1834/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1834/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5960/1933: "Ο θέσας την υπογραφήν του επί επιταγής ως αντιπρόσωπος προσώπου, δια το οποίον δεν είχε την εξουσίαν να ενεργήση, υποχρεούται αυτός ούτος εκ της επιταγής και, εάν επλήρωσεν, έχει τα αυτά δικαιώματα, τα οποία θα είχεν ο φερόμενος ως εκπροσωπηθείς. Το αυτό ισχύει επί αντιπροσώπου υπερβάντος την εαυτού εξουσίαν".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1834 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1834/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείoυσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Ν. ΚΑΙ Ν. Σ. Χ. ΟΕ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Αποστολά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραμιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5960/1933: "Ο θέσας την υπογραφήν του επί επιταγής ως αντιπρόσωπος προσώπου, δια το οποίον δεν είχε την εξουσίαν να ενεργήση, υποχρεούται αυτός ούτος εκ της επιταγής και, εάν επλήρωσεν, έχει τα αυτά δικαιώματα, τα οποία θα είχεν ο φερόμενος ως εκπροσωπηθείς. Το αυτό ισχύει επί αντιπροσώπου υπερβάντος την εαυτού εξουσίαν".
Εξ αυτής συνάγεται ότι η υπογραφή του εκδότη επί της επιταγής μπορεί να τεθεί και με αντιπρόσωπο, ο οποίος υπογράφει είτε με το δικό του όνομα για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, οπότε πρέπει να γίνεται σχετική μνεία στην επιταγή (ΑΠ 1360/1998), είτε με το όνομα του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, χωρίς να αναγράφεται στην επιταγή το όνομα του αντιπροσώπου.
Η πληρεξουσιότητα για την υπογραφή από αντιπρόσωπο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 του ΑΚ, να είναι έγγραφη (ΟλΑΠ 19/2003, ΑΠ 93/2006, 321/2009). Όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής που τέθηκε στο όνομα του φερομένου ως υπόχρεου εκδότη από άλλον, ο εκδότης αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, ενώ ο κομιστής της επιταγής φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι εκείνος που υπέγραψε είχε έγγραφη πληρεξουσιότητα προς τούτο, προβάλλοντας σχετική αντένσταση.
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 7-11-2007 ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, ομόρρυθμης εταιρείας, με την οποία αυτή ζητούσε την ακύρωση της με αριθμ. 400/2007 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε σε βάρος της, μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου, με βάση την αναφερόμενη σ' αυτή επιταγή ποσού 17.000 ευρώ, εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση με την οποία επανέφερε, ως λόγο έφεσης, τον λόγο ανακοπής, για πλαστογράφηση της επιταγής από τον (μη διάδικο) Ι. Σ. Χ. - υιό και ανηψιό αντίστοιχα των δύο ομορρύθμων εταίρων της ανακόπτουσας - "ο οποίος συμπλήρωσε παράνομα και χωρίς καμία προς τούτο εντολή την ημερομηνία, το ποσό, το όνομα του κομιστή και πλαστογράφησε την υπογραφή κάτω από την εταιρική επωνυμία ..." της ανακόπτουσας.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Αποδεικνύεται ... ότι μεταξύ του Ι. και του καθού η ανακοπή (σημ: εδώ αναιρεσίβλητου) είχαν συναφθεί πράγματι συμβάσεις δανείου, με οφειλόμενο κατά μήνα Μάιο του 2007, ποσό ύψους 317.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 17.000 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου είχε εκδοθεί η επίδικη επιταγή.
Για την εξασφάλιση της εκ δανείου εκάστοτε απαιτήσεως του καθού, ο Ι. εξέδιδε επιταγές αρχικά δικές του, στη συνέχεια όμως παρέδιδε στον καθ' ου επιταγές της ανακόπτουσας (σημ: εδώ αναιρεσείουσας), αφού προηγουμένως συμπλήρωνε χειρόγραφα τα ποσά, το όνομα του δικαιούχου και λοιπά στοιχεία αυτών και έθετε κάτω από την εταιρική επωνυμία τις υπογραφές των δύο νομίμων εκπροσώπων της, όλα όμως αυτά εν γνώσει και με τη συγκατάθεση των τελευταίων και προς εξυπηρέτησή του ...
Συνεπώς ο λόγος της ανακοπής περί πλαστογραφίας της επιταγής, ως προς τις υπογραφές των ομορρύθμων εταίρων της ανακόπτουσας και την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος., και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα ... κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα ... Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ...".
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εγγράφων προτάσεων του εφεσίβλητου - καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου, ο τελευταίος, προς απόκρουση της ανακοπής και έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν προέβαλε, κατά τρόπο ορισμένο, ισχυρισμό ότι ο Ι.
Σ. Χ. υπέγραψε στο όνομα της εκδότριας - ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας ΟΕ και συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία της επιταγής, ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, που είχε σχετική προς τούτο έγγραφη πληρεξουσιότητά της, ισχυρισμός που θα συνιστούσε αντένσταση, προβαλλόμενος προς απόκρουση της ένστασης πλαστότητας.
Ειδικότερα τέτοιον ορισμένο ισχυρισμό δεν αποτελεί το διαλαμβανόμενο στις προτάσεις αυτές του εφεσίβλητου ότι: "Με εντολή της ομορρύθμου δόθηκαν οι επιταγές στον Ι. ...", "... Συμβολαιογραφική αναγνώριση χρέους ... αποδεικνύει ότι ο πατέρας (σημ: του Ι.) γνώριζε, απεδέχθη, συνήνεσε και εν συνεχεία ενέκρινε τις συναλλαγές του γυιού του, έχουμε ουσιαστικά εξώδικη ομολογία οφειλής ...", "Σαφώς και υπήρχε γνώση και συναίνεση της αντιδίκου..
άρα γνώριζε η αντίδικος για τις συναλλαγές μου με τον Ι.", "Η αντίδικος εταιρεία τελούσε σε γνώση και συναινούσε τόσο για τη λήψη του δανείου από τον Ι. όσο και για τη χορήγηση των επιταγών της εταιρείας προς εξασφάλισή μου για τα χρήματα που δάνειζα στον Ι. ...", "Η επίδικη επιταγή ... παραδόθηκε από τον Ι. Σ. ...
για την καταβολή έναντι οφειλής από άτοκο δάνειο εν γνώσει και με συναίνεση των ομορρύθμων εταίρων οι οποίοι ενέκριναν την πληρωμή δια της επιταγής τους και παρέδωσαν αυτή στον Ι. Σ. προκειμένου να μου τη δώσει ...". Έτσι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη επιταγή υπογράφηκε και συμπληρώθηκε "εν γνώσει και με τη συγκατάθεση" των ομορρύθμων εταίρων της αναιρεσείουσας από το άνω τρίτο πρόσωπο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αντένσταση του αναιρεσίβλητου περί υπογραφής και συμπλήρωσης της επιταγής από τον Ι.
Σ. Χ. με τη συγκατάθεση και συναίνεση της αναιρεσείουσας, αφού ο αντενιστάμενος δανειστής, δεν επικαλέσθηκε για το ορισμένο αυτής, όπως βαρυνόταν κατά τα προεκτεθέντα ότι ο πρώτος είχε έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα της αναιρεσείουσας ΟΕ και δη από τους μόνους ομόρρυθμους εταίρους και νόμιμους εκπροσώπους αυτής, τις υπογραφές των οποίων έθεσε αυτός, κάτω από την εταιρική της επωνυμία στη θέση του εκδότου και επομένως ο ισχυρισμός περί συναινέσεως ήταν αόριστος και έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ., κατά το νοηματικό περιεχόμενο), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αίτησης.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 25/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ