Supreme Court allows appeal against bank employee's dismissal, ruling collective agreements inapplicable to fixed-term contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court decision dismissing a bank employee's claim for higher wages. The employee argued that collective agreements applicable to permanent staff should cover his fixed-term contract, but the appellate court found the lower court erred in applying these agreements. The court ruled that the parties had agreed to a fixed-term contract governed by individual terms, excluding the more favorable collective agreements, and thus remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 and 680 of the Civil Code; The court established that when parties agree to a fixed-term employment contract, collective agreements applicable to permanent staff do not automatically apply, and the contract is governed by the specific terms agreed upon by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1833 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Κ.Μ.
Αριθμός 1833/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: .....,, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Πολυχρόνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1676/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 8247/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2003 αίτησή της και τον από 20-7-2006 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 19-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων του κύριου αναιρετηρίου και του μοναδικού λόγου του δικογράφου των προσθέτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 1618/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, υπάλληλος της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, συνταξιοδοτήθηκε στις 31-12-1994. Με την από 13-6-1997 έγγραφη σύμβαση η εναγόμενη επαναπροσέλαβε τον ενάγοντα για να τον απασχολήσει ως πράκτορα στο πρακτορείο, που διατηρούσε στη ΔΟΥ του Κάστρου της Λήμνου για το διάστημα από 1-7-1997 έως 31-12-1997.
Στη συνέχεια με τα από 31-1-1998, 5-3-1998 και 27-3-1998 ιδιωτικά συμφωνητικά τον επαναπροσέλαβε με την ίδια ειδικότητα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ίδιο τόπο για τα χρονικά διαστήματα αντιστοίχως από 1-2-1998 έως 28-2-1998, από 1-3-1998 έως 31-3-1998 και από 1-4-1998 έως 30-4-1998. Η αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε σε 400.000 δραχμές μηνιαίως, συμφωνήθηκε δε ότι η σχέση του με την Τράπεζα θα ρυθμιζόταν καθολοκληρίαν από τις πιο πάνω συμβάσεις, οι οποίες και χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου και ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί με κάθε δυνατή επιμέλεια το έργο που του ανατέθηκε, στο οποίο και δεν μπορούσε να υποκατασταθεί από άλλον.
Το πρακτορείο της Λήμνου, όπου εργαζόταν ο ενάγων, είχε ως αντικείμενο εργασιών τις πληρωμές του Δημοσίου, την είσπραξη των χρημάτων του, την τήρηση των λογαριασμών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τη συγκέντρωση των επιταγών των τραπεζών και την αποστολή τους στο γραφείο συμψηφισμού. Ο ενάγων εργαζόταν μέσα στον ειδικά ασφαλισμένο χώρο του πρακτορείου από ώρα 07.30 μέχρι την ώρα της αποχώρησης των υπάλληλων του Δημοσίου, συνεργαζόμενος με αυτούς και τον Διευθυντή της ΔΟΥ και ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις οδηγίες, εντολές και αποφάσεις της Διοίκησης της Τράπεζας, η οποία, με το τμήμα προσωπικού και τους επιθεωρητές της, ασκούσε εποπτεία επί του ενάγοντος, που τελούσε έτσι σε νομική εξάρτηση από την εναγομένη, όσον αφορά τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο της εκτελέσεως της εργασίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι συμβάσεις του ενάγοντος δεν ήταν συμβάσεις έργου, αλλά συμβάσεις εργασίας, επί της οποίας επομένως είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρις 8-5-1990, όταν άρχισε η ισχύς του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις") σε συνδυασμό με το άρθρο 680 του ΑΚ, την οποίαν αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής (ΑΠ 874/2004, 382/1998). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 8 παρ. 1, 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζόμενους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις, ορισμένης πόλης, περιφέρειας ή και όλης της Χώρας, συνάπτονται δε από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, που καλύπτουν εργαζόμενους, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητά τους, ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και από εργοδοτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο.
Ειδικά όμως για τους εργαζόμενους στις Τράπεζες, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εργοδοτικές οργανώσεις του κλάδου, η ΣΣΕ που υπογράφεται μεταξύ της ΟΤΟΕ και κοινού εκπροσώπου των αντισυμβαλλομένων Τραπεζών, συνιστά κλαδική ΣΣΕ, εφόσον οι εκπροσωπούμενες Τράπεζες καλύπτουν τουλάχιστον το 70% των εργαζομένων στον κλάδο.
Οι κλαδικές ΣΣΕ δεσμεύουν κατ' αρχήν μόνο τα μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά αν κηρυχθούν, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, γενικώς υποχρεωτικές, η ισχύς τους επεκτείνεται πέρα από τα πρόσωπα που τις είχαν συνάψει, σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 27 στ΄, 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι η υπηρεσιακή και μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως αυτών, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ (ΟλΑΠ 27/1995).
Έτσι στις ρυθμίσεις των κλαδικών ΣΣΕ των τραπεζοϋπαλλήλων υπάγεται το προβλεπόμενο από τον οργανισμό και κανονισμό των Τραπεζών και κατατασσόμενο σε μισθολογικά κλιμάκια προσωπικό τους (κύριο, βοηθητικό, προσωπικό καθαριότητας). Στα πλαίσια της συμβατικής ισχύος του οργανισμού και κανονισμού αυτού, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ της Τράπεζας, ως εργοδότριας, και εργαζομένου της, που δεν υπάγεται στο προβλεπόμενο από τον οργανισμό και κανονισμό μόνιμο προσωπικό της, ότι η ρύθμιση των αποδοχών του εργαζομένου θα γίνει, όχι με βάση τις προαναφερόμενες κλαδικές ΣΣΕ, αλλά με ατομική σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 91/2004).
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ως προς τις αποδοχές του ενάγοντος είχαν εφαρμογή οι από 13-5-1997 και 17-5-1984 συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ της ΟΤΟΕ και των Τραπεζών, αφού οι όροι αμοιβής αυτών ήταν για τον ενάγοντα ευνοϊκότεροι εκείνων των επίδικων ατομικών συμβάσεων εργασίας και επιδίκασε σ' αυτόν αξιώσεις με βάση τις παραπάνω ΣΣΕ.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 680 του ΑΚ και εκείνες των προαναφερόμενων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αφού από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν προσλήφθηκε στο κατά τον Κανονισμό και Οργανισμό της Τράπεζας μονίμως διορισμένο προσωπικό της, ώστε να έχουν εφαρμογή επί των αποδοχών του οι ΣΣΕ των τραπεζοϋπαλλήλων, οι οποίες εφαρμόζονται επί των υπαγομένων σ' αυτές εν ενεργεία τραπεζοϋπαλλήλων -ιδιότητα την οποία δεν είχε ο συνταξιούχος τραπεζικός ενάγων- αλλά ότι οι διάδικοι, με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συμφώνησαν ότι η σχέση τους θα ρυθμιζόταν καθολοκληρίαν από τις συμβάσεις αυτές και συνακόλουθα όχι με βάση τις προαναφερόμενες κλαδικές ΣΣΕ, αποκλείοντας έτσι, πλην του μηνιαίου μισθού των 400.000 δραχμών, οποιαδήποτε άλλη αμοιβή ή παροχή από αυτές που χορηγούνται συμβατικά στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης.
Επομένως πρέπει, κατά τους σχετικούς βάσιμους τρίτο (κατά την αιτίαση που αφορά υπολογισμό επιδομάτων με βάση τον μισθό των ΣΣΕ), τέταρτο και πέμπτο λόγους του κύριου αναιρετηρίου και τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8247/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων δέκα (910) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ