Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, upholding lower court's finding of adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that recognized the plaintiff's property ownership through adverse possession. The State argued the decision violated substantive laws regarding public forest land, but the Court found the disputed land was agricultural, not forested. Consequently, the Court rejected the State's claims as baseless and ordered it to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 499, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 1033, 1094 of the Civil Code; Articles 21 of the Law of 1837, 21 of the Law of 1926, Article 4 of AN 1539/1938; Article 3 of Law 998/1979; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may not review the substantive findings of fact on adverse possession if the lower court correctly applied substantive law to the uncontested facts, and appeals challenging such factual evaluations are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1833 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1833/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. συζ. Κ. Π., το γένος Α. και Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Μάντζαρη, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου ανέγνωσε την από 7-10-2024 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η …απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της …απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 14/2023, ΑΠ 982/2021). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1390/2023, ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 982/2021).
Η αναφορά του κωδικού αριθμού Κτηματολογίου του επίδικου ακινήτου, ο οποίος είναι δωδεκαψήφιος και μοναδικός για κάθε ακίνητο, προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή την θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του 4 παρ. 1 του ν. 2664/1998, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Η σύνδεση του ακινήτου με το ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του ίδιου ως νόμου (ΑΠ 1620/2013, ΑΠ 1070/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά το ενδιαφέρον, τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης μέρος, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, στην ένδικη από 28-11-2007 αγωγή της, αφού εξέθεσε ότι δυνάμει του ...
συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Μεσολογγίου…., νόμιμα μεταγεγραμμένου, απέκτησε την ψιλή κυριότητα με γονική παροχή από τον πατέρα της Α. Τ. εκ του όλου στη θέση ……της κτηματικής περιφερείας του Δημοτικού Διαμερίσματος Μεσολογγίου Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου ελαιοστασίου, εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 12 στρεμμάτων κατά δε νεώτερη και ακριβή καταμέτρηση 14.353,80 τετραγωνικών μέτρων, τμήμα αυτού εκτάσεως 4.787,58 τμ το οποίο συνορεύει ανατολικά νοτιοανατολικά σε πλευρά καμπύλη Γ-Δ μήκους μέτρων 64,50 με αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων, δυτικά σε πλευρά μήκους μέτρων 48,45 με υπόλοιπο τμήμα του όλου ελαιοστασίου περιελθόν εις την….., βόρεια σε πλευρά διαγράμματος β-Γ μήκους μέτρων 98,50 με ιδιοκτησία αδελφών …και νότια σε πλευρά γ-Δ μήκους μέτρων 72,58 με αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων, ότι με το ίδιο συμβόλαιο o δικαιοπάροχος πατέρας της παρακράτησε υπέρ αυτού εφ' όρου ζωής την επικαρπία επί του άνω αγρού, η οποία ήδη μετά το θάνατο του πατέρας της στις 14.8.2003 συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και έκτοτε η ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του ως άνω ελαιοστασίου, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο ..., ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο επίδικο ακίνητο και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Μεσολογγίου, στο οποίο φέρεται εγγεγραμμένος δικαιούχος το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου είναι ορισμένη και πλήρης, ώστε να μη γεννάται καμιά αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αφού αναφέρονται με σαφήνεια η θέση, η έκταση και τα όρια με τα οποία αυτό συνορεύει και ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς και ο μοναδικός αριθμός ΚΑΕΚ αυτού.
Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτούνται άλλα, επιπλέον στοιχεία, δηλαδή η θέση του επιδίκου ακινήτου ως τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου των 24 στρεμμάτων, ενώ το γεγονός ότι το τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του.
Εξάλλου και η επικαλούμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης νομική αοριστία της αγωγής ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας και δη ότι δεν αναγράφεται στην αγωγή αν αυτοί οι δικαιοπάροχοι ήταν κατά την, κατά το βρδ σειρά κληρονομικής διαδοχής οικείοι ή εξωτικοί, δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω διότι ο τρόπος κτήσης των απώτερων αυτών δικαιοπαρόχων κληρονόμων του Ν.
Τ. καθώς και ο χρόνος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου του ιδίου του απώτερου δικαιοπαρόχου Ν. Τ., δεν επιρρεάζουν την κτήση δικαιώματος κυριότητας εκ μέρους της ενάγουσας. Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ο τρόπος της κληρονομικής διαδοχής των απώτερων δικαιοπαρόχων, αφού αρκεί η αναφορά στην αγωγή ότι ο κληρονόμος υπεισήλθε ενεργά στην κληρονομία, ασκώντας τις πράξεις νομής, από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή του να αποκτήσει αυτήν, όπως οι πράξεις αυτές εναργώς περιγράφονται στην αγωγή, κατά την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της, ενώ όσον αφορά τα τέκνα των απώτερων δικαιοπαρόχων κληρονομουμένων δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν αυτά ήταν ανήλικα, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους, οπότε απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούληση τους, καθώς επαρκώς προσδιορίζονται οι πράξεις νομής που ασκούσαν τα τελευταία στο επίδικο (καλλιέργεια στα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα αυτής, μίσθωση προς βόσκησης, επίβλεψη) από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή τους ως κληρονόμων να αποκτήσουν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά στην οποία και αναμείχθηκαν (ΑΠ 369/2022), η αναφορά των οποίων και μόνο αρκεί για να καταστεί ορισμένη η αγωγή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή περιείχε όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δικ. στοιχεία και ήταν ορισμένη. Επιπλέον το ζήτημα αν πράξη ή συμπεριφορά του καλούμενου στην κληρονομία αποτελεί ή όχι ανάμιξη και, συνεπώς, εμφαίνει σιωπηρή δήλωση για την υπεισέλευση σ' αυτήν ή άσκηση του δικαιώματος ή ευεργετήματος αποχής (jus ή potestas abstinendi, beneficium abstinendi, "δίκαιον αποστάσεως"), είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων και η ως προς αυτό κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1357/2014).
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον σχετικό περί αοριστίας, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως προς την περιγραφή του ακινήτου και ως τον τρόπο κτήσης κυριότητας αυτού από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, και, συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης ερειδόμενοι και οι δυο κατά ορθή εκτίμηση αυτών στην διάταξη του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Εξ άλλου, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κανόνων δηλαδή που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και την γέννηση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για την μη τήρησή τους.
Αντιθέτως η παραβίαση των δικονομικών κανόνων δηλαδή εκείνων που καθορίζουν την διαδικασία, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της ένδικης αγωγής καθόσον ειδικότερα παραλείπεται η σαφής και ακριβής περιγραφή των ορίων του επιδίκου και της μείζονος εκτάσεως μέσα στην οποία αυτό βρίσκεται καθώς και η αναφορά συγκεκριμένων τοπογραφικών διαγραμμάτων.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, περί αοριστίας της αγωγής, είναι κατά τα προεκτεθέντα, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση (Α.Π. 34/2022, ΑΠ 1315/2020). Επίσης ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως "ζητήματα", τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει …συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Μεσολογγίου…., νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου, o Α.
Τ. μεταβίβασε στην ενάγουσα, κόρη του, την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ενός ελαιοστασίου, εμβαδού 4.787,58 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…", της κτηματικής περιφερείας του Δ.Δ, Μεσολογγίου Δήμου Μεσολογγίου και συνορεύει ανατολικά και νοτιοανατολικά με αγροτική οδό, δυτικά με υπόλοιπο ακίνητο Α.
Τ., βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Σ.και νότια με αγροτικό δρόμο. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε το ανατολικό τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 14.353,80 τ,μ., το οποίο συνόρευε ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Σ. και νότια με αγροτικό δρόμο, είχε δε περιέλθει στην κυριότητα του Α, Τ.
δυνάμει του ... συμβολαίου διανομής του Συμβ/φου Μεσολογγίου, Α. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο και αριθμό….. Με το συμβόλαιο αυτό οι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτως καθένας, Ε. Σ. και Α. Τ., διένειμαν μεταξύ τους μείζονα έκταση, εμβαδού 24 στρεμμάτων περίπου, που συνόρευε ανατολικά με αγρολειβάδιο …δυτικά με ρέμα…, βόρεια με αγρολειβάδιο κληρονόμων …… και νότια με αγρολειβάδιο κληρονόμων ….και πήραν ο πρώτος το βόρειο τμήμα αυτής και o δεύτερος το νότιο.
Ο Ε. Σ. είχε καταστεί συγκύριος του όλου ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό δυνάμει του ... συμβολαίου του ίδιου Συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω πώλησης από το Σ. Τ.. Στον τελευταίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1942 πατέρα του, Π. Τ., δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του Συμβ/φου Μεσολογγίου, Δ.
Χ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα, στην οποία αναμίχθηκε. Ο τελευταίος νεμόταν αυτό, κατά το ανωτέρω ποσοστό, τουλάχιστον από το έτος 1859, οπότε με το 4... συμβόλαιο διανομής του Συμβ/φου Μεσολογγίου Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος και η ……… διένειμαν την κληρονομιά του θανόντος συζύγου και πατέρα τους, Π.
Τ., πλην όμως παρέμειναν, κατά τα αναφερόμενα σε αυτό, συγκύριοι του επιδίκου γεωτεμαχίου. Ο. Α. Τ. είχε καταστεί συγκύριος αυτού κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτως ως εξής: 1. Εν μέρει, κατά ποσοστό 1/4 αδιαίρετα, δυνάμει του ... συμβολαίου του Συμβ/φου Μεσολογγίου Χ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου, λόγω αγοράς από το Ν.
Φ..Ο τελευταίος είχε εξουσία διάθεσης αυτού ως προικολήπτης αδιατίμητης προίκας, δυνάμει ... προικοσυμβολαίου του ίδιου Συμβ/φου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, σε συνδυασμό με …απόφαση του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία του επετράπη η πώληση. Ειδικότερα η προίκα είχε συσταθεί υπέρ της συζύγου του …Ν.
Τ., από τους…….. , που είχαν καταστεί συγκύριοι στο ανωτέρω ποσοστό αδιαίρετα του επιδίκου ακινήτου από κληρονομιά του θανόντος συζύγου και αδελφού τους Ν. Τ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1916, στην οποία αναμείχθηκαν. Ο τελευταίος είχε καταστεί συγκύριος του επιδίκου κατά το ανωτέρω ποσοστό από κληρονομιά του θανόντος πατέρα τους Ι.
Τ., ο οποίος το νεμόταν από το έτος 1859 τουλάχιστον, μετά τη σύνταξη του προαναφερθέντος ... συμβολαίου διανομής. 2. Εν μέρει, κατά ποσοστό 1/4 αδιαίρετα δυνάμει του ... συμβολαίου του ιδίου Συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους …..Οι τελευταίοι είχαν καταστεί συγκύριοι αυτού από κληρονομιά της θανούσας το έτος 1950 μητέρας τους, …..
δυνάμει του …. συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω Συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η τελευταία είχε καταστεί συγκυρία αυτού κατά το ανωτέρω ποσοστό από κληρονομιά του θανόντος το έτος 1939 πατέρα της, Σ. Τ., o οποίος είχε καταστεί συγκύριος του ίδιου ποσοστού από κληρονομιά του πατέρα του, ..., o οποίος το νεμόταν τουλάχιστον από το έτος 1859 μετά τη διανομή που έλαβε χώρα με το 4...
προαναφερθέν συμβόλαιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, νέμονταν διανοία συγκυρίων και με καλή πίστη το επίδικο, ως τμήμα μείζονος έκτασης, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν προσβάλουν δικαίωμα τρίτου, διενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις.
Συγκεκριμένα το επέβλεπαν και το εκμίσθωναν σε τρίτους, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή των ζώων τους, αλλά και για την καλλιέργεια κηπευτικών και άλλων φυτών. Μεταξύ των μισθωτών του επιδίκου ήταν και οι Ε. Σ. και Α. Τ., οι οποίοι και τα αγόρασαν μεταγενέστερα. Μάλιστα ο τελευταίος το έτος 1959 κατασκεύασε μέσα στο δυτικό τμήμα αυτού, που μεταβίβασε αργότερα στον Α.
Τ., σταύλο και αποθήκη, καλλιεργούσε την υπόλοιπη έκταση με βρώμη και κριθάρι, ενώ το έτος 1965 φύτευσε σε όλη την περιελθούσα σε αυτόν έκταση ελαιόδεντρα. Στη νομή του επιδίκου τον διαδέχθηκε η ενάγουσα, επιτηρώντας το, φροντίζοντας για την άρωση και την άρδευσή του και συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.
Επομένως, τόσο η ενάγουσα, όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίων και καλή πίστη τουλάχιστον από το έτος 1859, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει καταστεί κυρία αυτού τόσο με παράγωγο όσο και πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα_με τις ανωτέρω πράξεις νομής που άσκησαν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας από το 1859 μέχρι το 1915 με διάνοια κυρίων και καλή πίστη έγιναν συγκύριοι του επίδικου ως τμήματος ευρύτερης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία κατά το ισχύον τότε βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο..........
Εξάλλου η επίδικη έκταση δεν ήταν ανέκαθεν δασική, αντίθετα ήταν δεκτική καλλιέργειας, αφού η ευρύτερη περιοχή δεν έχει μεγάλη κλίση, είναι σήμερα αγροτική και έχουν κατασκευαστεί σε αυτήν εγγειοβελτιωτικά έργα, ενώ στη βορειοανατολική γωνία του επιδίκου υπάρχουν ερείπια παλαιού πέτρινου κτίσματος.
Μάλιστα ο ίδιος o μάρτυρας του εναγομένου κατέθεσε ότι και στην αεροφωτογραφία του έτους 1945 δεν μπορεί να διαπιστωθεί το είδος της βλάστησης που φυόταν μέσα σε αυτό, καθώς και ότι υπάρχουν διάσπαρτοι λιθοσωροί σε όλη την έκταση. Σημειωτέον δε ότι για την επίδικη έκταση ουδέποτε εκδόθηκε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω κτηματική περιοχή, στην οποία βρίσκεται το επίδικο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο, στα κτηματολογικά βιβλία, δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του, Κατά την τηρούμενη όμως διαδικασία κτηματογράφησης, ενώ η ενάγουσα υπέβαλε δήλωση με περιγραφή του δικαιώματός της και αναφορά στην αιτία κτήσης του, το ακίνητο αυτό καταχωρίστηκε στους κτηματολογικούς πίνακες με ΚΑΕΚ ...
με κύριο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, επειδή κυρία του επιδίκου είναι η ενάγουσα, κατά τα προαναφερθέντα και το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί (αβάσιμα) την κυριότητά της επ' αυτού, διότι θεωρεί ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση, η αρχική εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου που αφορά στο ιδιοκτησιακό του καθεστώς είναι ανακριβής και πρέπει, αφού αναγνωριστεί η κυριότητα της ενάγουσας, να διαταχθεί η διόρθωση αυτής.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή δεχόμενο ειδικότερα ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, το οποίο δεν υπήρξε δασική έκταση αλλά αγροτική καλλιεργούμενη, με παράγωγο τρόπο από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού πατέρα της και με αιτία την γονική παροχή, για την οποία συντάχθηκε σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομότυπα, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία καθόσον τόσον η ίδια όσον και οι δικαιοπάροχοί της, άμεσος, απώτεροι και απώτατοι, νεμήθηκαν τούτο με καλή πίστη από το 1859 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εναγομένου αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας επί δημόσιας δασικής χορτολιβαδικής έκτασης. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1033, 1094 ΑΚ, 21 του ν.
της 21-6/10-7-1837, 21 του από 22-4/16-5-1926 ΝΔ και 4 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 και ν. 12 Πανδ. (28.7), ν.14 και 8 Πανδ. (92.2), ν.2 Εισ 2.19.2 Εισ 31 και ν.3 Κωδ.6.30, αφού από τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 και 80 παρ. 1 του Ν.998/1979, επειδή δέχθηκε συνεχή και αδιάληπτη νομή στο επίδικο ακίνητο, που οδήγησε στην κτήση κυριότητας της ενάγουσας επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον το Εφετείο δεν εφάρμοσε αυτές τις διατάξεις οι οποίες άλλωστε δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, επειδή δέχθηκε ότι το επίδικο δεν ήταν δάσος, δασική ή χορτολιβαδική έκταση αλλά καλλιεργούμενη αγροτική έκταση. Επιπλέον με τον λόγο αυτό στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η απόφαση κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018). Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της υπ' αρ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ`αριθ. …. απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ