1833/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμβαση Δανείου: Αν με τη σύμβαση του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα λάβει τρίτος το δάνεισμα, ο τρίτος δεν καθίσταται οφειλέτης από δάνειο, αλλά τέτοιος είναι ο αντισυμβαλλόμενος.
Legislator headnote
AI generated1833/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 806 του Α.Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 του Α.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1833 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Σύμβαση Δανείου: Αν με τη σύμβαση του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα λάβει τρίτος το δάνεισμα, ο τρίτος δεν καθίσταται οφειλέτης από δάνειο, αλλά τέτοιος είναι ο αντισυμβαλλόμενος.
Αριθμός 1833/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 187/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2005 μη οριστική, 290/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 277/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.10.2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, όπως εκτιμάται, δεύτερου κατά το οικείο μέρος του και τρίτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση, και του δευτέρου, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 806 του Α.Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 του Α.Κ.
συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται να διαπλάσουν το δάνειο οι συμβαλλόμενοι ως σύμβαση με μόνη τη συναίνεση καταρτιζόμενη, μεταθέτοντας σε μεταγενέστερο χρόνο τη λήψη του δανείσματος και προσδιορίζοντας ως λήπτη τούτου τρίτο πρόσωπο, στο οποίο μπορεί και χωρίς συγκατάθεση του δανειστή να εκχωρήσει το δάνεισμα ο δανειζόμενος, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών για το ανεκχώρητο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις όμως ο λήπτης δεν καθίσταται οφειλέτης του δανείσματος αλλά εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα ο αντισυμβαλλόμενος του δανειοδότη.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από σύμβαση δανείου για απόδοση δανείσματος ποσού 6.650.000 δραχμών από τον αντισυμβαλλόμενο αναιρεσείοντα, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 2 Αυγούστου 1999, με συμφωνία που καταρτίστηκε στη Λάρισα προφορικά μεταξύ των διαδίκων, των τέκνων του εφεσίβλητου Ι.
και Α. και του Α. Δ. Δ., οι ανωτέρω ανέλαβαν την υποχρέωση όπως συστήσουν ομόρρυθμη εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση τουριστικού γραφείου. Στην εταιρία δε αυτή θα συμμετείχαν τα ως άνω τέκνα του εφεσίβλητου, καθώς και το τέκνο του εκκαλούντος Θ. Τ., ενώ συμφωνήθηκε πως με τον καιρό θα εισερχόταν και ο Α. Δ.
Δ., Σ' εκτέλεση της συμφωνίας αυτής καταρτίστηκε το από 24-8-1999 συστατικό εταιρικό έγγραφο, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λάρισας με αριθμό 326/27-8-1999. Με αυτό συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία αόριστης διάρκειας από τους Ι. Δ. του Α., Α. Δ. του Α. και Θ. Τ. του Δ., τέκνα των διαδίκων, με την επωνυμία "Α.
Δ.-Ι. Δ.-Θ. Τ. Ο.Ε". Έδρα αυτής ορίστηκε η πόλη της Λάρισας και σκοπός η λειτουργία και εκμετάλλευση γραφείου γενικού τουρισμού. Οι δε ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι συμμετείχαν στα κέρδη και στις ζημίες σε ποσοστό 40%, 40% και 20% αντίστοιχα. Κατά τη συμφωνία ο εκκαλών, προκειμένου ο γιος του να γίνει μέλος της εταιρίας, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εταιρία αρχικά το ποσό των 7.700.000 δραχμών και μετά από νεότερη συμφωνία το ποσό των 6.700.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία.
Για το σκοπό δε αυτό εξέδωσε σε διαταγή του εφεσίβλητου τις ακόλουθες τέσσερες επιταγές ..., ..., ... και ... με ημερομηνία έκδοσης 17-8-1999, 20-3-2000, 30-3-2000 και 30-5-2000, αξίας 1.000.000, 1.5000.000, 2.700.000 και 1.500.000 δρχ. αντίστοιχα με χρέωση του ... λογαριασμού του στη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας. Ο εκκαλών, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία, κατέβαλε μόνο το ποσό της πρώτης από τις ως άνω επιταγές, ήτοι το ποσό του 1.000.000 δρχ., ενώ τα ποσά των λοιπών επιταγών κάλυψε ο εφεσίβλητος με δικά του χρήματα, κατόπιν συμφωνίας με τον εκκαλούντα.
Ο εφεσίβλητος σ' εκτέλεση αυτής της συμφωνίας κατέθεσε στις 22-3-2000 ποσό 1.500.000 δρχ. στον ανωτέρω λογαριασμό του εκκαλούντος προς κάλυψη της ... επιταγής. Στις 3-4-2000 κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό το ποσό των 2.700.000 δρχ. προς κάλυψη της ... επιταγής. Στις 5-6-2000 κατέθεσε σε λογαριασμό του εκκαλούντος στο 397 υποκατάστημα της ΕΤΕ το ποσό των 500.000 δρχ.
προς κάλυψη της ... επιταγής. Το υπόλοιπο ποσό του 1.000.000 δρχ. της τελευταίας επιταγής το κατέβαλε σε μετρητά στον εκκαλούντα στις αρχές Ιουνίου 2000. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος πέραν του ανωτέρω συνολικού ποσού των 5.700.000 δρχ., που κατέβαλε στον εκκαλούντα, κατέβαλε σ' αυτόν επί πλέον και το ποσό των 950.000 δρχ.
ως δάνειο άτοκο περί τα μέσα Απριλίου 2000 στη Λάρισα, με συνέπεια το συνολικό οφειλόμενο από αυτόν ποσό να ανέλθει στο ποσό των 6.650.000 δρχ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, κατόπιν συμφωνίας με τον εφεσίβλητο, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό τμηματικά, ήτοι 1.000.000 δρχ. στις 7-7-2000, 1.000.000 δρχ, στις 10-9-2000, 1.500.000 δρχ.
στις 30-9-2000, 1.500.000 δρχ. στις 30-10-2000 και 1.650.000 δρχ. στις 15-11-2000. Προς εξασφάλιση δε του εφεσίβλητου εξέδωσε σε διαταγή του τελευταίου πέντε επιταγές πληρωτέες στη Συνεταιριστική Τράπεζα Καρδίτσας, ήτοι τις ..., ..., ..., ... και ... με ημερομηνία εκδόσεως 7-7-2000, 10-9-2000, 30-9-2000, 30-10-2000 και 15-11-2000 και αξίας 1.000.000, 1.000.000, 1.500.000, 1.500.000 και 1.650.000 δρχ.
αντίστοιχα. Οι επιταγές αυτές, καίτοι εμφανίστηκαν νόμιμα κι εμπρόθεσμα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν, καθόσον ο εκκαλών είχε προβεί σε ανάκλησή τους με συνέπεια να οφείλει μέχρι σήμερα στον εφεσίβλητο το ποσό των 6.650.000 δραχμών". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου από δανειακή σύμβαση, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 866, 361, 455, 460, 466 και 470 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε.
Ειδικότερα αναφέρονται: 1) Η λόγω αδυναμίας του αναιρεσείοντος να καταβάλει την εισφορά του γυιού του στην ομόρρυθμη εταιρία που συνέστησαν με τα δύο τέκνα του αναιρεσιβλήτου, καταβολή από τον τελευταίο προς τον αναιρεσείοντα του ποσού της εισφοράς αυτής, δυνάμει συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτών και 2) η μη επιστροφή από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο του ποσού του δανείου των 6.650.000 δραχμών, διότι οι επιταγές που εξέδωσε για το σκοπό αυτό ανακλήθηκαν από τον ίδιο.
Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, όπως εκτιμάται, δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη του προβληθέντος με λόγο έφεσης ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι κατέβαλε το ποσό της επίμαχης εταιρικής εισφοράς του γυιού του, δια μέσου του τραπεζικού λογαριασμού του, καθ' όσον το Εφετείο δέχθηκε αντίθετα περιστατικά από εκείνα που συγκροτούν τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (Α.Π. 544/2005, 1137/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων την χωρίς όρκο εξέταση του αναιρεσιβλήτου και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δικ. 340) με τις λοιπές αποδείξεις και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα από 2-8-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων και .../2-9-1999 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λάρισας Β.
Κατσαρού. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ αντίθετος, πέμπτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου ο από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου ότι η εισφορά του γυιού του αναιρεσείοντος στην ομόρρυθμη εταιρία που συνέστησαν με τα τέκνα του αναιρεσιβλήτου, ήταν 7.700.000 δραχμές, αποβαίνει αλυσιτελής, εφόσον το αναφερόμενο ως άνω περιστατικό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έχει περιληφθεί στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου.
Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο 1) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, 2) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ αυτό (αποδεικτικό μέσο) από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία (αποδεικτική δύναμη) είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και 3) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (Α.Π. 354/1999, 31/1999, 1376/1996, 441/1993).
Στην υπόψη περίπτωση με τον πέμπτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι τα σε σχέση με τον αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο (πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του) λόγο αναίρεσης, αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη και η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην κατά το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, εφόσον αναφέρονται μεν τα άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αναφέρονται όμως τα λοιπά ως άνω αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, είναι αυτός αόριστος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμου ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Με τους δύο τελευταίους από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης ψέγεται η απόφαση του Εφετείου, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αφενός μεν ότι το ποσό των 950.000 δραχμών κατεβλήθη σ' αυτόν από τον αναιρεσίβλητο ως τίμημα αγοράς επίπλων από το κατάστημα εκείνου και όχι ως δάνειο, αφετέρου δε ότι οι επιταγές του είχαν πλαστογραφηθεί.
Ο πρώτος από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δεν είναι αυτοτελής. Ο δεύτερος ισχυρισμός αποβαίνει αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη αγωγική αξίωση δεν θεμελιώνεται στην εγκυρότητα των επιταγών, αλλά στην επικαλούμενη δανειακή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2010 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της 277/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ