατά τα επόμενα έτη. Μάλιστα το έτος 2009, λόγω της οικονομικής κρίσης και της πτώσης του τζίρου των πωλήσεων η πρώτη εναγομένη εταιρεία δεν προχώρησε στην καταβολή κανενός ποσού πλέον του ελάχιστου νομίμου μισθού ο οποίος προβλεπόταν από την κλαδική συλλογική σύμβαση, ανακαλώντας ούτως οικειοθελώς την προηγούμενη συμφωνία με την ενάγουσα, στην οποία η ενάγουσα συνήνεσε, μην αντιλέγοντας ποτέ για αυτή τη συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης αλλά ενίοτε ζητούσε διευκρινήσεις από τους υπεύθυνους συναδέλφους της, μη προχωρώντας σε αυστηρή διαμαρτυρία προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της πρώτης εναγομέvης και εν συνεχεία στη Επιθεώρηση εργασίας η οποία θα καλούσε τον εργοδότη της για εξηγήσεις αν έκρινε βάσιμη την αναφορά της ενάγουσας, τυχόν δε απόλυση της εξαιτίας της εν λόγω αναφοράς της κατά πάσα πιθανότητα θα εκρίνετο ως άκυρη, όπως έχει συμβεί σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις σύμφωνα με την κοινή δικαστηριακή εμπειρία.
Κατά συνέπεια στην προκειμένη υπόθεση η εν λόγω πρόσθετη ως άνω παροχή (bonus) αποδείχθηκε ότι δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, αλλά χορηγούνταν στους εργαζομένους της από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα των παρεχομένων από αυτούς υπηρεσιών, ότι η ύπαρξη και η πληρωμή της απόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της, διατηρώντας η ίδια το δικαίωμα να την ανακαλέσει μονομερώς .
Επίσης όπως προέκυψε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ακόμα από τον μάρτυρα της ενάγουσας Δ. Σ. ο οποίος βεβαίωσε ενόρκως επιλέξει ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: "Προσλήφθηκαν από την εκδοτική εταιρεία "M..E.." την 1.9.2009 για να εργαστώ ως πωλητής διαφημιστικού χώρου. Η κ. Ε. Τ. ήταν συνάδελφός μου στην εταιρεία, επίσης πωλήτρια διαφημιστικού χώρου με πολυετή εμπειρία, αφού εργαζόταν στην εταιρεία από το έτος 1998, και μάλιστα, λόγω της εμπειρίας, της απόδοσης και της συνέπειάς της είχε οριστεί και Διευθύντρια του Τμήματος Διαφήμισης της εταιρείας από τον Μάϊο 2009 . .." η ενάγουσα ήταν ένα έμπειρο στέλεχος με μακρόχρονη εμπειρία σε εργασιακά θέματα, αφού ήταν από τα υψηλόβαθμα στελέχη της εναγομένης μάλιστα από τα πιο αποδοτικά.
Κατά συνέπεια ακόμη, όταν η ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας κατηγγέλθη από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία την 29.7.2011, έχοντας ως τακτικές αποδοχές τελευταίου μηνός απασχόλησης το ποσό των εννιακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (981,00 €), η ενάγουσα δεν αντέδρασε αποδεχόμενη ούτως, ότι η καταβολή του ποσού πλέον των 981,00 ήταν έκτακτη αποδοχή και ουχί τακτική όπως τώρα οψίμως ισχυρίζεται.
Η ενάγουσα ουδέποτε προσέφυγε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ 1 του ν. 3198/1955, προκειμένου να ζητήσει την ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας ένεκα λανθασμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως απόλυσης. Ούτως θα έπρεπε η ενάγουσα να ζητήσει την ακύρωση της καταγγελίας της ατομικής της σύμβασης εργασίας διότι στις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός απασχόλησης δεν συμπεριελήφθη ως τακτική αποδοχή και η καταβολή του πριμ παραγωγικότητας "bonus".
Σαφώς συνεπώς προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης της ενάγουσας περί αναγνώρισης ως έγκυρης και ισχυρής της επίδικης καταγγελίας και παραίτησης από το δικαίωμα προσβολής της, και ότι η τελευταία εξέφρασε κατά τρόπο αναμφίβολο τη βούληση της να αποδεχθεί την καταγγελία ως έγκυρη και ισχυρή και παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της, η δε επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος σχετικά με το μπόνους χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια σε ποια έτη πέραν του έτους 2003 αναφέρεται, δεν ενισχύει την πειστικότητα των ισχυρισμών της.
Άλλωστε δεν αρμόζει στο εργασιακό και εμπειρικό της επίπεδο, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε κάποια εμπάθεια της πρώτης εναγόμενης στη ενάγουσα ή σε οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό της ότι διαμαρτυρήθηκε μεν στον κ. Π., Γενικό διευθυντή και προϊστάμενό της, όσο και στην κ. Σ. όμως δεν πήγε "στην Επιθεώρηση Εργασίας γιατί θα τις έδειχναν την πόρτα εξόδου. . " κατηγορώντας προφανώς την πρώτη εναγόμενη για εκφοβιστικές - εκδικητικές ενέργειες, πλην όμως αναπόδεικτες, ενώ η ίδια αποδέχτηκε κατά τα αναφερόμενα την καταγγελία της ως έγκυρη.
Επίσης εφόσον από όλο το αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική των εναγόμενων που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, η οποία δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας, όσον αφορά την εν λόγω παροχή αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί από τα εκτιθέμενα στην έφεση από την ενάγουσα ότι τα επίδικα ποσοστά μου κατέβαλαν οι αντίδικοι "μαύρα", όπως και στους υπόλοιπους συναδέλφους μου, χωρίς να συμπεριλαμβάνουν τούτα στις αποδείξεις μισθοδοσίας μου και χωρίς να δηλώνουν τούτα, ώστε να αποφεύγουν τις υποχρεώσεις τους (αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές), γεγονός το οποίο τις διευκόλυνε επιπλέον στο να παρακρατούν από το ποσοστό μου, το οποίο είχε συμφωνηθεί να μου καταβάλλεται καθαρό και ολόκληρο, το συνολικό μισθολογικό κόστος (ασφαλιστική εισφορά εργοδότη, δώρα εορτών και επίδομα άδειας), μετακυλώντας έτσι σε εμένα τις υποχρεώσεις τους και τον επιχειρηματικό κίνδυνο" όχι μόνο δεν υποστηρίζουν την αγωγή της αλλά βρίσκονται στα όρια ομολογίας ποινικών πράξεων (εγκλήματα φοροδιαφυγής άρθρο 66 του ΚΦΔ).
Μάλιστα και οι μάρτυρες της ενάγουσας οι οποίοι μιλούν γενικόλογα και αόριστα ότι όλοι οι πωλητές διαφημιστικού χώρου (χωρίς αναφορά επωνύμων) λάμβαναν τον ίδιο μισθό γύρω στα 800-900 χωρίς περαιτέρω αναφορά για μερικούς υπαλλήλους - συναδέλφους τους οι οποίοι είχαν και διαφορετικό μισθό και διαφορετικές συμφωνίες όπως με σαφήνεια κατέθεσε η μάρτυρας της α' εναγόμενης " ...
Ο κάθε πωλητής είχε τη δίκη του συμφωνία". Μάλιστα ενδεικτικό της αναξιοπιστίας των εν λόγω μαρτύρων της ενάγουσας, στην προσπάθεια τους να βοηθήσουν κατ' ουσία την ενάγουσα είναι για παράδειγμα η κατάθεση της Μ. Κ. που στην ένορκη βεβαίωση της, αναδεικνύει την υποτιθέμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εταιρείας, με τη μη καταβολή του πριμ παραγωγικότητας στην ενάγουσα, αποσιωπά όμως και δεν έδωσε καμία εξήγηση περί του ότι κανείς έτερος εργαζόμενος στην εναγόμενη εταιρεία, ακόμα και η ίδια η ενόρκως βεβαιούσα, δεν έχει στραφεί εναντίον της εταιρείας για δήθεν οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές.
Τονίζει μάλιστα ότι οφείλονται και σε αυτή αποδοχές όπως και στο σύνολο των πωλητών που απασχολούνται στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, δεν αναφέρει όμως γιατί δεν έχει μέχρι στιγμής διεκδικήσει τα οφειλόμενα εις αυτή. Επίσης ο έτερος επί ακροατηρίου μάρτυρας Γ. Α. που είχε καταθέσει αγωγή θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην τελευταία καταθέτει για τον εαυτό του διαφορετικά γεγονότα, αφού με την από 25.4.2012 αγωγή του κάνει λόγο ότι από το έτος 2009 και μέχρι την απόλυσή του, άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής του και καθορίστηκε σε ποσοστό 4% επί των πωλήσεων, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή όχι του στόχου, και ότι ελάμβανε κανονικά την αμοιβή του με νέο τρόπο υπολογισμού μέχρι και τον Μάρτιο του 2010.
Εν συνεχεία το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 1886/2013 απόφαση του απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του ενάγοντος είχε συμφωνηθεί εγγράφως με την πρόσληψή του να καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή βάσει ποσοστών επί των πωλήσεων, αφού δεν προσκομίζεται το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας, ούτε όμως, αποδεικνύεται ότι διαμορφώθηκε μακροχρόνια, και μάλιστα ομοιόμορφα και απρόσωπα για όλους τους εργαζόμενους της ίδιας ειδικότητας με τον ενάγοντα, η χορήγηση τέτοιας παροχής οικειοθελώς ως βάση σιωπηρής συμφωνίας, που να αφαιρεί από την πράξη (της χορήγησης αμοιβής με ποσοστά επί των πωλήσεων) το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής από μέρους της πρώτης εναγομένης και ότι δεν αποδείχθηκαν, ελλείψει προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, τα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή του νυν μάρτυρα κατά της ίδιας στην παρούσα δίκη πρώτης εναγόμενης από τα οποία να προκύπτει η καταβολή του ανταλλάγματος από τους τρίτους που προέβησαν στην αγορά διαφημιστικού χώρου.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με συνοπτική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται δια της παρούσας και οι εναγόμενες δεν οφείλουν στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσοστό για προμήθεια από την άνω αιτία. Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653, 185, 186ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της διάγνωσης της αληθούς νομικής φύσης της επίμαχης παροχής- καταβολής "bonus"- ήτοι αν είχε υπάρξει συμφωνία ή ήταν οικειοθελής παροχή, χορηγούμενη με δική της πρωτοβουλία (πρώτης αναιρεσίβλητης) από ελευθεριότητα ή με δικαίωμα ανακλήσεως, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις λοιπές κατά τα άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή ότι α) ότι από το έτος 2007 για να καταστεί επικερδέστερη η συνεργασία της πρώτης αναιρεσίβλητης με την αναιρεσείουσα, συμφωνήθηκε ποσοστό 15% εάν υπήρχε επίτευξη του στόχου και 10% για τη μη επίτευξη και για να καταβληθεί η προμήθεια θα έπρεπε η πρώτη αναιρεσίβλητη να εισπράξει το τίμημα της πώλησης, δεχόμενο ούτω εμμέσως πλην σαφώς ότι υπήρξε αρχική συμφωνία για την καταβολή του πριμ παραγωγικότητας (bonus) και στη συνέχεια σιωπηρά τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως προς τις προϋποθέσεις καταβολής του.
β) ότι το ποσοστό της προμήθειας είχε καθοριστεί σύμφωνα με ειδικότερη συμφωνία, όπως συνάγεται από το ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής εργασίας που είχαν συνάψει οι διάδικοι, γ) ότι το εν λόγω ποσό με τη μορφή του πριμ παραγωγικότητας το χορηγούσε η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη) οικειοθελώς και από ελευθεριότητα..., δ) ότι το έτος 2009 λόγω της οικονομικής κρίσης η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε οικειοθελώς την εν λόγω συμφωνία, στην οποία η αναιρεσείουσα δεν αντέλεξε, δεχόμενο έτσι το Εφετείο κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της απόφασης, ότι η εργοδότρια έπαψε να καταβάλλει την ανωτέρω παροχή, και όχι ότι προέβη σε δήλωση ανάκλησης της ως άνω παροχής, για την οποία είχε δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια ως την καταβολή της, ε) ότι (αντιθέτως):
δεν αποδείχθηκε ότι από την καταβολή της ως άνω παροχής δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια και στ) ότι η ως άνω παροχή δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης αλλά χορηγείτο από αυτή από ελευθεριότητα και όχι ως αντάλλαγμα των παρεχομένων από τους υπαλλήλους της υπηρεσιών και η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα να την πάψει μονομερώς, δεν δικαιολογείται η προαναφερόμενη κρίση της ότι παρά την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας για την καταβολή της επίδικης παροχής "bonus", αυτή χορηγείτο από την πρώτη αναιρεσίβλητη από ελευθεριότητα, την οποία μπορούσε να ανακαλέσει.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθ' όσον ενώ δέχεται ότι η ως άνω παροχή καταβαλλόταν από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατόπιν συμφωνίας, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι η καταβολή της παροχής "bonus" δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης αλλά χορηγείτο με επιφύλαξη ελευθεριότητας ή με ρήτρα ανάκλησης και την οποία (παροχή) το έτος 2009 ανακάλεσε μονομερώς.
Εξάλλου, ενώ δέχεται ότι το έτος 2007 τροποποιήθηκε η αρχική συμφωνία, με συνέπεια η καταβολή του πριμ παραγωγικότητας (bonus) να γίνεται υπό δυσμενέστερες προϋποθέσεις σε σχέση με την αρχική συμφωνία και (εμμέσως), ότι καταρτίσθηκε σιωπηρά νέα συμφωνία με την μη προβολή αντιρρήσεων εκ μέρους της ενάγουσας στη νέα τακτική της εργοδότριας εταιρείας, δεν διαλαμβάνει παραδοχές, εάν κατά την περίοδο 2007-2009, οπότε οι τζίροι που επιτύγχανε η ενάγουσα ήταν χαμηλότεροι των στόχων, καταβαλλόταν σε αυτήν η επ'αυτών συμφωνηθείσα αμοιβή της με βάση ποσοστό 10% μετά την είσπραξη των οφειλομένων (από τους διαφημιζόμενους), για την οποία (είσπραξη) επίσης δεν διαλαμβάνεται ουδεμία παραδοχή, αλλά αντιφατικά χαρακτηρίζει την καταβολή του πριμ παραγωγικότητας (bonus) για όλη την επίδικη περίοδο (2007-2011) ως οικειοθελής.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρονται σε αιτιάσεις για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τις λοιπές κατά τα άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς τη φύση της παροχής "bonus" είναι βάσιμοι.
Μετά από αυτά και αφού παρέλκει η έρευνα του τρίτου και τελευταίου λόγου της αιτήσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως, πρέπει κατά παραδοχή των λόγων αυτών που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 1187/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 1187/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ