1832/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Γεώργα (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 169/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1832/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τελευτ. του ν.3251/2004, και αφετέρου η εις το ακροατήριο διατυπωθείσα αίτησή του για άρση της σε βάρος του προσωρινής κράτησης για το λόγο ότι έχει γνωστή διαμονή και δεν είναι ύποπτος φυγής και να εξεταστούν και κατ’ ουσίαν.
Full text
Απόφαση 1832 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1832/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Γεώργα (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 169/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει α) την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Μ. Ζ. του Σ. και Μ., Έλληνα υπηκόου, που γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 18.6.1974, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος εμφανίσθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρίστου Μυλωνόπουλου, κατά της υπ’ αριθμ. 115/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την αίτηση άρσης προσωρινής του κράτησης.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 11.10.2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εξέδωσε ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας βάσει του υπ’ αριθ. 749/3.10.2016 εντάλματος σύλληψης του ίδιου Δικαστή αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 15161/16 (Κακουργιοδικείο) ποινική υπόθεση (ποινικός φάκελος Σ’ 638/2016 ΤΑΕ Λευκωσίας), προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη στην Κύπρο κατά του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 13/08.11.2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμούς .../2016.
Προκείμενης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να αναβληθεί η εκδίκαση της εφέσεως αυτής για την δικάσιμο της 27.1.2017 προκειμένου να συγκεκριμενοποιηθεί η αόριστη κατηγορία και σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει δεκτό να απορριφθεί η παραπάνω έφεση του εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης...", προκύπτει ότι "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στην έκθεση αυτή, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς, η κρινομένη υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως …08.11.2016 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 115/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του από 11.10.2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εξέδωσε ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας βάσει του υπ’ αριθ. 749/3.10.2016 εντάλματος σύλληψης του ίδιου Δικαστή αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 15161/16 (Κακουργιοδικείο) ποινική υπόθεση (ποινικός φάκελος Σ’ 638/2016 ΤΑΕ .
Λευκωσίας), κατά του εκκαλούντος Μ. Ζ. του Σ. και Μ., Έλληνα υπηκόου, που γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 18.6.1974, κατόχου του Δ.Α.Τ. με αριθμό ... εκδοθέντος στο Α.Τ. ... Αττικής και με Α.Φ.Μ. ... - Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, παραπονούμενου για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, ασκήθηκε ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, νομίμως και εμπροθέσμως (αυθημερόν, ήτοι ημερομηνία δημοσίευσης 8.11.2016 - ημερομηνία άσκησης 8.11.2016), και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Επί της ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίας εκδικάσεως της εφέσεως του εκζητουμένου, κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, ο Άρειος Πάγος επιλαμβάνεται και δικάζει σε Συμβούλιο την ασκηθείσα έφεση ως δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο και όχι ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν προβλέπεται από τη σχετική διάταξη του άρθρου 22 του ν.3251/2004, αλλά ούτε και από τις σχετικές περί εκδόσεως ή τις γενικές περί ασκήσεως εφέσεως διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ., η άσκηση προσθέτων λόγων επί της ασκηθείσας εφέσεως.
Επομένως, οι σχετικοί από 16.11.2016 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του εκκαλούντος, που κατατέθηκαν απ’ αυτόν με το υπό την αυτή χρονολογία υπόμνημά του στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 18.11.2016, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Πρέπει, επίσης, να συνεκδικαστούν αφενός η, με το από 21.112016, με ξεχωριστό δικόγραφο, από τον ως άνω εκζητούμενο, ασκηθείσα αίτηση, προς το Συμβούλιο αυτό, για άρση της σε βάρος του προσωρινής κράτησης, η οποία έχει επιβληθεί σε αυτόν σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης του άνω Συμβουλίου Εφετών, για το λόγο ότι η συνεχιζόμενη κράτησή του από 19.10.2016 που συνελήφθη, είναι παράνομη, καθόσον έχει υπερβεί το προβλεπόμενο όριο που ορίζει το άρθρο 15 παρ. 3 εδ.
τελευτ. του ν.3251/2004, και αφετέρου η εις το ακροατήριο διατυπωθείσα αίτησή του για άρση της σε βάρος του προσωρινής κράτησης για το λόγο ότι έχει γνωστή διαμονή και δεν είναι ύποπτος φυγής και να εξεταστούν και κατ’ ουσίαν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία, με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοση του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος, αρμοδία δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτελέσεως του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, ο οποίος κατά το άνω άρθρο 22 μπορεί να ασκήσει έφεση κατ’ αυτής.
Προϋπόθεση της εκτέλεσης του εντάλματος, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης, η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Το ευρωπαϊκό ένταλμα, περαιτέρω, εκτελείται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως και 13 του ανωτέρω νόμου. Στο άρθρο 11 του Ν.3251/2004 ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος συλλήψεως αρνείται την εκτέλεση αυτού, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν, ζ) το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά το ελληνικό ποινικό νόμο, ότι τελέσθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο και η) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.
Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ’ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, ενώ, τέλος, με το άρθρο 12 καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας.
Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς.
Έτσι με βάση το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004).
Η απαγόρευση της εκδόσεως ή παραδόσεως των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν προκύπτει από το Σύνταγμα, ούτε έχει πλέον σήμερα κανένα λόγο υπάρξεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η απαγόρευση του άρθρου 438 περ. α’ του ΚΠοινΔ, καθόσον η ρύθμιση του νέου νόμου είναι ειδική και στους κύκλους της τελευταίας (Ε.Ε.) έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών αρχές αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στηρίξεως της απαγορεύσεως, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει για αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως για την άσκηση ποινικής διώξεως, οι κανόνες για την παράδοση των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος ορίζονται και οριοθετούνται από τις διατάξεις του άρθρου 11 στοιχ. ζ’ και η’ του Ν. 3251/2004, από τις οποίες προκύπτει ότι α) αν το ένταλμα αφορά πράξη που έχει τελέσει ο ημεδαπός εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της ελληνικής επικρατείας, δεν μπορεί να εκτελεστεί το ένταλμα, ανεξάρτητα μάλιστα αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα β) αν το ένταλμα αφορά πράξη που έχει τελεστεί εξ ολοκλήρου στην αλλοδαπή και υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών με βάση τα άρθρα 6 ή 8 ΠΚ, τότε και πάλι δεν μπορεί να εκτελεστεί το ένταλμα αν ο ημεδαπός διώκεται για την ίδια πράξη στην Ελλάδα.
Αν δεν έχει ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη εκδίδεται με την ανωτέρω επιφύλαξη της διαμεταγωγής του στην Ελλάδα προς έκτιση της ποινής που τυχόν θα του επιβληθεί από το κράτος εκδόσεως του εντάλματος, ενώ και η διασφάλιση της "διαμεταγωγής" του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που τυχόν θα του επιβληθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, δεν προϋποθέτει "εγγύηση" αναγκαίως δικαστικής Αρχής, αλλ’ "εγγύηση" της αρμοδίας αλλοδαπής Αρχής.
Τέλος, κατά το άρθρο 16 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, "Τόπος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε, ή σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε, σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα".
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 115/2016 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 11.10.2016 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εξέδωσε ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας βάσει του υπ’ αριθ. 749/3.10.2016 εντάλματος σύλληψης του ίδιου Δικαστή αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 15161/16 (Κακουργιοδικείο) ποινική υπόθεση (ποινικός φάκελος Σ’ 638/2016 ΤΑΕ Λευκωσίας), κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου Μ. Ζ. του Σ. και Μ., που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 1974 και κατοικεί στην ..., προκειμένου ο ως άνω εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον των δικαστικών αρχών που εξέδωσαν το ένταλμα με σκοπό την άσκηση εναντίον του ποινικής δίωξης και την επιβολή ποινής μετά από τυχόν καταδικαστική απόφαση για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία με μεταξύ των οποίων το άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τα πρακτικά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, τα οποία ανεγνώσθησαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσαν ο εκζητούμενος προφορικά στο ακροατήριο, και από όσα εξέθεσε ο συνήγορος αυτού προφορικά και με το υποβληθέν υπόμνημα ως και από τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Εφετείου και του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύονται ακόλουθα: Ο εκζητούμενος Μ. Ζ. του Σ. και Μ., που γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 1974, Έλληνας υπήκοος και κάτοικος ..., κατηγορήθηκε από τις Κυπριακές δικαστικές αρχές και για την εξής πράξη, ως προς την οποία εκκαλεί: νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες [άρθρα 2, 3, 4(Ι)(α) (iii) (2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(1)/07 και το άρθρο 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154], που επισύρει στερητική της ελευθερίας ποινή δέκα τέσσερα (14) έτη.
Ειδικότερα, οι συνθήκες τελέσεως της πράξεως αυτής περιγράφονται με πληρότητα στο υπό εκτέλεση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η περιγραφή δε αυτή έχει ως εξής: "Ο εκζητούμενος μαζί με τον Α. Β., σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουνίου 2013 έως Δεκέμβριο 2013, στη "..., συνήργησε με τον Χ. Χ. και Α. Χ. και συγκάλυψαν την αληθή φύση και πηγή σε σχέση με το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ενώ γνώριζε ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της διαφθοράς, δεκασμού και ενεργού δωροληψίας οικείων αξιωματούχων, που περιγράφονται στην 1η, 3η, 8η, 10η και 21η κατηγορία, δηλαδή ετοίμασαν εικονικά και ετεροχρονισμένα έγγραφα, ήτοι συμβόλαιο παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και απόδειξη είσπραξης, τα οποία παρουσίασαν στις ανακριτικές αρχές, όπως και χειρόγραφα έγγραφα συμβουλευτικών υπηρεσιών (σημειώνεται ότι η κατά τα άνω περιγραφή γίνεται στο τέλος της πέμπτης σελίδας του υπό κρίση εντάλματος και στο Παράρτημα Β’ αυτού υπό τους τίτλους "ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ - Εικοστή Ένατη Κατηγορία - ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ")".
Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως (11.10.2016), ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστού που το εξέδωσε [Σ. Χ.], και εκδόθηκε βάσει του από 3.10.2016 εκδοθέντος από το Επαρχιακό Δικαστήριο ...ς δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του νόμου 3251/2004 και συγκεκριμένα:
α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία του τοπικού εντάλματος σύλληψης (από 3.10.2016 δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας), στο οποίο βασίστηκε η έκδοση του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δ) τη φύση, το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος που αποδίδεται στον εκζητούμενο και το πλαίσιο των ποινών που προβλέπονται γι’ αυτή κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη, στ) το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος.
Επομένως, το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν.3251/2004 και ειδικότερα αναφέρθηκαν παραπάνω, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ.1 του Συντάγματος και τους όρους της τυπικής νομιμότητας αυτού, κατά τις διατάξεις του ν. 3251/2004.
Περαιτέρω, η ανωτέρω περιγραφόμενη αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορά το προς εκτέλεση ένταλμα, και ως προς την οποία ο εκζητούμενος εκκαλεί: προβλέπεται, από την Κυπριακή Ποινική Νομοθεσία και συγκεκριμένα από τις νομικές διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4(Ι)(α) (iii) (2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(1)/07 και το άρθρο 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, τιμωρούμενη με στερητική της ελευθερίας ποινή δέκα τέσσερα (14) έτη, ανήκει δε σε εκείνες για τις οποίες, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 περ.
θ’ του ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, χωρίς έλεγχο του διττού του αξιοποίνου και με μόνη την προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, τουλάχιστον τριών ετών, σε κάθε δε περίπτωση και κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο, η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο που αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες συνιστά, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 2 στοιχ.
β’ , 3 στοιχ. γ’ και 45 παρ. 1 στοιχ. β’ του ν.3691/2008, την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τιμωρούμενη, με ποινή κάθειρξης μέχρι είκοσι (20) έτη και με χρηματική ποινή. Η εγκληματική συμπεριφορά του εκζητουμένου, για την οποία διατάχθηκε η έκδοση, εκδηλώθηκε, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο (που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του υπό κρίση Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης), κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο μέχρι και Δεκέμβριο 2013, στην ...
της Κύπρου, όπου αυτός και οι συνεργοί του προέβησαν στην συγκάλυψη από τους ετέρους συγκατηγορουμένους του της αληθούς φύσης και πηγής σε σχέση με το παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενο ποσό των 1.000.000 ευρώ και την εμφάνιση αυτού ως αμοιβής για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, ενώ γνώριζε ότι το ποσό αυτό αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της διαφθοράς, του δεκασμού και της ενεργούς δωροληψίας Κυπρίων αξιωματούχων, και συγκεκριμένα με την ετοιμασία κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα εικονικών και ετεροχρονισμένων εγγράφων, ήτοι συμβολαίου παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και απόδειξης είσπραξης του εν λόγω ποσού, τα οποία παρουσίασαν στις ανακριτικές αρχές, καθώς και χειρογράφων εγγράφων συμβουλευτικών υπηρεσιών, ώστε τόπος τελέσεως της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα [άρθρα 2, 3, 4(Ι)(α) (iii) (2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(1)/07 και το άρθρο 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154] που επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας δεκατεσσάρων (14) ετών, είναι αποκλειστικά η Κύπρος.
Συνεπώς το άνω ένταλμα περιέχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επιτρεπτού της εκδόσεως του εντάλματος, συντρέχουν δε οι προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του ιδίου νόμου προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεσή του, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του αυτού νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητος να απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος. Εξάλλου κατά του εκζητουμένου δεν προκύπτει, ούτε ό ίδιος επικαλείται, ότι έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ούτε ότι διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση, για την βεβαίωση της από τις ελληνικές Αρχές.
Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος ως προς την άνω πράξη ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι με την κρινόμενη έφεσή του προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και οι συναφείς λόγοι εφέσεως του εκκαλούντος - εκζητουμένου. IV.
Ειδικότερα, ο εκκαλών - εκζητούμενος ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο εφέσεως ότι η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος συλλήψεως εμποδίζεται από το γεγονός ότι τόπος τελέσεως του εγκλήματος (ουσιαστικά η καταβολή του ποσού του 1.000.000 ευρώ), για το οποίο ζητείται και διετάχθη η έκδοση είναι Ελλάδα και συγκεκριμένα το Μαρούσι Αττικής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στο ένδικο ένταλμα συλλήψεως, στο οποίο γίνεται λεπτομερής περιγραφή των ενεργειών που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία διώκεται ο εκκαλών, ρητά αναφέρεται ως τόπος τελέσεως η Κύπρος και ειδικότερα η πόλη της .... Δηλαδή η εγκληματική συμπεριφορά του εκκαλούντος εκδηλώθηκε στην Κύπρο, όπου και επήλθε και το εγκληματικό αποτέλεσμα, στην δε περιγραφή των συνθηκών τελέσεως της ως άνω πράξεως που γίνεται εν συνεχεία στο παραπάνω έγγραφο (κατάρτιση εικονικών και ετεροχρονισμένων εγγράφων και παρουσίαση αυτών ενώπιον των αρμοδίων Κυπριακών Αρχών) ρητά αναφέρεται ως τόπος τελέσεως αυτών η ... της Κύπρου. Ενόψει όλων αυτών και του ότι η πράξη αυτή δεν φέρεται τελεσθείσα στην Ελλάδα αλλά στη Κύπρο, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκζητουμένου και την εκτέλεση του αναφερομένου εντάλματος.
Ορθώς, επομένως, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ομοίως και ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πράξη για την οποία διατάχθηκε η έκδοσή του τελέστηκε στην Ελλάδα πρέπει να απορριφθεί. Με τον δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται ότι το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την έκδοσή του παρά το γεγονός ότι τόσο το έγκλημα της ενεργητικής δωροδοκίας όσο και της νομιμοποιήσεως του εξ αυτής προϊόντος, έχουν υποκύψει σε παραγραφή, καθόσον τόσον οι πράξεις της ενεργητικής και παθητικής δωροδοκίας όσο και η δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών ήσαν στις 27.07.2007 πλημμελήματα, η δε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι επίσης πλημμέλημα, εφόσον η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι (όπως εν προκειμένω) φυλάκιση, σύμφωνα με το άρθρ. 45 παρ. 1 στοιχ.
στ’ ) του ν. 3691/2008. Σημειωτέον ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η πράξη της νομιμοποιήσεως του ως άνω ποσού τελέσθηκε μεταγενέστερα (έτος 2013), και πάλιν εφαρμοστέα τυγχάνει η επιεικέστερη διάταξη του άρθρ. 45 παρ. 1 στοιχ. στ’ ) του ν. 3691/2008, διότι άλλως παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή n.c.n.p.s.l. (άρθρ. 7 παρ. 1 Συντ.
και 7 ΕΣΔΑ). Περαιτέρω δε ότι η δωροδοκία (καταβολή του ποσού του 1.000.000 ευρώ) κατά τον χρόνο τέλεσης (27.7.2007) δεν ήταν βασικό έγκλημα για την θεμελίωση του εγκλήματος της νομιμοποίησης, αλλά θεσπίστηκε ως βασικό μετά την τέλεση αυτού με το άρθρο 3 του Ν.3691/2008, και κατά συνέπειαν η πράξη αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση για θεμελίωση του εγκλήματος της νομιμοποίησης όταν μάλιστα αυτή πραγματώθηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στό Μαρούσι Αττικής και έχει παραγραφεί.
Τα αδικήματα της διαφθοράς, δεκασμού και ενεργούς δωροληψίας οικείων (Κυπρίων) αξιωματούχων, έσοδο των οποίων αποτελούσε το ποσό των 1.000.000 ευρώ, του οποίου από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του ο εκζητούμενος φέρεται ότι συγκάλυψε την αληθή φύση και πηγή (νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα), συνιστούν κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), το οποίο αποτελεί βασικό αδίκημα τόσο κατά τον ισχύοντα ν.3691/2008 όσο και υπό το προηγούμενο καθεστώς του ν.2331/1995, όπως τροποποιήθηκε από το ν.3424/2005.
Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση εφαρμόζεται το στοιχείο η’ της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν.3691/2008, σύμφωνα με το οποίο, οι διατάξεις του στοιχείου στ’ (που προβλέπουν πλημμεληματική μεταχείριση του υπαιτίου του ξεπλύματος, αν η προβλεπόμενη ποινή για το βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση) δεν ισχύουν στα βασικά αδικήματα που αναφέρονται στο στοιχείο β’ του ίδιου άρθρου, στα οποία περιλαμβάνεται εκείνο της παθητικής δωροδοκίας, ως εν προκειμένω.
Τέλος, η εξάλειψη του αξιοποίνου του βασικού αδικήματος λόγω παραγραφής δεν επηρεάζει το αξιόποινο της πράξης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (άρθρο 45 παρ. 3 Ν. 3691/2008). Επομένως, τυχόν παραγραφή του βασικού αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας δεν επηρεάζει το αξιόποινο της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα εν προκειμένω.
Εν πάσει περιπτώσει όμως το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για το οποίο διατάχθηκε η έκδοση, κατά το Ελληνικό δίκαιο δεν έχει παραγραφεί, καθόσον φέρεται τελεσθέν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου 2013 και Δεκεμβρίου 2013 και ως εκ τούτου, και αν ακόμη κριθεί ότι είναι πλημμέλημα, δεν έχει παρέλθει από την τέλεσή του πενταετία.
Ως εκ περισσού κατά το Κυπριακό δίκαιο δεν τίθεται θέμα παραγραφής ούτε του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ούτε των βασικών αδικημάτων. Απορριπτέοι επομένως τυγχάνουν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι εφέσεως με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Με τον τέταρτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται ότι το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την έκδοσή του, καίτοι η πράξη του αυτή, για την οποία διώκεται, καλύπτεται από δεδικασμένο της Κυπριακής Πολιτείας, αφού, όπως προκύπτει με την υπ’ αριθμ. υπόθεσης 793/27.10.2014 καταδικαστική και αμετάκλητη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οι κατηγορούμενοι α) ... ..., β) Χ.
Χ. κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη της ψευδούς δηλώσεως κατά παράβαση των άρθρ. 49 (1) (α) του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Κυπριακού νόμου 1978 και 20 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που τέλεσαν οι εκεί κατηγορούμενοι δια της μη δήλωσης του ποσού του 1.000.000 Ευρώ κατά την υποβολή φορολογικών δηλώσεων κατά τα έτη 2008-2010, η εναντίον δε αυτού κατηγορία στηρίζεται στη μεταφορά του εν λόγω ποσού από το λογαριασμό της ....
στην Ελλάδα (Αθήνα) στο λογαριασμό Νο ... της εταιρείας ... .... Στην προκείμενη περίπτωση, πέραν του ότι η εν λόγω αμετάκλητη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ...ς δεν υπεισέρχεται στη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες εισπράχθηκε το εν λόγω ποσό, ούτε συνιστά παραδοχή περί (δήθεν) προέλευσης του μη δηλωθέντος εισοδήματος από νόμιμη δραστηριότητα, δεν αφορά στον εκζητούμενο, ο οποίος δεν έχει δικασθεί (ούτε ασφαλώς καταδικασθεί) αμετακλήτως για την ως άνω πράξη στην Κύπρο, και επομένως δεν συντρέχει λόγος άρνησης της εκτέλεσης του εντάλματος, κατ’ άρθρο 11 περίπτωση β’ του Ν.3251/2004 (αμετάκλητη καταδίκη του εκζητούμενου για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση) ή κατ’ άρθρο 12 περίπτωση γ’ του Ν.3251/2004 (αμετάκλητη εκδίκαση του εκζητούμενου για την αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης.
Απορριπτέος επομένως τυγχάνει ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος εφέσεως με τον οποίου ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται ότι το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την έκδοσή του παρά το ότι για την ίδια πράξη της νομιμοποίησης αυτός διώκεται στην Ελλάδα, αφού διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και σε βάρος του γι’ αυτή μετά από συγκεκριμένη παραγγελία (5716/22.7.2016) της κας Εισαγγελέως του ΑΠ, που διέταξε την ανάσυρση της σχετικής δικογραφίας από το αρχείο.
Όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του ίδιου του εκζητουμένου η σχηματισθείσα εις βάρος του δικογραφία στην Ελλάδα ευρίσκεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης κατόπιν ανάσυρσής της από το αρχείο. Όμως η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες από τον εκζητούμενο στην Ελλάδα δεν συνιστά "δίωξη" και συνεπώς ο ανωτέρω εκζητούμενος ημεδαπός δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου του άρθρου 11 στοιχ.
η’ του ν. 3251/2004, για αυτό και τα περί του εναντίου, με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως, προβαλλόμενα είναι αβάσιμα. Ακολούθως με τον έκτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται επειδή το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την έκδοσή του παρά το ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης στην Κύπρο αφού: 1) επιλεκτικά οι δικαστικές αρχές στις 30.9.2016 δεν δέχθηκαν να εκπροσωπηθεί σ’ αυτές από δικηγόρο αλλά απαίτησαν την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του και 2) δεν πρόκειται να εξασφαλισθεί η αμεροληψία του δικαστηρίου μετά από σειρά επιθετικών σε βάρος του δημοσιευμάτων από τον Κυπριακό τύπο.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναφορικά με την αντιμετώπιση της υπόθεσής του από τις κυπριακές δικαστικές αρχές δεν εμπίπτουν στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 στοιχ. ε’ του Ν.3251/2004, κατά το οποίο η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης απαγορεύεται αν αυτό έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας. Η απαίτηση των Κυπριακών Δικαστικών Αρχών προσωπικής παρουσίας του εκζητουμένου κατά την προδικασία και ο αρνητικός εκ μέρους του Κυπριακού Τύπου σχολιασμός της συμπεριφοράς του εκζητουμένου χωρίς συγχρόνως να προκύπτει ότι σ’ αυτή την επιθετική εκστρατεία σε βάρος του συμμετέχουν καθοιονδήποτε τρόπο μέλη της Δικαστικής Αρχής δεν συνιστά λόγο μη έκδοσης.
Ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε με την ίδια αιτιολογία τον ως άνω ισχυρισμό και επομένως απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός λόγος εφέσεως. Τέλος, με τον έβδομο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται επειδή το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την έκδοσή του παρά το ότι το κατηγορητήριο για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η έκδοσή του είναι αόριστο.
Στην προκείμενη περίπτωση η περιγραφή της κατηγορίας, για την οποία διατάχθηκε η έκδοση, περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τυποποιημένη εκείνη πράξη που συνιστά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με το άρθρ. 2 παρ. 2 περ.β του ν.3691/2008 και συγκεκριμένα αναφέρει τον τόπο τελέσεως της πράξεως (...), τον χρόνο τελέσεως αυτής (το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου του έτους 2013 και Δεκεμβρίου 2013), τη μορφή συμμετοχής του (συνήργησε με τον Α.
Β.), και περιγράφει την πράξη της νομιμοποίησης του ποσού των 1.000.000 ευρώ ως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που συνίσταται στην ετοιμασία εικονικών και ετεροχρονισμένων εγγράφων, ήτοι συμβολαίου περί παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού και χειρογράφων εγγράφων περί της υποτιθέμενης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, καθώς και στην παρουσίαση αυτών (εγγράφων) στις ανακριτικές αρχές.
Περαιτέρω, αποδίδεται σ’ αυτόν (εκζητούμενο) για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, τόσο η γνώση της αξιόποινης προέλευσης των εσόδων όσο και η γνώση του δράστη της αξιόποινης, πράξης από την οποία προήλθαν τα έσοδα και συγκεκριμένα αφενός η γνώση ότι αυτό το ποσό δεν αφορούσε στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από την ... ...
προς την ..., αλλά αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων της διαφθοράς, δεκασμού και ενεργού δωροληψίας οικείων αξιωματούχων, που περιγράφονται στην 1η, 3η, 8η, 10η και 21η κατηγορία του ιδίου εντάλματος και αφετέρου, από ο σκοπός συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της σχετικής περιουσίας (1.000.000 ΕΥΡΩ).
Ορθώς, επομένως, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ομοίως και ο έβδομος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν καθορίζεται ικανοποιητικά στο ευρωπαϊκό ένταλμα με ποιόν τρόπο ο εκζητούμενος διέπραξε την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον o τρόπος περιγραφής του ως άνω εγκλήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ελλιπής και αόριστος, ουδένα κίνδυνο δε εγκυμονεί για τον εκζητούμενο όσον αφορά στην ακριβή περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος που πρέπει να γνωρίζει και δεν είναι αναγκαία άλλα στοιχεία, η περαιτέρω συμπλήρωση των οποίων μπορεί να γίνει από την αιτούσα δικαστική αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως.
Ειδικότερα, δεν απαιτείται για την πληρότητα της περιγραφής της ως άνω πράξης στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται ποια ήταν τα "εικονικά και ετεροχρονισμένα έγγραφα", τι ανέγραφε το "συμβόλαιο παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών", ποιος το κατάρτισε, υπό ποιες περιστάσεις, αν το γνώριζε ο εκζητούμενος, τι ανέγραφε η "απόδειξη είσπραξης" και ποιό περιεχόμενο είχαν τα "χειρόγραφα έγγραφα συμβουλευτικών υπηρεσιών", όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο εκζητούμενος και με τον έβδομο λόγο εφέσεως επανέφερε.
Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη έφεση, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.). Περαιτέρω όσον αφορά α) στην υποβληθείσα από 21.11.2016 αίτηση του εκζητουμένου για το λόγο ότι από την σύλληψή του (17.11.2016) παρήλθαν τριάντα ημέρες και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3251/2004, έπρεπε να έχει αφεθεί ελεύθερος, δηλαδή αυτός προβάλλει αντιρρήσεις κατά της κράτησής του και έμμεσα ζητά την άρση αυτής και β) στην εις το ακροατήριο διατυπωθείσα αίτηση του εκζητουμένου για άρση της σε βάρος του προσωρινής κράτησης για το λόγο ότι έχει γνωστή διαμονή και δεν είναι ύποπτος φυγής, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3251/2004 "Για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης" προκύπτει ότι η σύλληψη του εκζητουμένου με βάση την καταχώρηση στο Σύστημα Πληροφοριών Σέγκεν και η κράτηση αυτού μπορεί να διαρκέσει μόνο δεκαπέντε ημέρες εντός των οποίων πρέπει να παραληφθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (εφεξής ΕΕΣ), με το οποίο πλέον ως διωκτικό τίτλο συνεχίζεται η προσωρινή κράτηση μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο Εφετών.
Η προθεσμία αυτή των δεκαπέντε ημερών μπορεί να παραταθεί μέχρις τριάντα ημέρες με απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών. Σε περίπτωση που το ΕΕΣ δεν παραληφθεί εντός της παράτασης αυτής, δηλαδή εντός τριάντα ημερών από την σύλληψη, τότε ο εκζητούμενος αφήνεται ελεύθερος με εντολή του Εισαγγελέα Εφετών. Και στην περίπτωση αυτή αν παραληφθεί το ΕΕΣ εντός του νέου δεκαπενθημέρου της παράτασης συνεχίζεται με αυτό η προσωρινή κράτηση μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο Εφετών.
Η προσωρινή αυτή κράτηση στην συνέχεια κρίνεται από το Συμβούλιο Εφετών μαζί με την κρίση του για το αίτημα έκδοσης, που έχει την δυνατότητα είτε να διατάξει την συνέχιση αυτής είτε την αντικατάστασή της με περιοριστικούς όρους (ΑΠ 1097/2011). Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 3 του Ν.3251/2004 "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αποφαίνεται και για την κράτηση ή μη του εκζητουμένου ή την επιβολή περιοριστικών όρων".
Τέλος οι αντιρρήσεις του εκζητουμένου για την κράτησή του, την άρση ή την αντικατάσταση αυτής με περιοριστικούς όρους, που υποβλήθηκαν μετά την έφεσή του κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε την έκδοσή του και την συνέχιση της κράτησής του, κρίνονται από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου : α) μαζί με την έφεσή του αν υποβλήθηκαν στο ακροατήριο και η σχετική υπόθεση αναβλήθηκε και β) πριν την εκδίκαση της έφεσης αν από την ημέρα υποβολής των αντιρρήσεων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης μεσολαβεί σημαντικό χρονικό διάστημα.
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό στοιχ. α’ αίτηση αυτή του εκκαλούντα εκζητούμενου είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, επειδή αυτός: α) συνελήφθη μόνο με το παραπάνω ΕΕΣ και όχι με βάση το Σύστημα Πληροφοριών Σέγκεν, όπως αυτός επικαλείται και β) το ίδιο Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την έκδοσή του και την διατήρηση της προσωρινής του κράτησης στις 8.11.2016, δηλαδή εντός της προθεσμίας των 60 ημερών από την σύλληψη που επιτάσσει το άρθρο 21 του Ν.3251/2004.
Περαιτέρω και η εις το ακροατήριο διατυπωθείσα υπό στοιχ. β’ αίτηση του εκζητουμένου για άρση της σε βάρος του προσωρινής κράτησης για το λόγο ότι έχει γνωστή διαμονή και δεν είναι ύποπτος φυγής, της οποίας (κράτησης) διατάχτηκε η περαιτέρω συνέχιση με την εκκαλούμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται υποβολή σχετικού αιτήματος, με αυτοτελή αίτηση ή με άλλον τρόπο, ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, όταν αυτό καλείται να δικάσει έφεση κατά απόφασης συμβουλίου εφετών, που αποφάσισε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αποφάνθηκε για την κράτηση ή μη του εκζητούμενου, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 3251/2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την 13/8.11.2016 έφεση του Μ. Ζ. του Σ. και Μ., Έλληνα υπηκόου, που γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 18.6.1974, κατόχου του Δ.Α.Τ. με αριθμό ... εκδοθέντος στο Α.Τ. ... Αττικής και με Α.Φ.Μ. ... - Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, κατά της απόφασης 115/2016 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η εν μέρει εκτέλεση του από 11.10.2016 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εξέδωσε ο Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας βάσει του υπ’ αριθ. 749/3.10.2016 εντάλματος σύλληψης του ίδιου Δικαστή αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 15161/16 (Κακουργιοδικείο) ποινική υπόθεση (ποινικός φάκελος Σ’ 638/2016 ΤΑΕ Λευκωσίας).
Απορρίπτει τα αιτήματα του εκκαλούντος για άρση της προσωρινής κράτησης αυτού. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ