Supreme Court quashes lower court decision for insufficient reasoning regarding statutory conversion of fixed-term public employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision to convert a fixed-term contract to an open-ended one due to inadequate reasoning. The appellant argued the employee met statutory requirements for conversion under Law 2266/1994, while the lower court acknowledged the facts but failed to address specific procedural conditions like the two-month application deadline. The court ruled that without explicit findings on these mandatory prerequisites, the lower court's reasoning was insufficient for appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10 para. 1 & 4 of Law 2266/1994; A lower court decision converting a fixed-term public contract to open-ended is void if it fails to explicitly verify all statutory prerequisites, including the timely submission of the conversion request and the issuance of the relevant administrative decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1834 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1834/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Πανταζή, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2669/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 7215/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 25-11-2002 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1559/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 7533/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-1-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 3-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παρ.1 του άρθρου 10 του N. 2266/1994, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο και σε Ν.Π.Δ.Δ. και η σύμβασή του έχει ανανεωθεί ή παραταθεί τουλάχιστο μία φορά, εφόσον έχει συμπληρώσει κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού: α) συνεχόμενη ή με διακοπές το πολύ ενός (1) μήνα κάθε φορά παροχή υπηρεσίας τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών ή β) συνολική παροχή υπηρεσίας στο ίδιο υπουργείο ή Ν.Π.Δ.Δ.
τριάντα (30) τουλάχιστον μηνών, ανεξάρτητα από τη διάρκεια τυχόν ενδιάμεσων διακοπών, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου υπολογίζονται μόνο τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο συμβασιούχος εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.
Προϋπηρεσία που έχει διανυθεί με τη μορφή του ωρομισθίου δεν λαμβάνεται υπόψη σε καμιά περίπτωση. Kατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου η διάταξη της παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως και για το προσωπικό το οποίο έχει συνάψει συμβάσεις μίσθωσης έργου με το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. και υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία.
Για τη συνδρομή της τελευταίας αυτής προϋπόθεσης αποφαίνεται το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου της παρ. 1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου. Αν έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου, που υποκρύπτουν στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, ο απαιτούμενος χρόνος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 υπολογίζεται αθροιστικά.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 α του ίδιου νόμου για όλες τις περιπτώσεις της κατά το προηγούμενο άρθρο κατάταξης απαιτείται, μεταξύ άλλων και η υποβολή αίτησης μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο (δύο) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν. 2738/1999, για την κατάταξη σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 2266/1994, αρκεί για τους υπαγόμενους στην παρ.1 του ίδιου άρθρου, η ύπαρξη σχέσης εργασίας με την έννοια της πραγματικής απασχόλησης και τους υπαγόμενους στην παρ. 4, η παροχή στην πραγματικότητα εξαρτημένης εργασίας και η εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας, ανεξάρτητα του αν για τη σύναψη των συμβάσεων έργου δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987 ή άλλων ειδικών διατάξεων.
Γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου για την κατάταξη απαιτείται μόνον εκεί όπου ο νόμος το αναφέρει ρητά. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, προκύπτει ότι, για την κατά την παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 κατάταξη σε οργανική θέση του Δημοσίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του συνδεομένου με το Δημόσιο με σύμβαση έργου εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου (13-12-1994), παροχή εξαρτημένης εργασίας κατά τη δημοσίευση του ίδιου νόμου και απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου για τη συνδρομή της τελευταίας αυτής προϋποθέσεως, που εκδίδεται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου.
Σημειώνεται ότι η προθεσμία αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια με την παρ. 4β του άρθρου 19 του Ν. 2344/1995 σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Με την παρ.2 του άρθρου 21 του Ν.2738/1999 δεν καταργήθηκαν οι παραπάνω προϋποθέσεις για τους υπαγόμενους στην παρ.4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994, ούτε δόθηκε νέα προθεσμία υποβολής αιτήσεων προς κατάταξη, αλλά παρασχέθηκε η δυνατότητα εντάξεως, εφόσον, πλην άλλων υπήρχε και η προϋπόθεση της παροχής πραγματικά εξαρτημένης εργασίας και η εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας, χωρίς να απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 15 του Ν. 1735/1987 (έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης κλπ) ή άλλες ειδικές διατάξεις για τη σύναψη των συμβάσεων έργου.
Με την τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν.2738/1999 ορίζεται ρητώς ότι, για την κατάταξη σε οργανικές θέσεις, απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου εκεί όπου αναφέρεται ρητά στο νόμο και στην προκείμενη περίπτωση αναφέρεται πράγματι ρητά στην παρ.4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994, ότι απαιτείται γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Το ότι δεν καταργήθηκαν κατά τα λοιπά οι διατάξεις του Ν. 2266/1994 συνάγεται, επίσης, και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 2738/1999, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 21 (από παραδρομή το κείμενο της εισηγ. εκθέσεως αναφέρεται στο άρθρο 22) κρίνεται αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος αποφάσεων κατάταξης, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του Ν. 2266/1994 για τη νομιμότητα των οποίων προέκυψαν αμφιβολίες από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Κατά συνέπεια και υπό την ισχύ του Ν. 2738/1999, για την κατάταξη σε οργανική θέση έπρεπε να υφίσταται κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλ. την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν. 2266/1994 (31-12-1994) σύμβαση έργου, να υποβληθεί αίτηση από τον ενδιαφερόμενο εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας που όρισε ο Ν. 2266/1994 (δύο μήνες από τη δημοσίευσή του), και να εκδοθεί απόφαση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εντός των προθεσμιών που είχαν ταχθεί από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 και της παρ.4 του άρθρου 19 του Ν. 2344/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με άτυπη σύμβαση μισθώσεως έργου, που συνήψε με τον προϊστάμενο του Γραφείου Τύπου του Ελληνικού Γενικού Προξενείου του Μονάχου, προσελήφθη ως "έκτακτος" μεταφραστής και απασχολήθηκε στο ίδιο γραφείο από 1-6-1994 συνεχώς μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2000, οπότε αποφασίστηκε η διακοπή της μεταφραστικής εργασίας από την αρμόδια Διεύθυνση υπηρεσιών Εξωτερικού του Υπουργείου Τύπου.
Τα κονδύλια για την αμοιβή των μεταφραστών εγκρίνονταν από τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου και η αμοιβή του καθορίστηκε μηνιαίως αρχικά σε 2500 και αργότερα σε 2000 μάρκα, καταβαλλόταν δε κατόπιν εκδόσεως αποδείξεων παροχής υπηρεσιών. Οι προϊστάμενοι των Γραφείων Τύπου εξωτερικού δεν έχουν αρμοδιότητα για την πρόσληψη προσωπικού και κατάρτιση συμβάσεων, αφού η αρμοδιότητα αυτή ανήκει αποκλειστικά στη Διεύθυνση Διοικήσεως του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, αλλά έχουν απλώς τη δυνατότητα διαχειρίσεως του εγκεκριμένου για μεταφραστικές εργασίες κονδυλίου.
Στον αναιρεσίβλητο όμως, ο οποίος προσερχόταν καθημερινά στο γραφείο του κατά τις εργάσιμες ώρες, εκτός από τη μεταφραστική εργασία, είχαν ανατεθεί παράλληλα, λόγω φόρτου εργασίας του Γραφείου Τύπου, πρόσθετα καθήκοντα, όπως η καθημερινή επισκόπηση του γερμανικού τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η διεκπεραίωση αιτημάτων Γερμανών πολιτών, αιτημάτων της κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, η συμμετοχή σε διάφορες δραστηριότητες του γραφείου εξαιτίας των επισκέψεων πολιτικών προσώπων από την Ελλάδα, και η διοργάνωση συνεντεύξεων τύπου.
Επίσης η μηχανοργάνωση του Γραφείου (χειρισμός ΗΥ, δακτυλογράφηση εγγράφων, οργάνωση τράπεζας πληροφοριών), καθώς και η επαφή του με Γερμανούς δημοσιογράφους κλπ. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. Ε/8/6-5-96 έγγραφο του προϊσταμένου του Γραφείου Τύπου στο Μόναχο προς την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου επισημαίνεται η ανάγκη να καταρτιστεί νομότυπη σύμβαση με τον ενάγοντα, και να ενταχθεί στο προσωπικό του Γραφείου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί και σε άλλους τομείς, ενόψει του ότι χειρίζεται με επιτυχία Η/Υ, προωθεί τη δημιουργία τράπεζας πληροφοριών, παρακολουθεί σεμινάρια, και παρέχει βοήθεια σε διοικητικές εργασίες.
Ο αναιρεσίβλητος, με τις από 6-6-1997 και 11-10-1999 αιτήσεις του προς το Υπουργείο, ζήτησε να ενταχθεί σε αντίστοιχη οργανική θέση -με τη δεύτερη αίτηση σύμφωνα με το αναφερόμενο στην αρχή άρθρο 21 Ν. 2738/1999- με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο Γραφείο Τύπου του Μονάχου, επικαλούμενος ότι στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Γραφείου, αλλά οι αιτήσεις του δεν έγιναν δεκτές, παρά το γεγονός ότι με τα διαβιβαστικά έγγραφα των παραπάνω αιτήσεων επισημαίνονταν από τον προϊστάμενό του, εκτός από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο έγγραφό του, και το γεγονός ότι έχει αποκτήσει πολύτιμες εμπειρίες για την υπηρεσία, για την οποία κρίνεται απαραίτητος.
Ενόψει αυτών το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρόνο της απασχόλησής του στο Γραφείο Τύπου του Μονάχου, παρείχε υπηρεσίες που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας και κατά συνέπεια συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις για την ένταξή του σε οργανική θέση, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, αναγνώρισε, ότι η πραγματική σχέση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με το αναιρεσείον είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, διότι δεν αναφέρει, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτός από την παροχή εξαρτημένης εργασίας και την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας, συνέτρεχαν και οι άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά τα ανωτέρω για την κατάταξη του αναιρεσίβλητου σε οργανική θέση και συγκεκριμένα αν αυτός είχε υποβάλλει αίτηση εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από τη δημοσίευση του Ν. 2266/1994, και αν είχε εκδοθεί η απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ μοναδικός, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7533/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Oκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ