1834/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11.159/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1834/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 462 ΚΠολΔ, αν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον ορισμένου προσώπου το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το έγγραφο είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε να αναβάλλει τη δίκη ως το τέλος της ποινικής δίκης, είτε να διατάξει αποδείξεις για την πλαστότητα.
Full text
Απόφαση 1834 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1834/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...................., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στο συνοικισμό Σαράντα Εκκλησιών Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11.159/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 460 του ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια, σύμφωνα δε με το άρθρο 461 ΚΠολΔ, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή τα προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
Τέλος, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 462 ΚΠολΔ, αν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον ορισμένου προσώπου το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το έγγραφο είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε να αναβάλλει τη δίκη ως το τέλος της ποινικής δίκης, είτε να διατάξει αποδείξεις για την πλαστότητα.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν η πλαστογραφία εγγράφου αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο μπορεί αυτή να προταθεί για πρώτη φορά και στην κατ' έφεση δίκη με την έφεση ή και με τις προτάσεις και ότι στην περίπτωση ακόμη αυτή το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναβάλλει τη δίκη μέχρι το τέλος της ποινικής ή να διατάξει αποδείξεις, εφόσον δεν γεννιώνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας κατά ορισμένου προσώπου ή το ως πλαστό προσβαλλόμενο έγγραφο δεν είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υποθέσεως, περιστατικά τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1140 παρ. 4, 532, 591 και 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προθεσμία της έφεσης στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 661 ΚΠολΔ) είναι δέκα πέντε ημέρες, που αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη και λήγει στις επτά το βράδυ της τελευταίας ημέρας, δηλαδή της δεκάτης πέμπτης ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας.
Το απαράδεκτο της έφεσης καταλαμβάνει και τους πρόσθετους λόγους, γιατί παρά την αυτοτέλειά τους τελούν σε εξάρτηση με την έφεση και έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση προς αυτήν. Εξάλλου, το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι "όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει πάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επιδόσεως και υπογράψει.
Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση εκδόσεως και στη σημείωση, υπερισχύει η έκθεση". Από την τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη κατά τελολογική συστολή που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επιδόσεως, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω σημειώσεως και της εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της εκθέσεως υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημειώσεως μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημειώσεως στο εκδιδόμενο έγγραφο.
Διότι μόνον έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λαβόντος το έγγραφο να ασκήσει παραδεκτώς το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο, στην περίπτωση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, καταχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρ.
ν. 53/1974), υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ότι "στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 23.8.2004 και με αριθμό καταθέσεως 2946/24-8-2004 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 11159/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Όπως προκύπτει από την αριθμ. ............ έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ................, που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος, η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα - εναγομένη στις 12.7.2004, ενώ το δικόγραφο της έφεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 24.8.2004, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεώς του.
Η εκκαλούσα στο δικόγραφο της εφέσεώς της, αλλά και με τις προτάσεις της, της παρούσας δίκης, ισχυρίζεται ότι η έφεσή της ασκήθηκε εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση της επιδόθηκε στις 19.7.2004 και η προθεσμία προς άσκηση της ανεστάλη τον μήνα Αύγουστο (άρθρο 147 παρ. 7 ΚΠολΔ). Με την προσθήκη δε των προτάσεών της προτείνει την ένταση πλαστότητας της ως άνω αριθ. ..............
έκθεσης επιδόσεως της εκκαλουμένης ως προς την ημερομηνία και ώρα επίδοσης, κατονομάζει ως πλαστογράφο τον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή και προτείνει αποδεικτικά μέσα, έχουσα χορηγήσει στον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο της την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα. Το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο είναι ουσιώδες για την διάγνωση της υπόθεσης.
Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, όμως και στα πλαίσια της απαραίτητης προαπόδειξης (άρθρο 462 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον του κατονομαζομένου ως πλαστογράφου (άρθρο 462 ΚΠοΛΔ). Την δε κρίση του αυτή στηρίζει α) στο αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης που επιδόθηκε στην εκκαλούσα, επί του οποίου υφίσταται επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, με χρονολογία επίδοσης 12.7.2004 και ώρα 19.10΄.
Η ημερομηνία φαίνεται 12 και όχι 19 όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, η δε ώρα δεν ασκεί νόμιμη επιρροή εν προκειμένου, β) στο αντίγραφο του φύλου από το ειδικό βιβλίο που τηρεί ο δικαστικός επιμελητής, με περιληπτική σημείωση των επιδόσεων (άρθρο 140 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος και στο οποίο ευκρινέστατα σημειώνεται, εν μέσω άλλων επιδόσεων και η επίδικη επίδοση με ημερομηνία 12/7 και γ) εκ περισσού, στην ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του ίδιου του δικαστικού επιμελητή ο οποίος καταθέτει ότι σε αμφότερα τα έγγραφα (έκθεση επίδοσης και επισημείωση στο επιδοθέν δικόγραφο) έχει γραφεί ως ημερομηνία ο αριθμός 12.
Συνεπώς και χωρίς να ληφθεί υπόψη ως αποδεικτικό στοιχείο η προσβαλλόμενη ως πλαστή έκθεση επιδόσεως προαποδεικνύεται ότι η επίδοση έλαβε χώρα στις 12.7.2004 και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη αναβολής της δίκης μέχρι πέρατος της ποινικής, ούτε διάταξη για περισσότερες αποδείξεις. Κατ' ακολουθίαν η ένδικη έφεση, που κατατέθηκε στις 24.8.2004.
Ενώ η 15νθήμερη προθεσμία ασκήσεως της συμπληρώθηκε εντός του Ιουλίου 2004 τυγχάνει εκπρόθεσμη, μαζί με τον πρόσθετο λόγο της που ασκήθηκε με τις προτάσεις και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα. Ανεξαρτήτως όμως της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου για τις μη σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας, εφόσον καταγγέλθηκε εγκληματική πράξη διωκόμενη αυτεπαγγέλτως, πρέπει κατ' εφαρμογήν του άρθρου 38 ΚΠΔ να διαταχθεί επιμελεία του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης Υπηρεσιακού αντιγράφου της προσβληθείσας ως πλαστής εκθέσεως επιδόσεως, των προτάσεων της εκκαλούσας και της εκκαλούμενης απόφασης που επιδόθηκε σ' αυτήν".
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, και υπό την επίκληση του εδαφίου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, την έφεση της αναιρεσείουσας, στηριχθείσα στην προς τούτο κρίση της "αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται από τη διάταξη του άρθρου 139 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στο αντίγραφο του φύλλου από το ειδικό βιβλίο που τηρεί ο δικαστικός επιμελητής με περιληπτική επισήμανση των επιδόσεων αυτού και στην ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Εφετείου του ίδιου του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή και όχι αποκλειστικά και μόνο στο εκδοθέν στην αναιρεσείουσα αντίγραφο της εκκληθείσας απόφασης, επί της οποίας υπάρχει επισήμανση του δικαστικού επιμελητή με την χρονολογία έκδοσης, η οποία υπερισχύει της εκθέσεως εκδόσεως και της χρονολογίας αυτής.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο αφού έκρινε ότι η προσβληθείσα ως πλαστή (και στη χρονολογία της) έκθεση επιδόσεως είναι ουσιώδης για την κρίση του περί του παραδεκτού (εμπροθέσμου) της εφέσεως, περαιτέρω οδηγήθηκε στην κρίση, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ότι δεν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας της .................
έκθεσης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως από τον κατονομαζόμενο ως πλαστογράφο αυτής επιδόσαντα δικαστικό επιμελητή, και συνακόλουθα ότι δεν παρίσταται ανάγκη αναβολής της δίκης μέχρι πέρατος της ποινικής, ούτε διάταξης για περισσότερες αποδείξεις. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανωτέρω σημειώσεως και της εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή, ως προς την χρονολογία της επιδοθείσας (εκκαλουμένης) αποφάσεως, όπως, με το λόγο αυτό, διατείνεται ο αναιρεσείων.
Για την ίδια αιτία πρέπει να απορριφθεί και ο επικουρικά από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αχθεί στην κρίση της περί του εμπροθέσμου ή μη της εφέσεως, αποκλειστικά και μόνο με βάση την αναφερόμενη χρονολογία της εκθέσεως επιδόσεως και όχι στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αυτή στηρίχθηκε, και τούτο γιατί το εφετείο παραδεκτώς διέταξε αποδείξεις περί του παραδεκτού (εμπροθέσμου) της εφέσεως, αφού διέγνωσε ότι το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο είναι ουσιώδες για τη διάγνωση του εμπροθέσμου της εφέσεως και αφού δέχθηκε ότι δεν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επισημείωσης του δικαστικού επιμελητή επί της επιδοθείσας πρωτόδικης απόφασης με το να δεχθεί ότι η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε στις 12.7.2004, αντί του ορθού (19.7.2004) που αναφέρεται στην ως άνω απόφαση, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο της εν λόγω επισημειώσεως αλλά από τη συνεκτίμηση αυτής μαζί με άλλες αποδείξεις.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που αναφέρεται σε παράβαση εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες διατάξεων δικονομικού δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τον λόγο αυτόν δημιουργεί η εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.
ΙΙ.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και η ηττώμενη αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20.2.2006 αίτηση της ....................., για αναίρεση της 32/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ