Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest where original suit was rejected as vague or illegal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment that rejected a lawsuit as vague or illegal. The appellant argued the lower court failed to examine specific legal grounds and omitted evidence, but the Court held that when a suit is dismissed for vagueness, the court does not evaluate facts, making such arguments inadmissible. Consequently, the appeal was rejected for lack of legal interest and the appellant was ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 73 and 556 of the Code of Civil Procedure; Legal interest for an appeal must be personal and direct, arising from harm caused by the appealed decision, and is absent when the lower court dismisses a suit as vague or illegal without evaluating facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1832 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1832/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της υπό εκκαθάριση …. με την επωνυμία "… ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει ... και 2) Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Ξενίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 974/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 955/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 517/2017, 985/2015, 2134/2014, 1663/2010, 342/2009).
Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1353/2017).
Στη προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 12.3.2020 και με αριθ. κατάθ. 3660/423/25.6.2020 αίτηση αναίρεσης με την οποίαν προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ με αριθ. 955/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, διότι ασκείται χωρίς τη συνδρομή άμεσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου όλες οι αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής της ως αόριστης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ δεν προκύπτει οποιαδήποτε βλάβη της αναιρεσείουσας από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε άλλωστε και αυτή επικαλείται, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποίαν η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν.
Κατά τα λοιπά και ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό.
Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μάλιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος (ΑΠ 330/2010). Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (Ολ.
ΑΠ 5/1996, ΑΠ 17/1994), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική και ΕΠΕ), η οποία και διατηρεί κατ` αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρείας δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.
Συνεπώς δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι` αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί όμως όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μέτοχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο στην εταιρεία όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ` άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μέτοχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή τον βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφαινόμενης σ` αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.
Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ` αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται, όμως γι` αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στον βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από τον μέτοχο αυτόν ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερόμενου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (Ολ ΑΠ 2/2013, ΑΠ 781/2018,1369/2018, 149/2013).
Ενόψει των ανωτέρω, για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κεφαλαιουχικής εταιρείας έναντι του βασικού μετόχου ή εταίρου της δεν αρκεί απλώς η ιδιότητα του φυσικού προσώπου ως μοναδικού μετόχου ή εταίρου ή κατόχου του μεγαλύτερου μέρους των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων αυτής, αλλά ούτε και το γεγονός ότι από τη συμμετοχή του φυσικού αυτού προσώπου στην εταιρεία εξαρτάται η ύπαρξη ή η εξακολούθηση αυτής, αλλά απαιτείται η συνδρομή ιδιαίτερων και σοβαρών ή εξαιρετικών προϋποθέσεων και συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που καταδεικνύουν τις αθέμιτες επιδιώξεις του βασικού μετόχου ή εταίρου κατά προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων ιδίως της καλής πίστης, κατά καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα, τα οποία πρέπει να παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιχειρείται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης του μόνου μετόχου ή εταίρου κεφαλαιουχικής εταιρείας για τα χρέη αυτής, ώστε να είναι αυτό ορισμένο κατ` άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Για να υποστεί τις συνέπειες αυτές, πρέπει να συντρέχουν, να προτείνονται και να αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν ότι έγινε κακή χρήση των εταιρικών τύπων, και δη της νομικής προσωπικότητας αυτών στην περίπτωση κατά την οποία η επίκληση αυτής και του χωρισμού που αυτή συνεπάγεται παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 ΑΚ.
Αναγκαία είναι η ειδική μνεία στην αγωγή των συγκεκριμένων περιστατικών που ενδεικνύουν την εκ μέρους του εναγόμενου κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, όπως ανωτέρω εξειδικεύθηκαν (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 149/2013, 905/2010, 330/2010, 309/2009). Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Ωσαύτως, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται βάσει του εν λόγω άρθρου (559 αρ. 1 ΚΠολΔ), εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε ολιγότερα (ΑΠ 618/2015).
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι δεν εκτίθενται κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ειδικό τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά σχετικά με την επικαλούμενη εκ μέρους της ενάγουσας κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης και τη σχέση απόλυτης κυριαρχικής εξάρτησής της, από οικονομικής και διοικητικής απόψεως, από την δεύτερη εναγόμενη, αλλά απλώς γίνεται επιγραμματικά μνεία και σε θεωρητικό και νομολογιακό επίπεδο των στοιχείων αυτών, χωρίς καν να αναφέρονται συγκεκριμένα πράξεις που να δικαιολογούν την αιτούμενη άρση του μανδύα της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης για τη στοιχειοθέτηση προσωπικής ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, όπως απαιτείται.
Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά ότι η δεύτερη εναγόμενη είναι κύριος και μοναδικός μέτοχος, νόμιμη εκπρόσωπος και ήδη εκκαθαρίστρια της υπό εκκαθάριση τελούσας πρώτης εναγομένης, η οποία δεσμεύει με μόνη την υπογραφή της την τελευταία, πλην όμως οι ιδιότητες αυτές είναι απολύτως θεμιτές και συμβατές με τον τύπο εταιρείας, που φέρει η πρώτη εναγόμενη.
Περαιτέρω γίνεται αναφορά ότι η δεύτερη εναγόμενη χρησιμοποιεί την εταιρεία ως "alter ego" της και, προκειμένου να περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση η πρώτη εναγόμενη και να διακυβεύεται η ικανοποίηση των εταιρικών δανειστών, την χρηματοδότησε ανεπαρκώς, πλην όμως η ενάγουσα δεν κατονομάζει πράξεις της δεύτερης εναγομένης, που να καταδεικνύουν βούληση καταστρατήγησης των διατάξεων του νομικού προσώπου της εταιρείας εκ μέρους της.
Ειδικότερα, δεν εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να καταδεικνύουν είτε την ανεπαρκή χρηματοδότηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, με συγκεκριμένη αναφορά σε έλλειψη εσόδων οποιασδήποτε μορφής, διαφορετικών από τα ίδια κεφάλαιά της, είτε την σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας, ιδίως με παράθεση των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και του συγκεκριμένου τρόπου σύγχυσης αυτών, είτε την εικονικότητα του νομικού προσώπου, είτε την έλλειψη συναλλακτικής οργάνωσης και δράσης της ως νομικού προσώπου, είτε συγκεκριμένη συμπεριφορά του ως άνω φυσικού προσώπου- δεύτερης εναγομένης όταν δρα προς τα έξω, αγνοώντας την ύπαρξη της εταιρείας που να δικαιολογούν την άρση του πέπλου για τη θεμελίωση προσωπικής της ευθύνης και την υπεγγυότητα της ατομικής της περιουσίας για τα χρέη του νομικού αυτού προσώπου.
Επίσης, δεν αναφέρονται στην αγωγή τα χρέη της πρώτης εναγόμενης έναντι τρίτων σε συνδυασμό με τα περιουσιακά της στοιχεία και την αδυναμία της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τρίτους συμπεριλαμβανομένων και της ενάγουσας.
Συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή η συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης δεν πληροί συνεκτιμώμενη στο σύνολό της, το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και δεν δικαιολογεί την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς της και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, ώστε να συντρέχει εις ολόκληρον ευθύνη αυτής μετά της δεύτερης εναγομένης.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε αόριστη την εν λόγω αγωγή και μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα και είναι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια των οποίων υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 3.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019, 538/2018).
Και τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο με ελλιπείς αιτιολογίες έκρινε επαρκώς ορισμένους τους πρώτο και τέταρτο λόγους της έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δη τον πρώτο για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της δεύτερης εναγομένης και τον τέταρτο για παράνομη άρση της αυτοτέλειας της πρώτης εναγομένης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθότι η προσβαλλόμενη μετά την απόρριψη λόγω αοριστίας της ένδικης αγωγής ως προς την δεύτερη εναγομένη δεν ασχολήθηκε με τους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων. 4. Και τέλος, η, δια του τρίτου λόγου της αίτησης, προβαλλομένη από την αναιρεσείουσα αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως μετ` επικλήσεως προσκομισθέντα από την ίδια αποδεικτικά έγγραφα, καθώς και η δια του πέμπτου λόγου της αίτησης προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, που εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αιτίαση, περί παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί για την επίδειξη των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί άρσης της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού οι λόγοι αυτοί προϋποθέτουν κατ` ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, μη δυνάμενοι να θεμελιωθούν στην προκειμένη περίπτωση, όπου το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα (Ολ ΑΠ 3/97, ΑΠ 1809/2007, 446/2004).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.3.2020 και αριθ. κατάθεσης 3660/423/25.6.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 955/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ