Supreme Court annuls Athens court judgment for lack of specific reasoning regarding charge mischaracterization and remands for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third-instance Court of Athens judgment due to a failure to address the defendant's specific argument that the act constituted tax evasion rather than forgery. The court held that by ignoring this defense, the lower court deprived the accused of the right to a fair trial and violated the requirement for specific and comprehensive reasoning. Consequently, the case was remanded for a new hearing before a different panel of judges to apply the current, more lenient version of the Penal Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510, paragraph 1, item D of the Code of Criminal Procedure: A judgment is void if it fails to provide specific and comprehensive reasoning on the defendant's arguments, thereby violating the right to a fair trial and requiring remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1832 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1832/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού Εισηγήτρια και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΖΤ641/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.3.2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 600/19.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 26-3-2019 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Δ. Γ. του Ι. που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2-4-2019 και έλαβε αρ.πρωτ.4011/2-4-2019, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ641/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 12 μηνών για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, η οποία ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 2, 3 και 474 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω.
Στη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ., πριν την κύρωση του Νέου Π.Κ. με τον ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) που ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο του νόμου) οριζόταν ότι " όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση." Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι το γεγονός που είναι πρόσφορο για π\ν παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως.
Δεν απαιτείται να λάβει πραγματική γνώση ο τρίτος στον οποίο απευθύνεται, ούτε να παραπλανηθεί αυτός. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως θεωρείτο επιβαρυντική περίσταση. Ήδη με τον Νέο Π.Κ. παραμένει μεν η ως άνω τυποποίηση των πλαστοποιητικών πράξεων της κατάρτισης πλαστού εγγράφου και της νόθευσης του γνησίου εγγράφου, δεν αποτελεί, όμως, πλέον, η χρήση του πλαστού εγγράφου επιβαρυντική περίσταση, αλλά αυτοτελή πράξη, η οποία συρρέει φαινομενικά όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτή (παρ.1 και 2 του άρθρου 216, όπως νυν ισχύει).
Επιπλέον, για το έγκλημα της πλαστογραφίας απειλείται τώρα ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη για την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους τα πραγματικά αυτά περιστατικά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, αν το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε, να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της αποφάσεως πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται: α) τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, β) η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, γ) ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 του ΚΠοινΔ. Ακόμη, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχάς να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του και έτσι διαλαμβάνεται περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του κατηγορουμένου εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως συμβαίνει στο έγκλημα της πλαστογραφίας κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το ΝΔ 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως" , η πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι.
Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όπως οι διατάξεις αυτές δεν άλλαξαν και εξακολουθούν να ισχύουν από 1-7-2019 μετά την κύρωση του Νέου Κ.Ποιν.Δ.
με τον ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019), κατ' άρθρο δεύτερο του τελευταίου. Εξάλλου, ήδη διακρινόμενων των ακυροτήτων ρητά από τον νόμο σε σχετικές και απόλυτες (άρθρο 170 Κ.Ποιν.Δ.), με την παρ. 2 του άρθρου 171 Κ.Ποιν.Δ. εντάχθηκε στις απόλυτες ακυρότητες το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου κατά την ακροαματική διαδικασία, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έκφανση του υπερασπιστικού του δικαιώματος με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και αξιώνει, ως εκ τούτου, τυπικά και ουσιαστικά ίδιας προστασίας (βλ.
αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου "Κύρωση του Κ.Π.Δ.").
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Π. Ο. του Ι. και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικάσαν δικαστήριο για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε τα εξής : "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο κατά το διατακτικό αναφερόμενα." Στη συνέχεια το Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα μαζί με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, του ότι: " Στην …, ενεργώντας από κοινού, κατά τους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, τέλεσαν με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και δη κατάρτισαν πλαστό έγγραφο και νόθευσαν έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Πιο συγκεκριμένα, ενεργώντας από κοινού, ο μεν πρώτος εξ αυτών ως ετερόρρυθμος εταίρος της εταιρείας "... Ε.Ε." και ο δεύτερος εξ αυτών ως υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας α) στις 30-1-2012 κατάρτισαν εξ υπαρχής το υπ' αριθμ. …40/30-1-2012 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, θέτοντας παράνομα, άνευ τινός δικαιώματος ή συναινέσεως τρίτου στο σημείο των στοιχείων του εκδότη - προμηθευτή αυτού τα στοιχεία "Β." Κ.
Π. Ά. Τ. Εκτυπώσεις - Τυπώματα, ..., ΑΦΜ ...434 Δ.Ο.Υ. ... με φερόμενο πελάτη την ... με αιτιολογία την παροχή υπηρεσιών εκτύπωσης εντύπων με λογότυπο "..." κατ' εντολή ... για τα καταστήματα "Κ.", στην αλυσίδα των οποίων εντάσσεται και η επιχείρηση "... Ε. Ε.", υπολογίζοντας το κόστος των προαναφερομένων υπηρεσιών στο ποσό των 2.500 ευρώ και πλέον ΦΠΑ 23% σε 3.075 ευρώ, το οποίο (τιμολόγιο) ήταν πλαστό, καθότι η τεθείσα σφραγίδα σ' αυτό ήταν ψεύτικη, αφού αναγραφόταν λανθασμένα στο λογότυπο αυτής το όνομα της εγκαλούσας "Κ." αντί του ορθού "Κ." και ψεύτικες δραστηριότητες αυτής "εκτυπώσεις και τυπώματα", ενώ η αποκλειστική δραστηριότητα της ανωτέρω ήταν οι δακτυλογραφήσεις, φωτοτυπίες, φαξ και πλαστικοποιήσεις, στο τέλος δε του επίδικου τιμολογίου έθεσαν κατ' απομίμηση πλαστή μονογραφή της εγκαλούσας, β) την 24-5-2012 νόθευσαν το σώμα της έγκυρης κατά τα λοιπά δίγραμμης επιταγής με αριθμό ...66-9 εκδοθείσας στην …..από τον υπ' αριθμ....05776 λογαριασμό της ...
Α, Ε. στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε. εις διαταγήν Κ. Α. - Τ. του Π., θέτοντας στο σημείο της οπισθογράφησης πλαστό αποτύπωμα σφραγίδας της επιχείρησης της εγκαλούσας με στοιχεία "Β. Κ. Π. Α. - Τ. ΔΑΚΤΥΛΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΦΩΤΟΑΝΤΙΓΡΑΦΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΕΣ, ..., ΑΦΜ ...434 Δ.Ο.Υ. ... ΤΗΛ. 210/...02", καθώς και απομίμηση της μονογραφής της σ' αυτή και στη συνέχεια, προέβησαν στη χρήση του ως άνω πλαστού και νοθευμένου εγγράφου, υποβάλλοντας το μεν πρώτο στην ..., προκειμένου να εισπράξουν το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, εμφανίζοντας δε τη δεύτερη νοθευμένη επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα, προκειμένου να επιτύχουν την εξόφλησή της από τους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και από κοινού για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθηκαν τα περιστατικά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο εξ ολοκλήρου παραπέμπει το σκεπτικό. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται παντελώς η θέση του Δικαστηρίου επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος που προτάθηκε και αναπτύχθηκε στο ακροατήριο, καταχωρήθηκε δε και στα πρακτικά της δίκης περί εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού της πρώτης εξακολουθητικής πράξης του εγκλήματος της πλαστογραφίας για την οποία κατηγορήθηκε και καταδικάσθηκε και παραγραφής του αδικήματος του 8 ν.4337/2015, όπως ορθώς έπρεπε να ασκηθεί η ποινική δίωξη, δεδομένου ότι, κατά τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας και περιελήφθησαν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η πράξη αυτή για την κατάρτιση εξ υπαρχής πλαστού φορολογικού στοιχείου (τιμολογίου - δελτίου αποστολής) αντιπροσωπεύει μεν πραγματική εμπορική συναλλαγή, συνιστά δε περίπτωση φοροδιαφυγής που προβλέπεται από τον ανωτέρω νόμο και όχι πλαστογραφία του άρθρου 216 Π.Κ.
Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν και παρέλειψε εντελώς να απαντήσει επ' αυτού, με συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να ιδρύεται ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Α' και Δ' του Κ.Ποιν.Δ.
περί απόλυτης ακυρότητας και ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι από την μη απάντηση επί των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρόσβαλε τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος και του στέρησε το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Οι από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Α'και Δ' γενόμενοι δεκτοί λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά και στο πρόσωπο του συγκαταδικασθέντα ως συναυτουργού Ο.
Π. του Ι., ο οποίος δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης πρέπει, κατ' άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ., να επεκταθεί και στον ως άνω ωφελούμενο συγκατηγορούμενο, ο οποίος καταδικάσθηκε για την υπόψη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από κοινού με τον αναιρεσείοντα με την ίδια ποινή, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αναιρουμένης της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 519 Κ.Ποιν.Δ. για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως, εκδικαζομένης πλέον στο πλαίσιο της διατάξεως 216 παρ.1 του ισχύοντος από 1.7.2019 Ποινικού Κώδικα ως επιεικεστέρας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.ΖΤ641/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης και στον καταδικασθέντα συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Ο. Π. του Ι., κάτοικο ....
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συγκροτουμένου όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ