1832/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-7-2002 και 25-11-2002 αντίθετες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1748/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2004 μη οριστική και 1122/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουνίου 2005 αίτησή της και τους από 4 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1832/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 575, 336 εδ.α', 380 εδ.α' και 288 ΑΚ, που εφαρμόζονται κατ΄άρθρο 620 Ακ και επί αγρομισθώσεως, προκύπτει ότι, εάν μετά την παράδοσή του στο μισθωτή, το μίσθιο υποστεί ολική ή, με αυτή εξομοιούμενη, μερική καταστροφή και αυτή είναι ανυπαίτια, συντρέχει περίπτωση επιγενόμενης αδυναμίας παροχής, οπότε η μίσθωση λύεται αυτοδικαίως και αμέσως, χωρίς καταγγελία.
Full text
Απόφαση 1832 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1832/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ........................, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ................ και 2. ......................., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βαρχαλαμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-7-2002 και 25-11-2002 αντίθετες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1748/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2004 μη οριστική και 1122/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουνίου 2005 αίτησή της και τους από 4 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 575, 336 εδ.α', 380 εδ.α' και 288 ΑΚ, που εφαρμόζονται κατ΄άρθρο 620 Ακ και επί αγρομισθώσεως, προκύπτει ότι, εάν μετά την παράδοσή του στο μισθωτή, το μίσθιο υποστεί ολική ή, με αυτή εξομοιούμενη, μερική καταστροφή και αυτή είναι ανυπαίτια, συντρέχει περίπτωση επιγενόμενης αδυναμίας παροχής, οπότε η μίσθωση λύεται αυτοδικαίως και αμέσως, χωρίς καταγγελία.
Συνεπεία της λύσεως αυτής είναι ότι ο μεν εκμισθωτής δεν είναι πλέον υπόχρεος να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου, ο δε μισθωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος. Αν όμως συντρέχει υπαιτιότητα, τότε η μεν μίσθωση δεν λύνεται, ως προς δε τις περαιτέρω συνέπειες πρέπει να διακριθεί αναλόγως αν αυτή αφορά το πρόσωπο του εκμισθωτή ή του μισθωτή. 'Έτσι στην μεν πρώτη περίπτωση, δηλαδή της υπαιτιότητας του εκμισθωτή, ο μισθωτής απαλλάσσεται της πληρωμής του μισθώματος (άρθρα 576, 596 ΑΚ), δικαιούμενος να καταγγείλει τη μίσθωση ως και να αξιώσει αποζημίωση για την υπαίτια αδυναμία παροχής (άρθρα 382, 584 ΑΚ), στη δε δεύτερη περίπτωση, δηλαδή της υπαιτιότητας του μισθωτή για την καταστροφή του μισθίου, ο τελευταίος (μισθωτής) οφείλει το μίσθωμα (άρθρο 596 ΑΚ) και υπέχει έναντι του εκμισθωτή πλήρη αποζημιωτική ευθύνη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η εξομοιούμενη με ολική καταστροφή του μισθίου (θερμοκηπίου) μερική κατάρρευση του μεγαλύτερου και παραγωγικού ουσιώδους τμήματός του, (της γυάλινης στέγης αυτού) οφείλετο στην υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εναγομένης και συγκεκριμένα στις συνδυασμένες, απότοκες των αμελών πράξεων και παραλείψεών της (δηλαδή της μη λειτουργίας της δεύτερης μονάδας της κεντρικής θέρμανσης και της προηγηθείσας αφαίρεσης των πρόσθετων ενισχυτικών υποστυλωμάτων), αιτίες της υπερβολικής συσσώρευσης χιονιού στη γυάλινη στέγη του, ως και της αποδυνάμωσης της αντοχής των φερόντων στοιχείων του θερμοκηπίου, κατά την επισυμβάσα κατά το τριήμερο της 4ης, 5ης και 6ης Ιανουαρίου 2002 σφοδρότατη συνεχή χιονόπτωση στην περιφέρεια του Δήμου Κερατέας, όπου το μίσθιο θερμοκήπιο.
Ακολούθως τούτων το εφετείο, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμης της αντενστάσεως των εναγόντων ότι η καταστροφή του μισθίου οφείλετο σε υπαιτιότητα της μισθώτριας εναγομένης, και απορρίπτοντας την ένσταση της τελευταίας ως αβάσιμη περί λύσεως της μισθώσεως από ανώτερη βία (μεγάλη χιονόπτωση-θεομηνία), δέχθηκε την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, που από δικούς της υπαίτιους λόγους δεν μπορούσε να κάνει χρήση του μισθίου εξαιτίας της (υπαίτιας) καταστροφής του, κατά την ένδικη μισθωτική περίοδο, κατά την οποία η μίσθωση παρέμεινε ενεργός (άρθρα 596 εδ.α' σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 619, 620 ΑΚ), να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα αξιούμενα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου μέχρι Νοεμβρίου 2002.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνησθείσες ουσιαστικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ο τ'αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις του που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
ΙΙ. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, ενώ δέχθηκε καταρχήν ότι το καταστραφέν θερμοκήπιο, κατασκευασμένο από ολλανδικό οίκο χαρακτηρίζεται ως υψηλών προδιαγραφών και ότι τηρούσε όλους τους κανόνες της στατικής, περαιτέρω, αντιφατικώς στη συνέχεια δέχεται ότι δύο έτη μετά την αγορά του (ενώ δηλαδή ήταν ακόμη καινούργιο), χρειάστηκε προληπτικά ενίσχυση της στατικής αντοχής του με την προσθήκη υποστυλωμάτων πέραν των προβλεπομένων από τις προδιαγραφές του κατασκευαστή, ενώ μάλιστα υπήρχε κεντρικής θέρμανσης που ανταποκρινόταν πλήρως στις ανάγκες θέρμανσης του θερμοκηπίου, καλύπτοντάς το επαρκώς και έναντι συσσώρευσης παγετού και χιονιού στην υάλινη οροφή του, μέσω της σταδιακής τήξης τους.
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος του αυτό ως αόριστος, διότι το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς το οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια, η αντίφασή του και η σύνδεσή με το διατακτικό. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η ίδια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η κατάρρευση του θερμοκηπίου οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και όχι σε ανώτερη βία, χωρίς να προσδιορίζεται ότι αν πράγματι λειτουργούσαν και οι δύο καυστήρες και δεν είχαν αφαιρεθεί τα υποστυλώματα τότε η ποσότητα του χιονιού, που έπεσε εκείνη την ημέρα στο θερμοκήπιο, δεν θα είχε προκαλέσει τη θραύση και καταστροφή του, έτσι ώστε να δικαιολογείται η αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και στην επελθούσα ζημία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται σαφής και πλήρης αιτιολογία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πρώτη σκέψη της παρούσας0 ότι η κατάρρευση της οροφής του θερμοκηπίου οφείλεται στην υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, λόγω της μη λειτουργίας της δεύτερης μονάδας της κεντρικής θέρμανσης και της αφαίρεσης των πρόσθετων ενισχυτικών υποστυλωμάτων.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις του εκείνες με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ).
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν έγινε παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εχώρησε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γιατί δέχθηκε ότι το μίσθιο θερμοκήπιο, που αποτελεί μια σύγχρονη και υψηλών προδιαγραφών θερμοκηπιακή μονάδα ολλανδικού οίκου, συνολικής δαπάνης 70.000.000 δραχμών που το ήμισυ της αγοράς του επιδοτήθηκε με το ποσό των 35.000.000 δραχμών από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, με αγοραστή τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, γεωπόνο, καθηγητή της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, ειδικό στα θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας θερμοκηπίων στην Ελλάδα, όπου οι κλιματολογικές συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην αγορά των οποίων απευθυνόταν ο ολλανδικός οίκος για την πώληση του συγκεκριμένου προϊόντος, χρειαζόταν υποστυλώματα προς ενίσχυση της στατικής αντοχής του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έγινε κατά την πιο πάνω εκτίμηση των αποδείξεων.
IV. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, που οι αναιρεσίβλητοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για πρώτη φορά στη πρωτόδικη δίκη με την προσθήκη των προτάσεών τους. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του εγκειμένης στο γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων.
V. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 115 παρ.3, 237 παρ.3, 256 παρ.1 στοιχ.δ', 269 παρ.1, 527, 591 παρ.1 εδ.β', 647 παρ.1 και 649 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να προβάλλεται, με ποινή απαραδέκτου, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είτε με τις έγγραφες προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ώστε να καθίσταται δυνατή η ουσιαστική του διερεύνηση κατά την οικεία συζήτηση, όχι όμως και με τις προτάσεις, που κατατίθενται μετά την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας, αφού με τις προτάσεις αυτές που έχουν τον χαρακτήρα προσθήκης, κατά την έννοια του άρθρου 237 παρ.3 του ΚΠολΔ, νέοι ισχυρισμοί μπορούν να προταθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών του αντιδίκου, που υποβλήθηκαν με τις προτάσεις του ή προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Βραδύτερη υποβολή του ισχυρισμού αυτού μπορεί να γίνει μόνο αν ο ενιστάμενος εναγόμενος επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπουν τα άρθρα 269 παρ.2 και 527 αρ.1 έως 3 του ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο αν κατά παράβαση των άνω ορισμών, με τους οποίους κατασφαλίζεται η αποτελεσματική άσκηση του υπό του άρθρου 20 παρ.2 του Συντάγματος προβλεπομένου δικαιώματος ακρόασης κάθε διαδίκου, λάβει υπόψη και ερευνήσει κατ΄ουσία ένσταση που δεν προβλήθηκε νόμιμα κατά τα άνω και δεν κηρύξει απαράδεκτο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και με τους από 4-4-2007 πρόσθετους λόγους προβάλλει, κατ' εκτίμηση την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων, που κατέθεσε μετά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρισμό, αντένσταση, των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων ότι η καταστροφή του μισθίου οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της μισθώτριας εναγομένης που υποβλήθηκε προς απόκρουση της ενστάσεως της τελευταίας, που υπέβαλε με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της, ότι η λύση της μισθώσεως οφείλεται σε ανώτερη βία, και ότι τον ισχυρισμό δε αυτόν των εναγόντων, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ δέχθηκε το Εφετείο ως παραδεκτώς προβληθέντα, το οποίο και ακολούθως δέχθηκε κατ΄ουσίαν.
Δεδομένου όμως ότι ο ισχυρισμός αυτός (αντένσταση) σε περίληψη προβλήθηκε προφορικά στο ακροατήριο της πρωτόδικης δίκης και καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. αυτά με αριθμό 1748/20-11-2002) περιέχεται στην προσθήκη των προτάσεων των εναγόντων που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προτάθηκε για την αντίκρουση ισχυρισμών (ένστασης) της εναγομένης, οι οποίοι υποβλήθηκαν με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν στο ακροατήριο, κρίνεται ότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς προτάθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων στο πρωτοδικείο και στη συνέχεια παραδεκτώς και νομίμως αποτέλεσε λόγο της εφέσεως.
Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ παραπάνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι σε κάθε περίπτωση. VI. Μετά απ' αυτά η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10.6.2005 αίτηση και τους από 4.4.2007 πρόσθετους λόγους της ................, για αναίρεση της 1122/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ