Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling granting annual leave compensation to railway workers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the Hellenic Railways Organisation (OSE) against a first-instance judgment awarding annual leave compensation to 46 railway employees. The court found that the lower court correctly applied Article 3 of Law 3755/1957, which implements an international convention, to these workers despite their employment contracts being private law agreements. Consequently, the court ruled that the appeal was groundless and dismissed it, ordering the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 3 of Law 3755/1957: The Supreme Court held that the exception in Article 1 of Law 539/1945 regarding public utility enterprises does not extend to the independent penalty provision of Law 3755/1957, thereby mandating the application of annual leave compensation rules to railway employees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1833 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1833/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μιχαήλ Μανωλάς με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ
Των αναιρεσιβλήτων: Χ1, Χ2, Χ3, ..... έως και Χ46, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξουσία δικηγόρος τους Αθήνα Μανίκα-Δήμαινα και δήλωσε ότι ο υπό στοιχ.(30) Χ30 απεβίωσε στις 28.02.2008 και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του α) Χ30-Α, β) Χ30-Β και γ) Χ30-Γ, τους οποίους και εκπροσωπεί.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.09.2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε 333/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10.12.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 18.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η βιαία διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη της από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση : στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση ;
συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ....., στις 28-2-2008 απεβίωσε ο τριακοστός αναιρεσίβλητος, Χ30, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα νόμιμα προσκομιζόμενα α) ..... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, β) από 14-12-2006 ιδιόγραφη διαθήκη, γ) 277/7-7-2008 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας περί δημοσίευσης της ως άνω διαθήκης και δ) .....
πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λαμίας, περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης, και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από τη σύζυγο του, Χ30-Α και τα τέκνα του Χ30-Β και Χ30-Γ. Επομένως, οι ανωτέρω ως κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, εκπροσωπούμενοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Αθηνά συζ.
Αργυρίου Μανικά, αφού δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως λόγω του θανάτου αυτού, παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως. Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Α.Ν 539/1945 ορίζεται ότι: "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας, ασκουμένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεως των, ως και εις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς, ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα δια λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας".
Στην παρ. όμως 3 εδ. β του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "δεν υπόκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος τα πρόσωπα τα αντί μισθού απασχολούμενα εις δημοσίας ή δημοσίου χαρακτήρας υπηρεσίας ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφ' όσον οι σχετικοί κανονισμοί δίδουν εις αυτά δικαίωμα εις ετήσιαν άδειαν μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσης προς εκείνην της αδείας της προβλεπομένης υπό του παρόντος νόμου".
Περαιτέρω με το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου αυτού (ΑΝ 539/1945), ορίζεται ότι "πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού/ περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και αν προβλέπει την καταβολήν εις αυτόν επαυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος".
Εξάλλου, με τη με αριθμ. 52/1936 Διεθνή Σύμβαση "περί κανονικών κατ' έτος αδειών μετ' αποδοχών" η οποία κυρώθηκε με το ν.2081/1952 και η οποία κατά το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ. γ έχει εφαρμογή και στο προσωπικό το απασχολούμενο σε επιχειρήσεις μεταφοράς προσώπων ή εμπορευμάτων δια σιδηροδρόμων, ορίζεται στη παρ.3 του ως άνω άρθρου (1) ότι "η αρμόδια αρχή εκάστης χώρας δύναται να εξαιρή της εφαρμογής της παρούσης συμβάσεως, α) πρόσωπα απασχολούμενα εις επιχειρήσεις ή καταστήματα όπου εργάζονται μόνο τα μέλη της οικογενείας του εργοδότη, β) πρόσωπα απασχολούμενα εις δημοσίας Υπηρεσίας, όπου οι όροι εργασίας παρέχουν δικαίωμα εις κανονικήν κατ' έτος άδειαν μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσης προς από την σύμβασιν προβλεπομένη ν, στο άρθρο 8 αυτής ότι "Παν μέλος επικυρούν την παρούσαν σύμβασιν δέον όπως θεσπίζει σύστημα κυρώσεως δια την εξασφάλισιν της εφαρμογής της" και στο άρθρο 9 της ίδιας ότι "η παρούσα σύμβασις ουδόλως θίγει οιονδήποτε νόμον, απόφασιν, έθιμον, ή συμφωνίαν μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων εφ' όσον δι' αυτών εξασφαλίζονται όροι ευνοϊκώτεροι των εν τη παρούση συμβάσει προβλεπομένων".
Επακολούθησε το ν.δ. 3755/1057, με το άρθρο 3 του οποίου προστέθηκε στην παρ.1 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945, ως δεύτερο εδάφιο η ακόλουθη διάταξη: "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους ακοδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".Η ένταξη της νέας αυτής διάταξης στην τιαρ.1 του άρθρου 5 του α.ν. 539/1945 είναι τυχαία και δεν μεταβάλει την αυτοτέλεια της ρύθμισης που θεσπίζεται με αυτήν, σε σχέση με τις ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945.
Δεν υπάρχει δε κανένας σύνδεσμος της με τη διάταξη αυτή προβλεπομένης ως άνω κυρώσεως με τον α.ν.539/1945 και δεν θεσπίζεται καμία εξαίρεση από τη ρύθμιση, ούτε διατηρείται καμία επιφύλαξη ως προς την έκταση εφαρμογής της προβλεπόμενης μ' αυτήν κύρωσης σε σχέση με κάποια κατηγορία εργοδοτών ή μισθωτών. Αντιθέτως η με αυτήν επιβαλλόμενη ως άνω κύρωση διατυπώνεται ως γενική και προβλέπεται για τη μη χορήγηση αυτούσιας της άδειας σε σχέση με όλες τις εργασιακές σχέσεις, είναι ένα είδος "ποινικής ρήτρας" κατά την εισηγητική έκθεση του ν.δ.3755/1957, που αφορά όλους τους μισθωτούς.
Βεβαίως με την ως άνω διάταξη της παρ.3 εδ. β του άρθρου 1 του α.ν. 539/1945 θεσπίζεται εξαίρεση από τις διατάξεις του εν λόγω α.ν. για τα πρόσωπα που απασχολούνται αντί μισθού σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, στις οποίες υπάγεται και ο ΟΣΕ, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί δίνουν σ' αυτά το δικαίωμα για ετήσια άδεια με αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, όπως προβλέπεται στο άρθρο 59 του νέου ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ που κυρώθηκε με το Ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 28-12-1998, στο οποίο ορίζονται μεταξύ των άλλων, ο αριθμός των ημερών άδειας που δικαιούται το προσωπικό, ότι δεν χωρεί παραίτηση απ' αυτή, ότι η άδεια πρέπει να εκτελείται κατά μήνα Δεκέμβριο κάθε χρόνου και όταν συντρέχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, κατ' εξαίρεση να εκτελείται αυτή (άδεια) το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου του επομένου έτους, και ότι για τα λοιπά θέματα που δεν ρυθμίζονται με τα παρόντα εδάφια έχουν εφαρμογή η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και οι κοινές διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας.
Η εξαίρεση όμως αυτή αναφέρεται στις αρχικές διατάξεις του α.ν. 539/1945 και δεν καταλαμβάνει την αυτοτελή ρύθμιση (κύρωση) που θεσπίζεται γενικά για όλες τις εργασιακές σχέσεις, χωρίς καμία διάκριση, με το ως άνω άρθρο του ν.δ. 3755/1957. Η παραπάνω ερμηνευτική εκδοχή στηρίζεται επί πλέον και: α) στην ως άνω παρ.1 του άρθρου 1 του α.ν. 539/1945, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, στις οποίες περιλαμβάνονται προφανώς και ο ΟΣΕ, β) στην παρ.1 στοιχ.
γ του άρθρου 1 της παραπάνω με αριθμό 52/1936 Διεθνούς Σύμβασης "περί κανονικών κατ' έτος αδειών μετ' αποδοχών", που κυρώθηκε με το Ν.2081/1952, σύμφωνα με την οποία η διεθνής αυτή σύμβαση έχει εφαρμογή και στο προσωπικό που απασχολείται στον ΟΣΕ και γ) στο άρθρο 8 της ίδιας διεθνούς σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο κάθε μέλος που την επικυρώνει, πρέπει να θεσπίζει σύστημα κυρώσεων για την εξασφάλιση της εφαρμογής της.
Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ.3755/1957 είναι ακριβώς η κύρωση που ο εθνικός νομοθέτης θεσπίζει σε εκτέλεση αυτής της υποχρέωσης του από την ως άνω Υπερνομοθετικής, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ισχύος διεθνή σύμβαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται με το άρθρο 3 του ν.δ.3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής (βλ.σχ.
ΟΛ. ΑΠ 32/2005).Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλομένη απόφαση του, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί από τον αναιρεσείοντα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου και υπηρετούσαν σ' αυτόν, ως σιδηροδρομικοί υπάλληλοι διαφόρων ειδικοτήτων και τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση.
Κατά το έτος 1999 ο αναιρεσείων αρνήθηκε από υπαιτιότητα του να χορηγήσει στους αναιρεσιβλήτους αυτούσια την άδεια τους, παρότι αυτοί υπέβαλον σχετική αίτηση και επιπλέον δεν κατέβαλε σ' αυτούς, ως αποζημίωση, τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειας, με προσαύξηση 100%, την οποία προσαύξηση έκρινε ότι δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 539/1945, σε συνδυασμό και με το άρθρο 59 του νέου ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2671/1998 και καταλαμβάνει τις ένδικες απαιτήσεις.
Ακολούθως δε, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσίβλητων και επιδίκασε σε καθένα απ' αυτούς τα αιτούμενα με εκείνη (αγωγή) ποσά. Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 560 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ. μοναδικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ .333/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ