Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive corporate law violations regarding shareholder status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five defendants against a final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the lower court erred in admitting them as shareholders and rejected their claim of abuse of rights due to the company's bankruptcy. The court ruled the appeal inadmissible because the appellants could not create a ground for review based on their own actions and found the substantive arguments baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; No one may create a ground for appeal based on their own acts or acts of persons acting in their name, unless it concerns public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1833 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1833 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... , 2) Δ. Π. του Πέτρου, κατοίκου ... , 3) Ε. συζ. Σ. Κ., κατοίκου ... , 4) Α. Κ., κατοίκου ... και 5) Π. συζ. Α. Κ., κατοίκου ... , οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Π. Π. του Ν., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 16-5-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Γ. Σ. Θ., κάτοικο ... , 2) Ι. Ν. Δ., κάτοικο ... , 3) Π. Ι. Π., κάτοικο ... , 4) Δ. Θ. Μ., κάτοικο ... , 5) Α. Ι., κάτοικο ... , 6) Ι. Γ. Κ., κάτοικο ... , 7) Ε. συζ. Δ. Χ., κάτοικο ... , 8) Σ. Κ., κάτοικο ... , 9) Γ. Δ. Μ., κάτοικο ... και 10) Σ. συζ. Γ. Σ., κάτοικο ... .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5685/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4257/2007 και 7002/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 27-7-2009 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 21-3-20011, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-10-2011, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 11-6-2012 κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο της 12-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή (20-5-2013) δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός διάβασε την από 11-3-2011 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 576 του Κ.Πολ.Δ., σαφώς συνάγεται ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνά, αν ο απολειπόμενος ή ο μη νομίμως μετασχών σ' αυτήν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Σε περίπτωση δε, μη νομίμου ή εμπροθέσμου κλητεύσεως, κηρύσσεται απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η επίδοση της κλήσεως για την συζήτηση της αναιρέσεως μπορεί να γίνει και σε όποιον έχει υπογράψει το αναιρετήριο ως πληρεξούσιος δικηγόρος (Α.Π. 1377/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (20-5-2013) δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες. Από τις υπ` αριθμ. 6772Β', 6774Β', 6776Β', 6778Β', 6780Β'/1-8-2011 και 10166Β'/12-12-2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ... , τις οποίες προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι στους αναιρεσείοντες έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως. Επίσης από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. 9321Β'/2-8-2012 έκθεση επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητού προκύπτει ότι αντίγραφο της από 11-6-2012 κλήσεως με την συνημμένη πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Βαρδακούλια, για την δικάσιμο της 12-11-2012, κατά την οποία η συζήτηση ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
Επειδή, με το άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 361 Α.Κ. "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος των, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ... ήταν μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Κλιματισμού ΚLIMAGERATE A.E." ... κατέχοντας ... το 70% του μετοχικού κεφαλαίου ...
Στις αρχές του έτους 1990 ο ενάγων, ο οποίος ήδη από το έτος 1987 έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο (καταθλιπτική συνδρομή), αποφάσισε, να πωλήσει όλες τις μετοχές της ως άνω εταιρείας ... Κατά το χρόνο αυτό, η εταιρεία ... είχε μετοχικό κεφάλαιο 205.000.000 δρχ, με σύνολο διαθεσίμων 60.165.244 δρχ και σύνολο ενεργητικού 597.473.708 δρχ ...
Πράγματι, στις 24-3-1990, με εξωεταιρικές έγγραφες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος, ως μετόχου της ως άνω εταιρείας, και καθενός των (αρχικώς) εναγομένων, τρίτων προς την εταιρεία ... ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε σ' αυτούς το σύνολο των παραπάνω μετοχών του, έναντι συμβολικού τιμήματος μίας δραχμής ανά μετοχή.
Σε αντάλλαγμα, όμως, της πώλησης, οι αγοραστές - νέοι μέτοχοι ανέλαβαν επί πλέον την υποχρέωση, να πληρώσουν μέχρι 30.6.1995 ... όλα τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ... ανάλογα με το ποσοστό των μετοχών, που αγόρασε ο καθένας ... προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να απαλλαγεί ο ενάγων κάθε ευθύνης ως προς χρέη αυτά, για το χρονικό διάστημα, που διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ.
της εταιρείας και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ... Όλοι οι ως άνω αγοραστές, τους οποίους στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Λαζανάς, που συνέταξε και τα ιδιωτικά συμφωνητικά, ήσαν πρώην στελέχη ή αντιπρόσωποι της εταιρείας και γνώριζαν την οικονομική κατάσταση αυτής ... Πλήρως αποδεικνύεται, ότι υπήρξε, πράγματι, ρητή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι σε περίπτωση, που οι αγοραστές δεν εξεπλήρωναν την προαναφερόμενη υποχρέωση τους ..., ο ενάγων θα εδικαιούτο, να στραφεί ατομικά κατ' αυτών και να ζητήσει την καταβολή στον ίδιο, κατά την προαναφερόμενη αναλογία, του ποσού, που αντιστοιχούσε στα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ... .
Σε εκπλήρωση λοιπόν, των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ενάγων μεταβίβασε την ίδια ημέρα σε κάθε εναγόμενο όλες τις μετοχές, που ορίζονταν στο αντίστοιχο ιδιωτικό συμφωνητικό, παραδίδοντας σ' αυτόν, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, τους αντίστοιχους προσωρινούς τίτλους των πωληθεισών μετοχών και αποχώρησε από την εταιρεία.
Έτσι ... με τη παράδοση των προσωρινών τίτλων από τον κύριο - ενάγοντα στους εναγομένους επήλθε, στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, η μεταβίβαση των ενδίκων (ονομαστικών και ανώνυμων) μετοχών προς τους τελευταίους, οι οποίοι, έτσι, απέκτησαν και τη μετοχική ιδιότητα, έστω και αν δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος τύπος, ήτοι η εγγραφή της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας, αφού, όπως αναφέρθηκε, η μεταβίβαση των μετοχών επέρχεται στις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις ανεξαρτήτως της σχετικής εγγραφής στα βιβλία της εταιρείας.
Η παράδοση από τον ενάγοντα των προσωρινών τίτλων των ενδίκων μετοχών στους εναγομένους αγοραστές, όπως συμφωνήθηκε, και η με τον τρόπο αυτό ολοκλήρωση της μεταβίβασης αυτών, προκύπτει ιδίως από το περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών, σε καθένα από τα οποία, κατά τα ανωτέρω, ρητά αναφέρεται (όρος 5), ότι στα πλαίσια της συμφωνίας για τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου αριθμού μετοχών "ο πωλητής μεταβίβασε τον αντίστοιχο προσωρινό τίτλο των μετοχών του προς τον αγοραστή", σε συνδυασμό και με τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και ιδιαίτερα της εξετασθείσας στο ακροατήριο, η οποία ρητά κατέθεσε, ότι κατά την κατάρτιση εκάστης συμβάσεως παραδόθηκαν στους αγοραστές οι προσωρινοί τίτλοι (βλ σχετικά και τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα από 24-3-1990 ιδιωτικά συμφωνητικά με τους αγοραστές Ι.
Κ. και Δ. Μ., στα οποία, πράγματι, είναι συνημμένοι οι αντίστοιχοι προσωρινοί τίτλοι, που παραδόθηκαν σ' αυτούς). Επομένως, από το όλο περιεχόμενο των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών και ιδιαίτερα από την παράδοση, σε εκτέλεση των σχετικών όρων αυτών, των προσωρινών τίτλων των μετοχών στους αγοραστές, σαφώς προκύπτει, ότι μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίστηκε ολοκληρωμένη συμφωνία για τη μεταβίβαση των μετοχών και ότι δεν επρόκειτο, απλώς, για την κατάρτιση προσυμφώνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Αμέσως μετά την κατάρτιση των πιο πάνω συμβάσεων και τη μεταβίβαση των μετοχών στους αγοραστές, ήτοι στις 2-4-1990, πραγματοποιήθηκε, έπειτα από την από 20/3/1990 πρόσκληση του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας (βλ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ 162 της 20/3/1990 πρακτικό), έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων με σκοπό την εκλογή νέου ΔΣ.
Κατ' αυτή, όπως αναφέρεται στο οικείο υπ' αριθμ 15/2-4-1990 πρακτικό της εν λόγω έκτακτης γενικής συνέλευσης, που προσκομίζεται σε νόμιμα επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο, σημειώθηκε απαρτία, αφού παραστάθηκαν μέτοχοι, που εκπροσωπούσαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου, παρατίθεται δε σ' αυτό ονομαστική κατάσταση των μετόχων, που, κατά το νόμο, είχαν καταθέσει εμπρόθεσμα τις μετοχές τους, στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι εναγόμενοι, με σχετική ένδειξη του αριθμού μετοχών εκάστου εξ αυτών και με τη μνεία ότι αυτοί "αντιπροσωπεύουν 87.000 μετοχές και ψήφους, δηλαδή το 100% του μετοχικού κεφαλαίου", παριστάμενοι οι ίδιοι αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο, εκπροσωπώντας το 100% των μετοχών και ψήφων.
Βρισκόμενη, συνεπώς, λόγω της συμμετοχής όλων των μετόχων, η εν λόγω συνέλευση σε απαρτία, στην οποία δεν μετείχε ο ενάγων, αφού είχε ήδη μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του στους εναγομένους, αποφάσισε την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου, στο οποίο, επίσης, δεν μετείχε ο ενάγων ... Επομένως, και από το γεγονός αυτό, ήτοι από τη συμμετοχή των εναγομένων ως μετόχων στην εν λόγω γενική συνέλευση, με νόμιμη κατάθεση των μετοχών τους, αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων μεταβίβασε, πράγματι, το σύνολο των μετοχών τους στους εναγομένους και ότι έκτοτε αυτός αποχώρησε από την εταιρεία, από την οποία και αποξενώθηκε τόσο ως μέτοχος όσο και ως μέλος του ΔΣ αυτής.
Τα επικαλούμενα από τους εναγομένους έγγραφα αναγνώρισης από τον ενάγοντα λογαριασμών της Εθνικής Τράπεζας, που φέρονται με ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάρτισης των ένδικων ιδιωτικών συμφωνητικών, ουδόλως αποδείχθηκε, ότι υπεγράφησαν, πράγματι, από τον ενάγοντα μετά τη γενομένη ως άνω μεταβίβαση των μετοχών προς τους εναγομένους.
Άλλωστε, και στην από 15-5-1990 βεβαίωση της εταιρείας προς το Ταμείο Εμπόρων σαφώς αναφέρεται, ότι "ο ενάγων αποχώρησε από την εταιρεία, στην οποία ήταν πρόεδρος ΔΣ και μέτοχος με ποσοστό 70%, λόγω υγείας ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση των σχετικών όρων των ενδίκων συμβάσεων, δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση που ανέλαβαν με αυτές και συγκεκριμένα δεν πλήρωσαν τα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία ...
ενώ ... δεν μερίμνησαν ούτε και για την ολοκλήρωση της διαδικασίας δημοσίευσης του πρακτικού εκλογής νέου διοικητικού συμβουλίου στην εφημερίδα της κυβέρνησης (άρθρο 7 του ν. 2190/1920), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ευθύνεται ο ενάγων ... Επομένως, σύμφωνα με τον όρο 7 των ενδίκων συμβάσεων, ο ενάγων δικαιούται να στραφεί ατομικά κατά των εναγομένων - συμβαλλομένων και να ζητήσει να καταβάλουν σ' αυτόν αναλογικά, κάθε ποσό, που είναι πλέον απαραίτητο να καταβληθεί προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως τα χρέη αυτά είχαν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης προς αυτά ...
Η συνολική οφειλή της εταιρείας για την οποία ευθύνεται ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό τ6ων των 304.490.190 δρχ ... Κατά συνέπεια το ανωτέρω ποσό οφείλουν, σύμφωνα με την από 24-3-1990 σύμβαση να καταβάλουν οι εναγόμενοι, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που αγόρασε ο καθένας απ' αυτούς ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά: με την σύναψη της ενδίκου συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, με το περιεχόμενο της συμβάσεως και ειδικότερα με την συμφωνημένη παροχή που βάρυνε κάθε πλευρά, με την εκ μέρους του ενάγοντος εκπλήρωση της δικής του υποχρεώσεως, με την εκ μέρους των εναγομένων αθέτηση της υποχρεώσεως που είχαν αναλάβει και, τέλος, με την συμφωνημένη έννομη συνέπεια που επέφερε η μη εκπλήρωση της παροχής που βάρυνε τους τελευταίους.
Υπό τα δεδομένα αυτά καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 361 του Α.Κ., το οποίο και εφαρμόσθηκε, και, επομένως είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 του Α.Κ., 18 επ., 26, 28, και 8β του ν. 2190/1920.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., έχει ως εξής: "Ωσαύτως η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι νομίμως οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες συγκρότησαν και συμμετείχαν στο Δ.Σ. της εταιρείας και στη Γενική Συνέλευση παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18 επ.
και 26 επ. του ν.2190/1920, διότι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για να συμμετάσχει τις στα αρμόδια αυτά όργανα της εταιρείας, θα πρέπει να έχει ήδη την ιδιότητα του μετόχου, την οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προδήλως δεν είχαν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
που ορίζει ότι "κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός εάν πρόκειται για λόγους που αφορούν την δημόσια τάξη". Τέλος προβάλλεται αβασίμως ο τρίτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ.
απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, για την θεμελίωση της οποίας ανεφέροντο, κατά λέξιν τα εξής (όπως αυτά διαλαμβάνονται στην αίτηση αναιρέσεως): "Επεκαλέσθημεν ..., ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής είναι καταχρηστική ..., καθόσον ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, μετά παρέλευση ένδεκα ετών από τη σύναψη της δήθεν "πώλησης" σε εμάς των εν λόγω ονομαστικών μετοχών της ανωνύμου εταιρείας, ουδέν έπραξε, αλλά αντιθέτως ουδέν ενδιαφέρον επέδειξε για την πορεία των εταιρικών πραγμάτων, δεδομένου ότι η εταιρεία εκηρύχθη σε πτώχευση.
Ούτως είχε δημιουργηθεί σ' εμάς εύλογη η πεποίθηση μετά την τόση μακροχρόνια αδράνεια και την όλη αδιάφορη συμπεριφορά του, ότι δεν πρόκειται να ασκήσει "το δικαίωμά του"". Τούτο δε διότι τα ρηθέντα περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν τον ισχυρισμό περί καταχρήσεως δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ..
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2009 αίτηση των Γ. Κ., Δ. Π., Ε. Κ., Α. Κ., και Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.7002/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα, εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ