Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to state material facts in the appeal brief.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a work accident claim. The appellant failed to include the detailed factual assumptions upon which the lower court based its judgment in the appeal brief. Consequently, the court could not verify whether the lower court violated substantive law, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appeal brief fails to clearly and comprehensively state the factual assumptions of the challenged decision, making it impossible to verify the alleged violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1832 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1832/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο.
Των αναιρεσίβλητων: ....., εφοπλιστού, κατοίκου ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουγιά και
2)α. .... και β. ....., κληρονόμων εξ αδιαθέτου του ..., κατοίκων αμφοτέρων ...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6175/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 306/2001 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις 3861 και 3862/16-2-2005 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 21-2-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εκ των αναιρεσιβλήτων ...., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 226 παρ 4 εδ. β΄και γ΄ του ΚΠολΔ.
Eπειδή από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί στην ουσία της η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης αποφάσεως.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 40/1996). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων, το κατά την εκδοχή του πραγματικό μέρος της υποθέσεως και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και -και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά- οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα, όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Τέλος δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση -με την οποία απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων και έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων για αξιώσεις του από εργατικό ατύχημα- ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 του ν.551/1915.
Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται το σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό και νομικό μέρος αυτής και το συμπέρασμα του Εφετείου και δεν παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι - πολύ εκτεταμένες και αναλυτικές μάλιστα - ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε αυτό για να στηρίξει την κρίση του για την ανυπαρξία αξιώσεων του αναιρεσείοντος από εργατικό ατύχημα.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και να στοιχειοθετηθεί ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, ο οποίος είναι γιαυτό αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2003 αίτηση του .... για αναίρεση της 306/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και της 6175/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου ....., που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ