Legislator Case Law & Legislation
1832/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting donation revocation due to ingratitude based on eviction and winter storage.

Case Number 1832/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to revoke a donation due to ingratitude. The donor had evicted the donee and forced her to live in a warehouse during winter, constituting severe ingratitude under Article 505 of the Civil Code. The court found the lower court's reasoning sufficient and rejected arguments regarding the nature of the gift or evidence evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505, 512 of the Civil Code; The court may revoke a donation due to ingratitude when the donee commits a serious offense against the donor, and the lower court's assessment of evidence is not subject to appellate review unless fundamental legal errors occur.

Keywords

AI generated
donation revocation ingratitude grounds eviction consequences appellate review standard civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 505 of the Civil Code
Article 512 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11g of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 544/2005
AP 190/1995
AP 1137/2001
AP 416/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1832 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Άρθρα 505, 512 ΑΚ. Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας. Έννοια αχαριστίας. Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας που δεν ανακαλούνται και έννοια αυτών. Δωρεά ακινήτου προσοδοφόρου με προφορική συμφωνία να έχει τις προσόδους του η δωρήτρια η οποία πώλησε τις ετήσιες προσόδους του και δεν υπέκυψε από λόγους ευπρέπειας στην αξίωση της δωρήτριας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, διότι ήθελε να πωλήσει η τελευταία για δικό της λογαριασμό τους καρπούς του ακινήτου. Εκδίωξη της δωρεοδόχου από το σπίτι που διέμενε και εξαναγκασμός της να διαμείνει για μία εβδομάδα στο μέσο του χειμώνα σε αποθήκη υπό άθλιες συνθήκες. Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας συντελέσθηκε εγκύρως από τη δωρήτρια. Δεν είχε χαρακτήρα δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου. Απορρίπτει λόγους αρ. 559 αρ.1, 19 και 11γ Κ.Πολ.Δικ.

Αριθμός 1832/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Φίλιο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πολιτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.1.2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 212/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.6.2010 αίτησή της και των από 27.9.2011 προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητα του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.

Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του με λόγο και έργο.

Η αδιαφορία προς τον έχοντα ανάγκη περίθαλψης δωρητή από το δωρεοδόχο είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα και παρέχεται γι'αυτό δικαίωμα στο δωρητή να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς, τέτοια υποχρέωση. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή (Α.Π. 109/2010, 1361/2007, 497/1977).

Κατά δε το άρθρο 509 του Α.Κ. η μονομερής και απευθυντέα δήλωση του δωρητή για ανάκληση της δωρεάς, η οποία είναι άτυπη και όταν αφορά ακίνητο, πρέπει να αναφέρει το παράπτωμα του δωρεοδόχου και επί αμφισβητήσεως από αυτόν τηw αλήθειας του λόγου ανακλήσεως της δωρεάς αποφασίζει το δικαστήριο (Α.Π. 457/1988). Περαιτέρω κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν".

Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ' αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα (Α.Π. 1060/1981, 530/1991).

Έτσι μόνες οι δηλώσεις στο συμβόλαιο της δωρεάς για παραίτηση του δωρητή από το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς και αναγνώρισή του ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον δεν είναι ικανές να αποτυπώσουν το νομικό χαρακτήρα της δωρεάς ή να παράσχουν πλήρη ως προς αυτόν το χαρακτήρα απόδειξη, ώστε να αποκλείεται να διαταχθεί εμμάρτυρη απόδειξη, ως τάχα αντίθετη με το περιεχόμενο δημόσιου εγγράφου (Α.Π. 128/1979, 968/2001).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν αυτές οι προϋποθέσεις ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή με εσφαλμένη ερμηνεία του, η παραβίαση δε κρίνεται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ. 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στη αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της αλήθειας του λόγου ανακλήσεως δωρεάς της προς την αναιρεσείουσα λόγω αχαριστίας της, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα με το .../30.8.1996 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιζάκη-Κατσούλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, δώρισε στην εναγομένη ανεψιά της, την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Γαλατάς του Δήμου Ν.

Κυδωνιάς Χανίων, στη θέση "Πηγάδια", έκτασης 21.810 τ.μ., που περιέχει ενενήντα έξι (96) ελαιόδεντρα, χίλιες (1000) πορτοκαλιές και μία ισόγεια παλαιά αγροικία, εμβαδού 100 τ.μ. με τη στήλη αέρος αυτής απεριόριστα σε ύψος, όπως αυτό κατά τα λοιπά περιγράφεται κατά σύνορα στο παραπάνω συμβόλαιο. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην ενάγουσα με βάση την 1826/79 απόφαση της Διεύθυνσης Γεωργίας του Ν.

Χανίων, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Κατά τα αναφερόμενα δε στο πιο πάνω δωρητήριο, η ενάγουσα προέβη στην εν λόγω δωρεά εν ζωή ψιλής κυριότητας σε ένδειξη στοργής και αγάπης παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία. Κατά την κατάρτιση της δωρεάς, η ενάγουσα ήταν άγαμη και άτεκνη, ηλικίας 68 ετών περίπου, διέμενε μόνιμα με τον αδερφό της και πατέρα της εναγομένης, Π.

Π., στην κατοικία που υπήρχε μέσα στο παραπάνω κτήμα, το οποίο και καλλιεργούσε. Η εναγομένη είναι κόρη του πιο πάνω αδελφού της και κατά το χρόνο εκείνο ήταν 17 χρόνων, μαθήτρια λυκείου και διέμενε μόνιμα στην Αθήνα με τη μητέρα της Ε. Π.. Κατά το διάστημα εκείνο είχαν αναπτύξει στενή σχέση και έτρεφαν ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης μεταξύ τους αποκαλώντας μεταξύ τους "μάνα" και "κόρη".

Η εναγομένη επισκεπτόταν την ενάγουσα στην Κρήτη από νεαρή ηλικία συχνά κατά τους θερινούς μήνες διαμένοντας μαζί της στην πιο πάνω οικία. Με το .../21.10.2004 συμβόλαιο της πιο πάνω συμβολαιογράφου η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί του πιο πάνω ακινήτου υπέρ της εναγομένης ανεψιάς της, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί αποκλειστική κυρία αυτού.

Η ενάγουσα προέβη στη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου αφενός μεν λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της με την εναγομένη αφετέρου δε λόγω της επιθυμίας της για αγορά διαμερίσματος στην Αθήνα από την εναγόμενη. Η τελευταία μάλιστα παρείχε και διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι αυτή θα εξακολουθήσει να διαμένει με τον πατέρα της στην πιο πάνω οικία, να εκμεταλλεύεται την παραγωγή των καλλιεργειών (πορτοκαλιών και ελαιοδένδρων) και να εισπράττει το τίμημα από την πώληση των προϊόντων για την κάλυψη των αναγκών τους, παρέχοντας σ'αυτούς τη φροντίδα της στο μέλλον, δοθέντος μάλιστα, ότι η ενάγουσα δεν κατείχε άλλο προσοδοφόρο περιουσιακό στοιχείο.

Η ενάγουσα συνέχισε πράγματι να κατοικεί με τον αδελφό της στην πιο πάνω οικία και να εκμεταλλεύεται το κτήμα, το οποίο καλλιεργούσε με την βοήθεια τρίτων συλλέγοντας τους καρπούς από ενενήντα έξι (96) ελαιόδεντρα και χίλιες (1000) πορτοκαλιές και διαπραγματευόμενη με τρίτους την πώληση της επί πλέον της παρακρατηθείσας για τις οικιακές ανάγκες της ποσότητας ελαιολάδου, καθώς και την ετήσια σοδειά των πορτοκαλιών εισπράττοντας το τίμημα για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της ιδίας και του αδελφού της.

Η ενάγουσα συνέχισε να στηρίζει ηθικά και οικονομικά την εναγομένη, που σπούδαζε την εποχή εκείνη σε πανεπιστήμιο στην Ιταλία καταθέτοντας σε τραπεζικό λογαριασμό το μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων της. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2006, οπότε αρχίζει περίοδος διαπραγμάτευσης της πώλησης της σοδειάς των πορτοκαλιών του πιο πάνω κτήματος.

Ωστόσο, η εναγομένη φάνηκε αχάριστη απέναντι στην ενάγουσα θεία της, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που κάθε άλλο παρά ευγνωμοσύνη έδειχνε. Συγκεκριμένα η εναγομένη επισκέφτηκε στις 7-1-2006 την ενάγουσα στο Γαλατά Χανίων με τη συνοδεία της αδελφής της μητέρας της και θείας της, Α. Τ., προκειμένου να της ανακοινώσει τον επικείμενο εντός σαράντα ημερών γάμο της με το Γ.

Α.. Στη συνάντηση εκείνη η εναγομένη ανέφερε στην ενάγουσα ότι, λόγω του επικείμενου γάμου της, αντιμετώπιζε αυξημένες οικονομικές ανάγκες, θα εισέπραττε η ίδια το τίμημα από τη σοδειά των πορτοκαλιών εκείνης της χρονιάς και ότι για το λόγο αυτό σκόπευε να προβεί σε διαπραγματεύσεις με έμπορο. Η ενάγουσα αιφνιδιάστηκε στην πιο πάνω είδηση του γάμου και εκδήλωσε τη στεναχώρια της στην εναγομένη, γιατί αυτή, παρότι η ενάγουσα την αντιμετώπιζε σαν πραγματική κόρη της δεν της είχε ανακοινώσει ένα τόσο σημαντικό γεγονός σε προγενέστερο χρόνο αλλά μόλις σαράντα ημέρες πριν το γάμο, που ήδη είχε προγραμματιστεί, δοθέντος μάλιστα ότι η εναγομένη είχε τελέσει εν αγνοία της προ διετίας πολιτικό γάμο.

Επίσης η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη ότι αυτοπροσώπως η ίδια ως προς τη σοδειά των πορτοκαλιών εκείνης τη χρονιάς (2006), όπως και τα προηγούμενα χρόνια, την είχε ήδη διαπραγματευθεί και πωλήσει στον έμπορο Κ., εισπράττοντας μάλιστα το ποσό των 3.500 ευρώ ως προκαταβολή και μέρος του συνολικού τιμήματος το έδωσε στον ανεψιό της, Α.

Π., προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει για την ανέγερση της οικίας του στο Γαλατά Χανίων. Η εναγομένη αντέδρασε στα πιο πάνω λεχθέντα από την ενάγουσα απαιτώντας από αυτή να ακυρώσει την πιο πάνω συμφωνία πώλησης επιστρέφοντας την προκαταβολή. Η ενάγουσα αρνήθηκε να ακυρώσει τη συμφωνία πώλησης, γιατί θα θιγόταν η αξιοπρέπεια της με την αθέτηση της υπόσχεσης στον παραπάνω έμπορο.

Κατά το πιο πάνω επεισόδιο ήταν παρών ο αδελφός της ενάγουσας και πατέρας της εναγομένης, η οποία χάνοντας τη ψυχραιμία της άρχισε να βρίζει την ενάγουσα με τις φράσεις "πουτάνα", "άντε γαμήσου" και "να φύγεις από το σπίτι και να μη σε ξαναδώ μπροστά μου", προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή της και επιδεικνύοντας αχάριστη συμπεριφορά προς το πρόσωπο της δωρήτριας της.

Η ενάγουσα προσβεβλημένη και εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς της εναγομένης αναγκάστηκε το ίδιο βράδυ να αποχωρήσει από το σπίτι και να διαμένει για το χρονικό διάστημα της μίας βδομάδας περίπου παραμονής της εναγομένης στην οικία σε αποθηκευτικό χώρο παρακείμενο της οικίας της κάτω από άθλιες συνθήκες.

Η εναγομένη αδιαφορώντας καθόλο το διάστημα παραμονής της για την κατάσταση της ενάγουσας και αψηφώντας την επιθυμία της ακύρωσε τη συμφωνία πώλησης της σοδειάς των πορτοκαλιών επικαλούμενη στον πιο πάνω έμπορο με την επίδειξη του συμβολαίου ότι είναι αποκλειστική κυρία του ακινήτου. Στη συνέχεια στις 14-1-2006 σε επαφή που είχε με τον έμπορο Λ.

διαπραγματεύτηκε την πώληση των πορτοκαλιών, εισπράττοντας ως προκαταβολή το ποσό των 1.500 ευρώ και λαμβάνοντας για το υπόλοιπο ποσό επιταγή ύψους 9.000 ευρώ. Μετά την κατάρτιση της παραπάνω συμφωνίας η εναγομένη αναχώρησε με τη θεία της Α. Τ. για την Αθήνα, ενώ άρχισε η συλλογή των καρπών από τον πιο πάνω έμπορο.

Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα η εναγομένη δεν προέβη σε κάποια ενέργεια αποκατάστασης των σχέσεων της με την ενάγουσα θεία της, ούτε επέδειξε μεταμέλεια απέναντί της ζητώντας της συγνώμη. Αντίθετα αυτή επανήλθε στην Κρήτη με το σύζυγο της για την επιβεβαίωση και μόνο της υλοποίησης της συλλογής της σοδειάς πορτοκαλιών από τον πιο πάνω έμπορο.

Τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και δεν αναιρούνται από τις περιέχουσας αοριστίες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης. Εξαιτίας της πιο πάνω αχάριστης συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα με την .../18.1.2006 συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιζάκη-Κατσούλη, της οποίας αντίγραφο επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23.1Κ2006 και έλαβε γνώση αυθημερόν (βλ.

την 8017Ε/23.1.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων ...) ανακάλεσε τη συσταθείσα με τα πιο πάνω συμβόλαια της ιδίας συμβολαιογράφου δωρεά. Η ανάκληση αυτή έγινε μέσα στην προβλεπόμενη ετήσια αποσβεστική προθεσμία, που ορίζεται στο άρθρο 510 ΑΚ, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας.

Στην πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης η ενάγουσα επικαλείται ως λόγο ανάκλησης την αχαριστία και αντικοινωνική συμπεριφορά που επέδειξε η εναγομένη στο πρόσωπο της εξυβρίζοντας χυδαιότατα και ζητώντας να εγκαταλείψει την οικία της. Από τα πιο πάνω αποδειχθέντα η εναγομένη επέδειξε προσβλητική συμπεριφορά προς το πρόσωπο της ενάγουσας, η οποία την εμπιστεύτηκε και μάλιστα στις διαβεβαιώσεις της για επίδειξη στο μέλλον φροντίδας τόσο στην ίδια όσο και στον πατέρα της, στηρίζοντας αυτήν για πολλά χρόνια ηθικά και οικονομικά ακόμα και όταν σπούδαζε την Ιταλία χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε άσχημη συμπεριφορά στο παρελθόν προς αυτήν.

Η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά βαρύ παράπτωμα, που είναι αποδοκιμαστέα και αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς την ενάγουσα - δωρήτρια, διότι αντιβαίνει στις κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και στοιχειοθετεί αντικειμενικά την αχαριστία, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, που δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς εν ζωή, χωρίς να συντρέχει στο πρόσωπο της ενάγουσας οποιοδήποτε συντρέχον πταίσμα στην πρόκληση της άδικης εκ μέρους της εναγομένης συμπεριφοράς που να συνεπάγεται αποκλεισμό της αχαριστίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί συντρέχοντος πταίσματος ορθώς έκρινε αν και με διαφορετική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού και επομένως οι σχετικοί συναφείς λόγοι της έφεσης και πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η ένδικη σύμβαση δωρεάς έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας της ενάγουσας δωρήτριας προς την εναγομένη ανιψιά της. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι η εναγομένη παρείχε κάποια ιδιαίτερη φροντίδα στη δωρήτρια πριν από τη σύναψη της δωρεάς.

Εξάλλου η ενάγουσα κατά το χρόνο της δωρεάς διήγαγε ήδη το 68° έτος της ηλικίας της ενώ κατά το χρόνο της παραίτησης της από την επικαρπία το 76° έτος της ηλικίας της και το πιο πάνω ακίνητο, στο οποίο διέμενε μόνιμα με τον αδερφό της Π. Π., είναι και το μοναδικό προσοδοφόρο περιουσιακό της ακίνητο, από την εκμετάλλευση του οποίου κάλυπτε τις ανάγκες διαβίωσης τόσο της ίδιας όσο και του αδελφού της και πατέρα της εναγομένης.

Ενώ η εναγομένη κατά το χρόνο της κατάρτισης της πιο πάνω δωρεάς της ψιλής κυριότητας του ακινήτου ήταν μόλις 17 χρόνων και κατά το χρόνο της παραίτησης από την επικαρπία υπέρ αυτής ήταν 25 χρόνων και σπούδαζε σε πανεπιστήμιο στην Ιταλία. Έτσι δεν ήταν εφικτό να έχει μεσολαβήσει η παροχή φροντίδας, περιποιήσεων ή περίθαλψης της εναγομένης προς την ενάγουσα ή κάποια άλλη συμπεριφορά της πρώτης που θα καθιστούσε επιβεβλημένο κατά τις επιταγές της ηθικής την υπό κρίση δωρεά εν ζωή προς την εναγομένη του μόνου περιουσιακού στοιχείου της, από το οποίο και μόνο θα μπορούσε να συντηρείται σε μεγάλη ηλικία και αυτή δεν είχε κανένα άλλο λόγο να προβεί στην επίδικη δωρεά παρά μόνο στηριζόμενη στη ρητή διαβεβαίωση της εναγομένης περί παροχής σ' αυτήν φροντίδας στα γεράματα της.

Μόνη δε η αναγραφή στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι η ενάγουσα παραιτείται από κάθε δικαίωμα της για ανάκληση της δωρεάς για κάθε λόγο και αιτία, γιατί αναγνωρίζει πως γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ευπρέπεια, δεν ασκεί νομική επιρροή, κατά τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας και δεν είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι η εν λόγω δωρεά εν ζωή έγινε πράγματι από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ευπρέπεια, καθόσον τούτο θα σήμαινε υπέρμετρη δέσμευση της ενάγουσας, καθόσον θα απέκλειε τη δυνατότητα ανάκλησης της δωρεάς από μέρους της.

Σημειώνεται δε ότι, προκαταβολική παραίτηση από το δικαίωμα της ανάκλησης δεν ισχύει κατ' άρθρο 511 ΑΚ. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων με τα πιο πάνω δωρητήρια συμβόλαια εν ζωή και τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα πριν τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση της δωρήτριας, την κοινωνική της θέση και τις προσωπικές της σχέσεις με τη δωρεοδόχο, κρίνει ότι η εν λόγω δωρεά έγινε από την ενάγουσα χωρίς να υπάρχει εκ μέρους της ιδιαίτερο ηθικό καθήκον καθώς η εν λόγω δωρεά, αντικειμενικά, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις και άσχετα από τα ελατήρια που ώθησαν τη δωρήτρια, δεν αποδεικνύεται ως επιβεβλημένη από τις επιταγές της ηθικής, ούτε ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινής γνώμης".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τους προβληθέντες με την έφεση της αναιρεσείουσας ισχυρισμούς της, αφενός μεν για έλλειψη υπαιτιότητάς της, άλλως ύπαρξη συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας ως προς το συγκροτούν το λόγο αχαριστίας παράπτωμα, αφετέρου δε για το μη ανακλητό της δωρεάς, ως γενόμενης από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας της δωρήτριας προς τη δωρεοδόχο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 505 και 512 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η σύναψη της επίμαχης δωρεάς ακινήτου μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εξ αίματος (3ου βαθμού) συγγένειας αυτών και της συνοίκησης της δωρήτριας με τον αδελφό της και πατέρα της δωρεοδόχου, διαζευγμένο προ πολλού από τη μητέρα της και με προβλήματα υγείας, όχι δε από ιδιαίτερο προς αυτή ηθικό καθήκον, αφού η ίδια η αναιρεσείουσα μόνον ωφελήματα οικονομικά άντλησε από τη συγγενική σχέση της με τη δωρήτρια πριν και μετά την κατάρτιση της δωρεάς και μέχρι την ανάκλησή της, ούτε επίσης από λόγους ευπρέπειας, αφού σύμφωνα με τις κοινωνικές συνήθειες και απαιτήσεις της κοινής γνώμης, δεν υπαγορευόταν ως επιβεβλημένη η προς την αναιρεσείουσα δωρεά του μοναδικού προσοδοφόρου για τη δωρήτρια και αναγκαίου για τη συντήρησή της περιουσιακού της στοιχείου. 2) Η αδικαιολόγητα προσβλητική και σκληρή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου προς την αναιρεσίβλητη δωρήτρια, την οποία αφενός μεν εξύβρισε βάναυσα, με ανοίκειους για την ηλικία, τη συγγενική σχέση και τη γενναιοδωρία της χαρακτηρισμούς, αφετέρου δε την εξεδίωξε από την μέχρι τότε χρησιμοποιούμενη για τη διαμονή της οικία του δωρηθέντος ακινήτου, υποχρεώνοντας αυτή να διαμένει για χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, στο μέσον του χειμώνα (από 7-1-2006 έως 14-1-2006), σε αποθηκευτικό χώρο παρακείμενο της οικίας, υπό άθλιες συνθήκες, επειδή, αγνοώντας τον τελεσθέντα από την αναιρεσείουσα ανεψιά της προ διετίας πολιτικό γάμο της και τον επικείμενο θρησκευτικό γάμο της, είχε πωλήσει τους ασυγκόμιστους καρπούς του δωρηθέντος ακινήτου και εισπράξει μέρος του τιμήματος και ένα άλλο μέρος του το διέθεσε για τις στεγαστικές ανάγκες άλλου ανεψιού της, ενώ η συναλλακτική της ευθύτητα και εντιμότητα δεν της επέτρεπε να αθετήσει τη συμβατική υποχρέωσή της, όπως επίμονα απαιτούσε η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας τις αυξημένες οικονομικές ανάγκες για το γάμο της και αθετώντας τις προφορικές υποσχέσεις της κατά την υπέρ αυτής παραίτηση της αναιρεσίβλητης από την παρακρατηθείσα με τη δωρεά επικαρπία, ότι θα εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το δωρηθέν ακίνητο η δωρήτρια, όπως και πριν από την παραίτηση. 3) Η υπαγωγή της υπαίτιας και καταλογιστής στην αναιρεσείουσα ως άνω συμπεριφοράς της προς τη μη συνυπαίτια αναιρεσίβλητη δωρήτρια στην έννοια του βαρέως παραπτώματος, που συνιστά αχαριστία και αποτελεί νόμιμο λόγο ανάκλησης της δωρεάς τόσο ως προς την ψιλή κυριότητα, όσο και ως προς την επικαρπία του δωρηθέντος ακινήτου.

Επομένως, οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος, έκτος και ένατος από το αναιρετήριο και ο πρώτος από το δικόγραφο προσθέτων λόγων εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ όπως και πέμπτος και έβδομος από το αναιρετήριο και δεύτερος από το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα κατά νόμο επιτρεπτά (ΑΠ 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 1137/2001, 416/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα: 1) .../1962 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Ε.

Κονταδάκη 2) επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αρ. .../46368 μερίδας της αναιρεσίβλητης στο Υποθηκοφυλακείο Χανίων και .../2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χανίων Β. Ορφανουδάκη, 3) 153/2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 4) από 22-2-2006 εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας με αποδεικτικό επίδοσής της στην αναιρεσίβλητη.

Ειδικότερα: 1) Ως προς το υπό στοιχείο 1 έγγραφο γίνεται και αλυσιτελής επίκλησή του, αφού συνδέεται με την απόδειξη ισχυρισμού (ενστάσεως) της αναιρεσείουσας από δικαίωμα τρίτου (του πατέρα της) σε μέρος του δωρηθέντος ακινήτου. 2) Ως προς τα υπό στοιχείο 2 έγγραφα, αναφορικά με ακίνητη περιουσία της αναιρεσίβλητης πέραν του δωρηθέντος, καθίσταται προφανές από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχεται την ύπαρξη τέτοιας περιουσίας, λιγότερο σημαντικής όμως από το δωρηθέν ακίνητο και απρόσοδης, 3) Τέλος τα αναφερόμενα ως κατατεθέντα από την αναιρεσίβλητη σε αντιδικία της με την αναιρεσείουσα κα στην εξώδικη διαμαρτυρία της τελευταίας ενισχύουν τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου για την εξακολουθητική και χωρίς ενδείξεις μεταμέλειας αχάριστη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη.

Επομένως οι αντίθετοι τρίτος, τέταρτος και όγδοος, από το άρθρο 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2010 αίτηση με τους από 27-9-2011 πρόσθετους λόγους της Ε. Π. για αναίρεση της 212/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ