Supreme Court allows appeal against final judgment due to late but admissible counter-arguments regarding partnership status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in applying partnership law rules regarding the management of a partnership enterprise. The court accepted this ground because the opposing parties' late counter-arguments were not considered on their own motion, making the appeal admissible despite the procedural delay.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570 § 1 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible even if counter-arguments are submitted late, provided the court does not examine them sua sponte.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1831 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1831/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, του Κ.Πολ.Δ
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Κ., 2) Α. Λ. του Α., 3) Ι. Π. του Α., 4) Δ. Κ. του Α., 5) Ν. Π. του Φ. και 6) Κ. Π. του Κ., απάντων κατοίκων ... Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Α. Λ. του Α. δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι: πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος των αναιρεσίβλητων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπακρατσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-07-2018 αγωγή λογοδοσίας των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1660/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσίων με την από 24-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ'αριθ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Α. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 29-1-2024 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον 2ο αναιρεσίβλητο Α.
Λ. δι' επιδόσεως του ως άνω δικογράφου στον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μπακρατσά, που τον είχε εκπροσωπήσει, μαζί με τους λοιπούς, ενώπιον του Εφετείου (άρθ. 143 § 1 ΚΠολΔ). Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε αιτήσει των αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία δεν εμφανίστηκε ο 2ος εξ αυτών όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση της υπόθεσης θα γίνει παρά την απουσία του (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).
Η αφανής (ή συμμετοχική) εταιρία είναι εσωτερική αστική εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα, στην οποία συνήθως συμμετέχουν δύο εταίροι, εκ των οποίων ο ένας είναι εμφανής και ασκεί στο όνομά του τη σχετική επιχείρηση και ο άλλος είναι αφανής και συμμετέχει στα αποτελέσματα της ασκούμενης από τον εμφανή εταίρο επιχείρησης και ρυθμίζεται στα άρθρ. 285-292 (σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρ. 294 παρ. 1 οι διατάξεις του ν. 4072/2012 εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες εταιρίες, οι οποίες κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του (11.4.2012) δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση).
Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι κατά βάση ενδοτικού δικαίου, δεν εμπεριέχουν ένα πλήρες νομοθετικό πλαίσιο για την αφανή εταιρία, αλλά στην ουσία περιορίζονται στην εισαγωγή των απολύτως αναγκαίων ρυθμίσεων για τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου εταιρικού τύπου, τη διάκρισή του από άλλους εταιρικούς τύπους και τον καθορισμό ορισμένων βασικών πτυχών της εσωτερικής λειτουργίας του.
Σύμφωνα με τη ρητή νομοθετική πρόβλεψη της παρ. 3 του άρθρ. 285, στην αφανή εταιρία εφαρμόζονται οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρία (άρθρ. 741 επ. ΑΚ) πλην εκείνων, που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρίας. Πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4072/2012 διατάξεις για την αφανή εταιρία εμπεριέχονταν στα άρθρ. 47-50 ΕμπΝ (όπου η αφανής εταιρία ονομαζόταν "μετοχική εταιρία"), οι οποίες διατάξεις πέραν της ρητής νομοθετικής αναγνώρισης του εν λόγω εταιρικού τύπου ουδέν σημαντικό προέβλεπαν.
Ο θεσμός της αφανούς εταιρίας στην ουσία είχε διαμορφωθεί στη νομολογία και στη θεωρία κατά τρόπο ιδιαίτερα επιτυχή χωρίς να ανακύπτουν σημαντικά, ή έστω ανυπέρβλητα, ερμηνευτικά προβλήματα. Η αφανής εταιρία αποτελεί γνήσια μορφή εταιρίας και μάλιστα προσωπικής (ΑΠ 1038/2010), καθώς δεν νοείται εσωτερική κεφαλαιουχική εταιρία.
Βέβαια η συμμετοχή του αφανούς εταίρου ως κεφαλαιοδότη χωρίς προσωπική ευθύνη προσδίδει στην αφανή εταιρία κεφαλαιουχική χροιά, χωρίς όμως να αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ως προσωπικής εταιρίας. Επιπλέον η αφανής εταιρία είναι εξ ορισμού αστική εταιρία (ΑΠ 192/2021), καθόσον από τη στιγμή, που δεν συμμετέχει η ίδια στις συναλλαγές, δεν μπορεί να καταστεί εμπορική κατά το ουσιαστικό σύστημα εμπορικότητας (το τυπικό σύστημα εμπορικότητας από πλευράς εταιριών αφορά ούτως ή άλλως συγκεκριμένους εταιρικούς τύπους, οι οποίοι [όλοι] είναι εξωτερικές εταιρίες).
Ως (αστική) εταιρία η αφανής εταιρία θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρ. 741 ΑΚ, στο οποίο (όπως και στις λοιπές διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρία) παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρ. 285 ν.4072/2012. Τα εννοιολογικά στοιχεία της εταιρίας σύμφωνα με το άρθρ. 741 ΑΚ είναι (α) η σύμβαση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, που (β) αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιδιώκουν κοινό σκοπό (γ) με κοινές εισφορές.
Σε αντίθεση με το άρθρ. 249 ν.4072/2012 για την ομόρρυθμη εταιρία, όπου θεσπίζονται τα ειδικά εννοιολογικά χαρακτηριστικά της ΟΕ, που την διαφοροποιούν από την αστική εταιρία (με παράλληλη παραπομπή στην παρ. 2 στις διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρία), ήτοι εισάγεται νομοθετικά η ΟΕ ως εταιρικός τύπος με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, η αφανής εταιρία στην πραγματικότητα δεν εισάγεται με τα άρθρ. 285 επ.
του ν.4072/2012, καθώς, όπως ήδη έχει αναφερθεί, η αφανής εταιρία ως γνήσια αστική εταιρία θα μπορούσε να συσταθεί και χωρίς νομοθετική πρόβλεψη, ήτοι με άλλα λόγια οι ρυθμίσεις των άρθρ. 285 επ. δεν εισάγουν κάποια απόκλιση από το δίκαιο της αστικής εταιρίας χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά απλώς καταγράφουν μία δυνατή μορφή εμφάνισης της τελευταίας.
Η εταιρική σύμβαση της αφανούς εταιρίας αποτελεί ενοχική σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων εταίρων. Ο ενοχικός χαρακτήρας της σύμβασης αφανούς εταιρίας εκδηλώνεται στο ότι κατά κανόνα ο αφανής εταίρος απλώς συμμετέχει στην επιχείρηση του εμφανούς καταβάλλοντας εισφορά και προσβλέποντας στην αποκόμιση κέρδους.
Αυτό βέβαια δεν αποκλείει την περίπτωση μια αφανής εταιρία να αποκτήσει μέσω σχετικών ρυθμίσεων στην εταιρική σύμβαση κάποιο βαθμό εσωτερικής οργάνωσης, ιδίως όταν υπάρχουν περισσότεροι αφανείς εταίροι, οπότε και ανακύπτουν θέματα συντονισμού τους κατά τη λήψη αποφάσεων, ενημέρωσής τους κ.λπ. Στο άρθρ. 741 ΑΚ προβλέπεται η υποχρέωση εισφοράς από κάθε εταίρο.
Εντούτοις θα πρέπει να γίνει η εξής διευκρίνιση: δεν απαιτείται οπωσδήποτε η καταβολή εισφοράς εν στενή εννοία, αλλά η εισφορά έχει την έννοια της συμμετοχής στην αφανή εταιρία (ΑΠ 672/2010).
Για παράδειγμα, μπορεί η συμμετοχή του αφανούς εταίρου στην επιχείρηση του εμφανούς να είναι προϊόν δωρεάς του τελευταίου προς τον πρώτο, οπότε στην περίπτωση αυτή ο αφανής εταίρος δεν έχει καταβάλει κάποια εισφορά, αλλά συμμετέχει στην επιχείρηση του εμφανούς εταίρου, η δε εισφορά του αφανούς εταίρου συνίσταται εν προκειμένω στη μη ανάληψη της (δωρηθείσας) εισφοράς.
Κάτι αντίθετο δεν συνάγεται από το άρθρ. 286, το οποίο απλώς προβλέπει την τύχη της εισφοράς του αφανούς εταίρου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 741 ΑΚ και 286 ν.4072/2012 σαφώς συνάγεται ότι ουσιώδες συστατικό στοιχείο της έννοιας τόσο της αστικής όσο και της αφανούς, κατ'επέκταση, εταιρίας είναι η υποχρέωση των εταίρων για την καταβολή εισφορών (όχι αναγκαστικά ομοειδών).
Έτσι, κανένας δεν μπορεί να συμμετέχει σε εταιρία χωρίς υποχρέωση εισφοράς και καμία εταιρία δεν μπορεί να συγκροτείται -στο σύνολό της ή εν μέρει- από άτομα που δεν εκπλήρωσαν τη σχετική υποχρέωση. Έτσι, αν ο αφανής εταίρος δεν μεταβιβάζει την εισφορά του στον εμφανή, θα υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικώς.
Η ρύθμιση αυτή, αφενός εναρμονίζεται με τη φύση της αφανούς εταιρίας και αφετέρου προωθεί πληρέστερα την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Αλλά και τα συμφέροντα των τρίτων, που συναλλάσσονται με την εταιρία, υπηρετεί, αφού ενισχύεται απέναντί τους η φερεγγυότητα του εμφανούς εταίρου. Είναι, βέβαια, δυνατό να συμφωνηθεί ότι ορισμένες εισφορές θα καταστούν κοινές των εταίρων ή ότι θα παραχωρηθούν στον εμφανή μόνο κατά χρήση (άρθ. 286 εδ. 2 ν. 4072/2012).
Όμως, στη πρώτη περίπτωση θα πρόκειται απλά για κοινωνία δικαιώματος και όχι για εταιρική περιουσία (ΑΠ 826/1978).
Περαιτέρω, στον ν. 4072/2012 δεν υπάρχουν ρυθμίσεις για το είδος της εισφοράς του αφανούς εταίρου. Ως εκ τούτου για το θέμα θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στις σχετικές ρυθμίσεις του αστικού κώδικα για την εταιρία σύμφωνα και με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 285 (έτσι Αιτ.Έκθ. επί των άρθρ. 285-292). Σύμφωνα με το άρθρ. 742 ΑΚ η εισφορά κάθε εταίρου μπορεί να συνίσταται σε εργασία, χρήματα ή άλλα αντικείμενα καθώς και σε κάθε άλλη παροχή.
Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρ. 286, που προβλέπει την καταβολή της εισφοράς του αφανούς εταίρου στον εμφανή, δεν αποκλείει την παροχή εργασίας από τον αφανή εταίρο, την οποία ο τελευταίος θα παράσχει στον εμφανή χωρίς να καθίσταται εργαζόμενος αυτού. Η αξία της εισφοράς του αφανούς εταίρου καθορίζεται συμβατικά από τα μέρη χωρίς να απαιτείται αποτίμηση.
Μπορεί η εταιρική σύμβαση να παραπέμπει τον καθορισμό του ύψους και του είδους της εισφοράς σε απόφαση των εταίρων (εμφανούς και αφανούς). Η εισφορά καθίσταται ληξιπρόθεσμη με την ίδρυση της εταιρίας. Επί περισσότερων αφανών εταίρων αυτοί είναι υποχρεωμένοι σε ίσες εισφορές αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο (άρθρ. 742 εδ.
β' ΑΚ). Στο άρθ. 286 ν.4072/2012 προβλέπεται ότι ο αφανής εταίρος καταβάλλει την εισφορά του στον εμφανή εταίρο. Εάν η εισφορά συνίσταται στην κυριότητα πράγματος ή δικαιώματος, τότε αυτή μεταβιβάζεται στον εμφανή εταίρο, ο οποίος καθίσταται κύριος και πλέον το πράγμα ή το δικαίωμα είναι μέρος της περιουσίας του (μόνο λογιστικά διαχωρίζεται από αυτήν) και υπέγγυο για όλες του τις υποχρεώσεις, είτε αυτές σχετίζονται με τις πράξεις ή την επιχείρηση, που αυτός ασκεί προς το κοινό συμφέρον των εταίρων της αφανούς εταιρίας, είτε σχετίζονται με άλλες δραστηριότητες του εμφανούς εταίρου.
Εάν η εισφορά συνίσταται στη χρήση πράγματος, τότε αυτή παραχωρείται στον εμφανή εταίρο, ο οποίος πλέον μπορεί να το χρησιμοποιεί για τον σκοπό της εταιρίας (άλλως απαιτείται η συναίνεση του αφανούς εταίρου) χωρίς το πράγμα να καθίσταται υπέγγυο για τις υποχρεώσεις αυτού έναντι τρίτων. Εν αμφιβολία του αν η εισφορά μεταβιβάζεται κατά κυριότητα ή κατά χρήση, η απάντηση θα συναχθεί μέσω ερμηνείας της εταιρικής σύμβασης.
Ο αφανής εταίρος μεταβιβάζει την κυριότητα της εισφοράς του στον εμφανή εταίρο, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τη διοικεί σύμφωνα με τον εταιρικό σκοπό, ήτοι προς το κοινό συμφέρον όλων των εταίρων (ΑΠ 1435/2014). Η περίπτωση αυτή είναι η πλέον κλασσική και προβλέπεται ρητά στον νόμο, η δε εισφορά του αφανούς εταίρου καθίσταται υπέγγυα για τα πάσης φύσεως χρέη του εμφανούς εταίρου, εάν δε ο τελευταίος πτωχεύσει αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας.
Εξάλλου, απόρροια του χαρακτήρα της αφανούς εταιρίας ως προσωπικής εταιρίας είναι η απαγόρευση μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής, εκτός αν συναινούν όλοι οι εταίροι ή το επιτρέπει η εταιρική σύμβαση, η λήψη των αποφάσεων των εταίρων με ομοφωνία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, και η λύση της εταιρίας συνεπεία γεγονότων στο πρόσωπο των εταίρων (π.χ.
θάνατος, πτώχευση κ.λπ.), όπως συμβαίνει και με την εταιρία του αστικού κώδικα (βλ. άρθρ. 291 § 1). Η αφανής εταιρία δεν έχει εταιρική περιουσία, πράγμα που απορρέει από την έλλειψη νομικής προσωπικότητας. Κοινή περιουσία των εταίρων μπορεί να υπάρξει ανάλογα με το τι έχουν συμφωνήσει οι εταίροι ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εισφορών και των αποκτώμενων (από τον εμφανή εταίρο) περιουσιακών στοιχείων .
Στερείται ικανότητας διαδίκου, η οποία είναι το δικονομικό σύστοιχο της (ελλείπουσας) ικανότητας δικαίου, ενώ, κατά την ορθότερη άποψη, δεν εφαρμόζεται ούτε το β' εδ. του άρθρ. 62 ΚΠολΔ, το οποίο προϋποθέτει εξωτερική εταιρία, η δε αφανής εταιρία δεν μπορεί να συμμετάσχει σε εταιρικούς μετασχηματισμούς, οι οποίοι αφορούν εξωτερικές εταιρίες.
Εμφανής εταίρος μπορεί να είναι κάθε μορφής εταιρία με νομική προσωπικότητα, εμπορική ή μη (π.χ. ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ, ΟΕ, ΕΕ, αστική εταιρία με νομική προσωπικότητα). Η πλέον θεμελιώδης υποχρέωση του εμφανούς εταίρου είναι να διενεργεί τις εμπορικές πράξεις ή να ασκεί την επιχείρηση, στις οποίες ή στην οποία συμμετέχει ο αφανής εταίρος, προς το κοινό συμφέρον των εταίρων (άρθρ. 285 § 1), πράγμα που συνιστά και την εισφορά του στην εταιρία.
Αυτό βεβαίως δεν αποκλείει την ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων, οι οποίοι είναι συνυφασμένοι με την άσκηση κάθε δραστηριότητας, ιδίως εμπορικής. Κρίσιμες αποφάσεις του εμφανούς εταίρου, που καθιστούν ανέφικτη τη συνέχιση της εταιρίας ή επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντα του αφανούς εταίρου, όπως είναι η εκποίηση σημαντικών περιουσιακών στοιχείων, η διακοπή ή μεταβολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η μεταφορά της έδρας, οι εταιρικοί μετασχηματισμοί κ.λπ., απαιτούν την προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του αφανούς εταίρου.
Ο εμφανής εταίρος οφείλει να χρησιμοποιήσει την εισφορά του αφανούς εταίρου προς το κοινό συμφέρον σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην εταιρική σύμβαση και έχει δικαίωμα και υποχρέωση διαχείρισης της εταιρίας (άρθρ. 288 ν.4072/2012). Επί περισσότερων αφανών εταίρων θα πρέπει να εξετάζεται εάν υπάρχει μία ενιαία αφανής εταιρία με περισσότερους αφανείς εταίρους ή τόσες αφανείς εταιρίες όσοι οι αφανείς εταίροι:
στην τελευταία περίπτωση εταιρική σχέση θα υπάρχει μεταξύ ενός εκάστου αφανούς εταίρου και του εμφανούς εταίρου, όχι μεταξύ των αφανών εταίρων Ο αφανής εταίρος έχει και αυτός δικαιώματα και υποχρεώσεις, που καταγράφονται είτε στις διατάξεις του ν. 4072/2012, είτε στις συμπληρωματικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του αστικού κώδικα για την εταιρία, στις οποίες παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρ. 285.
Ενδεικτικά αναφέρονται η υποχρέωση εισφοράς (άρθρ. 286, άρθρ. 741 ΑΚ), το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη (άρθρ. 289), το δικαίωμα ελέγχου (άρθρ. 290), η υποχρέωση πίστης (άρθρ. 741, 747 ΑΚ). Για τη σύσταση αφανούς εταιρίας απαιτείται σύμβαση μεταξύ των εταίρων (άρθρ. 741 ΑΚ). Η σύμβαση δεν υπόκειται σε τύπο, ούτε σε δημοσιότητα, καθώς δεν αφορά τους τρίτους, αλλά ρυθμίζει μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των εταίρων, επομένως, μπορεί να καταρτισθεί τόσο εγγράφως όσο και προφορικά, ακόμη και σιωπηρώς (ΑΠ 227/2012, ΑΠ 911/2011, ΑΠ 736/1989).
Η εταιρική σύμβαση υπόκειται στους γενικούς κανόνες για τις συμβάσεις ως προς την κατάρτιση, ο δε χαρακτηρισμός περί λειτουργίας αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων in concreto γίνεται από το δικαστήριο χωρίς αυτό να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 672/2010). Τύπος απαιτείται κατ' εξαίρεση, όταν στο πλαίσιο της αφανούς εταιρίας αναλαμβάνεται συμβατικά από τους εταίρους η υποχρέωση εισφοράς περιουσιακών στοιχείων (π.χ.
ακινήτων), για τη μεταβίβαση των οποίων απαιτείται από τον νόμο κάποιος συγκεκριμένος τύπος (π.χ. συμβολαιογραφικό έγγραφο). Ζήτημα τήρησης τύπου θα μπορούσε να τεθεί και από τη σκοπιά της τυχόν υποχρέωσης του εμφανούς εταίρου να μεταβιβάζει στους αφανείς εταίρους περιουσιακά στοιχεία, που αποκτά, ούτως ώστε να καταστούν κοινά, και τα οποία υπόκεινται ως προς τη μεταβίβασή τους σε τύπο.
Για παράδειγμα, το ερώτημα μπορεί να είναι, εάν η υποχρέωση του εμφανούς εταίρου, που έχει αποκτήσει ένα ακίνητο, να το μεταβιβάσει περαιτέρω ποσοστιαία στους αφανείς εταίρους για να καταστεί κοινό (εφόσον βεβαίως έχει συμφωνηθεί κάτι τέτοιο), θα πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, πράγμα που σημαίνει ότι η εταιρική σύμβαση, στην οποία εμπεριέχεται η ως άνω υποχρέωση του εμφανούς εταίρου, θα πρέπει να καταρτιστεί συμβολαιογραφικά.
Κατ' αρχήν θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η πρόβλεψη της παρ. 2 του άρθρ. 288, σύμφωνα με την οποία τα αποκτώμενα από τη διαχείριση της εταιρίας ανήκουν στον εμφανή εταίρο, δεν απαγορεύει τη μεταβίβαση των αποκτώμενων από τον εμφανή εταίρο περιουσιακών στοιχείων στους αφανείς εταίρους, αλλά αφορά τις εξωτερικές σχέσεις του εμφανούς εταίρου και των τρίτων προβλέποντας (το αυτονόητο), ότι από τη στιγμή, που προς τα έξω εμφανίζεται μόνο ο εμφανής εταίρος, τα αποκτώμενα περιουσιακά στοιχεία αποκτώνται από αυτόν.
Το τι θα συμβεί στη συνέχεια με αυτά, είναι αντικείμενο της συμβατικής ρύθμισης της εσωτερικής σχέσης των εταίρων. Ο τύπος θα μπορούσε να καταστεί υποχρεωτικός, εάν μπορούσε να ερμηνευτεί ο σχετικός όρος της εταιρικής σύμβασης, που προβλέπει τη μεταβίβαση των αποκτώμενων περιουσιακών στοιχείων στους αφανείς εταίρους, ως προσύμφωνο, για το οποίο απαιτείται ο τύπος της κύριας σύμβασης σύμφωνα με το άρθρ. 166 ΑΚ.
Στο άρθρ. 285 παρ. 2 εδ. β', γ' ν. 4072/2012 προβλέπεται ότι οι όροι της εταιρικής σύμβασης αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών καθώς και ότι για τη συμφωνία αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρ. 393 ΚΠολΔ. Ο έγγραφος τύπος είναι, επομένως, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη αποδεικτικός και όχι συστατικός, η δε απαγόρευση της διά μαρτύρων απόδειξης (είτε του περιεχομένου της εταιρικής σύμβασης, εφόσον έχει καταρτισθεί προφορικά, είτε κατά του περιεχομένου αυτής, εφόσον έχει καταρτισθεί εγγράφως) είναι άστοχη, καθώς συχνότατα οι αφανείς εταιρίες καταρτίζονται προφορικά.
Στην ουσία κατ' αποτέλεσμα λόγω του αποκλεισμού της εμμάρτυρης απόδειξης, ο έγγραφος τύπος καθίσταται απαραίτητος, καίτοι αποδεικτικός. Η εταιρική σύμβαση τροποποιείται με νεότερη συμφωνία όλων των εταίρων, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί η τροποποίηση κατά πλειοψηφία. Ακόμη, ο αφανής εταίρος μπορεί να ασκεί δικαίωμα εσωτερικής διαχείρισης εφόσον τούτο συμφωνηθεί, ενώ έχει το διοικητικής φύσης δικαίωμα ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρ. 290, το οποίο συναρτάται με την εταιρική ιδιότητα και καλύπτει ολόκληρη τη διάρκεια της εταιρείας, μέχρι και την εκκαθάριση.
Η έκταση και το περιεχόμενο αυτού εξαρτάται από τη βούληση των μερών, που διαμορφώνουν ελευθέρως στις προς τα έσω σχέσεις τους. Το ελάχιστο περιεχόμενό του προσδιορίζεται από την ΑΚ 755 και τα χαρακτηριστικά της αφανούς εταιρείας. Το δικαίωμα ελέγχου υφίσταται παράλληλα με την αξίωση λογοδοσίας του άρθρ. 289 παρ. 3, και πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως ενιαίο σύνολο ώστε να έχει κανείς σφαιρική εικόνα της ελεγκτικής εξουσίας του αφανούς εταίρου.
Επί της αρχής, θα πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι ο αφανής εταίρος έχει κατά του διαχειριστή-εμφανούς εταίρου, αλλά και κατά των αφανών που ασκούν εσωτερικά διαχειριστικά καθήκοντα, ατομική αξίωση για παροχή πληροφοριών και λογοδοσίας σε σχέση με διαχειριστικές ενέργειες, π.χ. για παροχή εξηγήσεων αναφορικά με έγγραφα ή συναλλαγές που αφορούν την "εταιρική" επιχείρηση.
Η αξίωση αυτή αντιστοιχίζεται με την υποχρέωση του διαχειριστή να παρέχει πληροφορίες για τη διαχείριση (ΑΚ 754, 718, 303) κατά την κρίσιμη διαχειριστική περίοδο και να λογοδοτεί μετά τη λύση της. Μη νόμιμο θα είναι όμως το αίτημα λογοδοσίας εάν αφορά χρονική περίοδο που ακολουθεί την λύση της εταιρείας. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Η νομική αοριστία της αγωγής (όπως και η ποιοτική/ποσοτική αοριστία) για να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού στο αναιρετήριο σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1002/2017, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 991/2004, ΑΠ 1162/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1978 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ο. Κ., το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αριθμό 3/1978 ιδρύθηκε η ιδιότυπη μεταφορική εταιρία με την επωνυμία "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" με έδρα τα Νέα Μουδανιά και αντικείμενο δραστηριότητας, αρχικά τη μεταφορά σιτηρών και λιπασμάτων και στη συνέχεια, τις γενικές οδικές μεταφορές.
Μέλη της εταιρίας αυτής ήταν οι ιδρυτικοί εταίροι της, καθώς και οι εταίροι που εισήλθαν σ' αυτή στη συνέχεια, μεταξύ δε αυτών και οι ενάγοντες. Η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε "ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΘΝΙΚΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΝΟΤΙΟΥ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ". Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εταιρίας αυτής με την επέκταση της δραστηριότητάς της και στην φορτοεκφόρτωση οι εταίροι της δυνάμει του από 29-3-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αριθμό 118/1995, ίδρυσαν την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ ΟΕ", έδρα τα Σήμαντρα Χαλκιδικής και αντικείμενο την εκμετάλλευση ανυψωτικών και γερανοφόρων μηχανημάτων για την φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων.
Η επωνυμία της ανωτέρω εταιρίας τροποποιήθηκε σε "Α. Κ. - Ε. Η. Κ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" με διακριτικό τίτλο "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ" δυνάμει του από 14-4-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αριθμό 134/1995, στη συνέχεια σε "Π. Κ. -Λ. Α.- Μ. I. & ΣΙΑ ΟΕ" δυνάμει του από 6-6-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αριθμό 92/2000 και τέλος σε "Δ.
Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" δυνάμει του από 15-3-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε επίσης νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αριθμό 114/2003. Μεταξύ των ιδρυτών της ανωτέρω εταιρίας συμφωνήθηκε εταίροι της να είναι όλοι οι εταίροι της εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ". Στις 12-5-2003 η εταιρία αυτή λύθηκε με καταγγελία για λόγους, που αφορούσαν ζητήματα παράλληλης ασφάλισης, ενώ αμέσως μετά δυνάμει του από 4-6-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αριθμό 120/2003, ιδρύθηκε η εταιρία φορτοεκφορτώσεων με την επωνυμία "Δ.
Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ", με εταίρους τον δεύτερο εναγόμενο, την Χ. Π. και τον Σ. Σ. Ταυτόχρονα, με ιδιαίτερη συμφωνία που καταρτίσθηκε άτυπα μεταξύ των εταίρων της μεταφορικής "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" συστήθηκε μεταξύ τους αφανής εταιρία αόριστης διάρκειας, με εμφανή εταίρο την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία και αφανείς εταίρους τους υπόλοιπους εταίρους της ως άνω μεταφορικής εταιρίας, με σκοπό την εκμετάλλευση ανυψωτικών και γερανοφόρων μηχανημάτων για την φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων.
Στη εμφανή εταιρία με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" μεταβιβάσθηκε όλος ο εξοπλισμός της ήδη λυθείσας εταιρίας (...), για τη μεταβίβαση δε αυτή οι εταίροι της εμφανούς εταιρίας δεν κατέβαλαν στους λοιπούς εταίρους κάποιο χρηματικό ποσό και τούτο διότι, οι τελευταίοι συνέχισαν να είναι αφανείς εταίροι αυτής.
Κατά τους ειδικότερους δε όρους της μεταξύ τους άτυπης (προφορικής) συμφωνίας στη νέα εταιρία, η οποία αποτελούσε ουσιαστικά συνέχεια της προαναφερόμενης ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρίας φορτοεκφορτώσεων "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ", οι ενάγοντες συμμετείχαν στα κέρδη και στις ζημίες ως εξής: ο πρώτος κατά ποσοστό 6,94%, ο δεύτερος κατά ποσοστό 6,94%, ο τρίτος κατά ποσοστό 6,94%, ο τέταρτος κατά ποσοστό 6,94%, ο πέμπτος κατά ποσοστό 5,56% και ο έκτος κατά ποσοστό 5,56%.
Η συμμετοχή τους αυτή στα κέρδη και στις ζημίες της νέας αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο την εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", ήταν ανάλογη με την εταιρική τους συμμετοχή στη μεταφορική "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ". Η εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" διατήρησε την ίδια επωνυμία με τη λυθείσα εταιρία, το ίδιο πελατολόγιο και τα ίδια μηχανήματα και συνέχισε τη δραστηριότητά της με αφανείς εταίρους όλους τους λοιπούς εταίρους της μεταφορικής εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ".
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος- δευτέρου εναγομένου ότι οι όροι της προαναφερόμενης εταιρικής συμφωνίας περί σύστασης αφανούς εταιρίας με εμφανή εταίρο την εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και αφανείς εταίρους όλους τους λοιπούς εταίρους της μεταφορικής εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ", μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, δεν αποδεικνύεται εγγράφως, όπως απαιτεί ο ν. 4072/2012, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αφανής εταιρία, της οποίας αφανείς εταίροι είναι οι ενάγοντες, συστήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4072/2012 και επομένως, για τη σύστασή της δεν ήταν αναγκαία η τήρηση εγγράφου τύπου.
Αλλά και ο ισχυρισμός του ιδίου εναγομένου, ότι αφανής εταίρος της συσταθείσας κατά τα άνω αφανούς εταιρίας υπήρξε η μεταφορική εταιρία "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο, ως τέτοιο δε αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί το προσκομιζόμενο εκ μέρους του πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μελών της εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" με ημερομηνία 10-9-2018, το οποίο συντάχθηκε μετά την άσκηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, καθόσον η περιληφθείσα σ' αυτό δήλωση "..στην οποία η εταιρία μας είναι αφανής εταίρος" φέρεται να προέρχεται από την πρόεδρο της γενικής συνέλευσης και όχι από τους ενάγοντες.
Πέραν τούτου, όλοι οι ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες, Φ. Π. του Ν., Ν. Η. του Σ., Δ. Ε. του Ν., Α. Π. του Ι. και Ε. Λ. του Γ. επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι εμφανής εταίρος της συσταθείσας κατά τα άνω αφανούς εταιρίας υπήρξε η ομόρρυθμη εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και ότι οι ενάγοντες συμμετείχαν σ' αυτήν ως αφανείς εταίροι.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η προαναφερόμενη εταιρία λειτούργησε ομαλά στα πλαίσια της υλοποίησης του σκοπού της, που ήταν, όπως προαναφέρθηκε η εκμετάλλευση ανυψωτικών και γερανοφόρων οχημάτων για την φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων με διαχειριστή από 7-12-2007 τον δεύτερο εναγόμενο. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των εταίρων της διαταράχθηκαν, όταν ο δεύτερος εναγόμενος άρχισε να ασκεί από κοινού με τον πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) διαχειριστή της μεταφορικής εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" ατομική επαγγελματική δραστηριότητα και να λειτουργεί ανταγωνιστικά σε βάρος των εναγόντων εταίρων της προαναφερόμενης αφανούς εταιρίας.
Πιο συγκεκριμένα, ο δεύτερος εναγόμενος, από το έτος 2012 απέκτησε από κοινού με τον πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και κατ' ισομοιρία το με αριθμ. ... φορτηγό και το υπ' αριθμ. ... μηχάνημα έργου- γερανό, με τα οποία ασκούσαν όμοια με την ασκούμενη από την αφανή εταιρία, δραστηριότητα και προωθούσαν την εξυπηρέτηση των ατομικών τους συμφερόντων σε βάρος των εταιρικών συμφερόντων και αδιαφορούσαν για τη συντήρηση των εταιρικών μηχανημάτων, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό τους ενάγοντες.
Κατά το χρονικό διάστημα, που ακολούθησε, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τέταρτος των εναγόντων από κοινού με άλλους αφανείς εταίρους επεχείρησαν να αποκτήσουν πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", έτσι ώστε να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση της εταιρίας από τον δεύτερο εναγόμενο.
Για το σκοπό αυτό με την από 28-9-2015 εξώδικη όχληση, την οποία απέστειλαν προς τον διαχειριστή της εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" Α. Α.-Κ. και τον δεύτερο εναγόμενο, αφού επικαλέσθηκαν αντισυναδελφική και αντικαταστατική εκ μέρους των συμπεριφορά και άρνησή τους να καταχωρήσουν στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης της 18-9-2015 υπόμνημα, που είχαν καταθέσει και να προχωρήσουν σε αναλυτική έκθεση της διαχείρισής τους για τα οικονομικά των εταιριών των οποίων ασκούσαν τη διαχείριση, για τις καθημερινές δοσοληψίες αυτών, για την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών των εταιριών, για το ταμείο, για τις συμφωνίες που έκλειναν με πελάτες και για την κατάσταση των μηχανημάτων των εταιριών τους, τους κάλεσαν να καταχωρήσουν άμεσα στα επίσημα πρακτικά της γενικής συνέλευσης των εταίρων αμφοτέρων των ως άνω εταιριών το υπόμνημα, που είχαν καταθέσει κατά τη γενική συνέλευση των εταίρων στις 18-9-2015 με τις θέσεις τους σε κρίσιμα ζητήματα, που αφορούσαν μεταξύ άλλων και την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ", ώστε να εισέλθουν σ' αυτή και τυπικά όλα τα μέλη της "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ", που το επιθυμούσαν, να καταθέσουν γραπτή λεπτομερειακή αναφορά για την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο με αναλυτική κατάθεση όλων των σχετικών παραστατικών και να τους χορηγήσουν αντίγραφο του πρακτικού αυτού.
Ακολούθως, και μετά από νέες προφορικές οχλήσεις του εκ μέρους των εναγόντων, ο δεύτερος εναγόμενος προχώρησε μόνον σε προφορική παρουσίαση των εσόδων και εξόδων της εταιρίας "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", για τα έτη 2015 και 2016 χωρίς να προβεί σε απόδοση λογαριασμού της οικονομικής εκ μέρους του διαχείρισης της εταιρίας.
Στις 24-6-2018, οι ενάγοντες απέστειλαν προς τον διαχειριστή της εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" Α. Α. - Κ. και τον εκκαλούντα- δεύτερο εναγόμενο νέα εξώδικη όχληση με την οποία, επικαλούμενοι την ανάπτυξη εκ μέρους των ανταγωνιστικής προς τις δύο εταιρίες τους δραστηριότητα κατά παράβαση του εταιρικού συμβολαίου και του νόμου και τη δημιουργία δικής τους αυτοτελούς επαγγελματικής εγκατάστασής τους και κυρίως, την προφορική παραδοχή του Αλέξανδρου Α.- Κ.
ότι μετέφερε ταμειακά διαθέσιμα της μεταφορικής εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" στην ομόρρυθμη εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", χωρίς να έχει ληφθεί σχετική απόφαση από τις συνελεύσεις των δύο εταιριών και χωρίς γνώση και έγκριση των εταίρων ζήτησαν την απόδοση λογαριασμού για τη διαχείριση των ως άνω εταιριών εκ μέρους των με την χορήγηση αναλυτικής γραπτής έκθεσης για τη διαχείριση των οικονομικών των εταιριών και για τις καθημερινές δοσοληψίες, καθώς και όλων των εκδοθέντων παραστατικών και ενδεικτικώς, τη χορήγηση αντιγράφων κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών, αντιγράφων κίνησης του ταμείου, λογαριασμού για τις καταρτισθείσες συμφωνίες με πελάτες, έκθεσης της κατάστασης των μηχανημάτων φορτοεκφόρτωσης, αντιγράφων των παραστατικών καταθέσεων, αναλήψεων, πληρωμών, καταβολής μερισμάτων, καταβολής δαπανών, πληρωμής και είσπραξης επιταγών, διαχείρισης κεφαλαίου και αναλυτική αιτιολογία για το ταμειακό έλλειμμα, για το οποίο παρακρατήθηκε από τους μετόχους το ποσό των 8.500 ευρώ.
Οι ανωτέρω διαχειριστές με την από 26-6-2018 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση- διαμαρτυρία δήλωσαν την αντίθεσή τους, στα όσα ανέφεραν οι ενάγοντες για το πρόσωπό τους, στην από 21-6-2018 εξώδικη όχληση. Οι ενάγοντες, απαντώντας στους ανωτέρω διαχειριστές με τη νέα από 9-7-2018 εξώδικη όχλησή τους, η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 12-7-2018, τους κάλεσαν σε άμεση, πλήρη και αιτιολογημένη λογοδοσία για τη διαχείριση των ως άνω εταιριών εκ μέρους των με την χορήγηση αναλυτικής γραπτής έκθεσης για τη διαχείριση των οικονομικών των εταιριών, για τις καθημερινές δοσοληψίες και όλων των παραστατικών και ειδικά, κάλεσαν τον δεύτερο εναγόμενο να τους αποδώσει άμεσα λογαριασμό ειδικώς για τη διαχείριση του ποσού των 180.000- 200.000 ευρώ και γενικώς για τη συνολική διαχείρισή του στην εταιρία "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ", καθόσον δεν τους απέδιδε τα μερίδιά τους και δεν τους καθιστούσε επίσημα ομόρρυθμους εταίρους.
Τέλος, μετά την σύγκληση με πρωτοβουλία του διαχειριστή της εταιρίας "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ", τακτικής γενικής συνέλευσης των εταίρων για συζήτηση και λήψη αποφάσεων για έγερση σε βάρος των εναγόντων, αγωγών αποκλεισμού τους από την εταιρία, οι ενάγοντες απέστειλαν τόσο στον ανωτέρω διαχειριστή, όσο και στον δεύτερο εναγόμενο διαχειριστή της εταιρίας "Δ.
Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" την από 24-7-2018 εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση- πρόσκληση- αίτηση (...) με την οποία επικαλούμενοι εκ νέου την άρνηση παροχής λογοδοσίας εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου, ζήτησαν στη ορισθείσα γενική συνέλευση να ληφθεί απόφαση για έγερση αγωγών αποκλεισμού των ως άνω εταίρων - διαχειριστών και την άσκηση εναντίον τους αγωγών αποζημίωσης.
Στις 31-7-2018 πραγματοποιήθηκε η γενική συνέλευση των εταίρων των ως άνω εταιριών, ωστόσο και πάλι ο δεύτερος εναγόμενος δεν παρέδωσε στους ενάγοντες τα στοιχεία και τα βιβλία της εμφανούς εταιρίας "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Έτσι, οι ενάγοντες μετά τη μη παροχή εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου της αιτηθείσας λογοδοσίας, άσκησαν εναντίον του την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με αίτημα την παροχή λογοδοσίας για το χρονικό διάστημα από 7-12-2007 έως 1-8-2018.
Κατόπιν τούτων και εφόσον ο δεύτερος εναγόμενος κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα διαχειρίσθηκε ξένη υπόθεση, η διαχείριση της οποίας συνεπάγονταν εισπράξεις και δαπάνες και δεν προέβη σε εξώδικη λογοδοσία, όπως όφειλε ως διαχειριστής της εμφανούς εταιρίας "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", πρέπει να υποχρεωθεί προς λογοδοσία δικαστικώς.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 24/2019 απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του δευτέρου εναγομένου περί του ότι δεν υφίσταται ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων για την άσκηση της αγωγή λογοδοσίας και ότι σε κάθε περίπτωση η ίδρυση της επίμαχης εταιρίας ήταν μη νόμιμη, λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου, ακολούθως δε υποχρέωσε τον ανωτέρω εναγόμενο να καταθέσει στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου λογαριασμό, που να περιέχει σαφή, ορισμένη και λεπτομερή αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων της διαχείρισης, για το χρονικό διάστημα από 7-12-2007 έως 1-8-2018, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο δεύτερος εναγόμενος με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επίσης, αβάσιμα και απορριπτέα είναι και όσα ισχυρίζεται ο ανωτέρω εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τον έκτο λόγο της έφεσής του περί παραδοχής του αιτήματος λογοδοσίας και για το χρονικό διάστημα, για το οποίο δεν υπήρχε σχετική, υποχρέωση λογοδοσίας και τούτο διότι, με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, οι ενάγοντες ζήτησαν την παροχή λογοδοσίας εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου από την 7-12-2007 μέχρι την άσκηση της ανωτέρω αγωγής (1-8-2018), όπως είχαν δικαίωμα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 303 και 785 επ.
ΑΚ και όχι και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-8-2018 μέχρι 31-12-2018, καθόσον δεν είχε παρέλθει ακόμη το ανωτέρω χρονικό διάστημα κατά την άσκηση της αγωγής, οι δε ενάγοντες- αφανείς εταίροι μπορούσαν να ασκήσουν αγωγή λογοδοσίας με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις και πριν το τέλος του έτους 2018".
Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την από 16-9-2019 και υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 106/16-9-2019 έφεση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα ότι: α) οι εταίροι της μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ" σύστησαν μεταξύ τους αφανή εταιρία αόριστης χρονικής διάρκειας με εμφανή εταίρο την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ.
Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και αφανείς όλους τους υπολοίπους εταίρους της ως άνω μεταφορικής εταιρίας με σκοπό την εκμετάλλευση ανυψωτικών και γερανοφόρων μηχανημάτων για την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων που μετέφεραν, β) στη εμφανή εταιρία με την επωνυμία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" μεταβιβάσθηκε όλος ο εξοπλισμός της ήδη λυθείσας εταιρίας, για τη μεταβίβαση δε αυτή οι εταίροι της εμφανούς εταιρίας (ενν.
της ομόρρυθμης) δεν κατέβαλαν στους λοιπούς εταίρους κάποιο χρηματικό ποσό και τούτο διότι, οι τελευταίοι συνέχισαν να είναι αφανείς εταίροι αυτής, γ) στη νέα εταιρία (ενν. την ομόρρυθμη εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ";), η οποία αποτελούσε ουσιαστικά συνέχεια της προαναφερόμενης ήδη λυθείσας ομόρρυθμης εταιρίας φορτοεκφορτώσεων "ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ", οι ενάγοντες συμμετείχαν στα κέρδη και στις ζημίες ως εξής:
ο πρώτος κατά ποσοστό 6,94%, ο δεύτερος κατά ποσοστό 6,94%, ο τρίτος κατά ποσοστό 6,94%, ο τέταρτος κατά ποσοστό 6,94%, ο πέμπτος κατά ποσοστό 5,56% και ο έκτος κατά ποσοστό 5,56%. Η συμμετοχή τους αυτή στα κέρδη και στις ζημίες της νέας αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο την εταιρία "Δ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", ήταν ανάλογη με την εταιρική τους συμμετοχή στη μεταφορική "ΙΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥΔΑΝΙΑ", περιέχει ασαφείς, αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 285 επ.
ν.4072/2012 και 741, 742 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά σχετικά με την εισφορά που ο κάθε αφανής εταίρος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην αφανή εταιρία, καθώς και το είδος αυτής, ούτε και τον ακριβή τρόπο που ο κάθε αφανής εταίρος θα αποκτούσε την ιδιότητα αυτή όταν θα επερχόταν αλλαγή μετοχικής σύνθεσης της αφανούς εταιρίας, ούτως ώστε να καταλήξει στο ασφαλές αποδεικτικό πόρισμα ότι οι ενάγοντες/αναιρεσίβλητοι ήταν πράγματι οι αφανείς εταίροι της αφανούς εταιρίας που ίδρυσαν με εμφανή εταίρο την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία και ως εκ τούτου έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την λογοδοσία του αναιρεσείοντος ως διαχειριστή της περιουσίας τους.
Συγκεκριμένα οι ως άνω παραδοχές της είναι ελλιπείς αφού αναφέρουν το τι μεταβιβάστηκε στη νέα ΟΕ και τα ποσοστά στα οποία οι ενάγοντες/αναιρεσίβλητοι μετείχαν στις κερδοζημίες αυτής, τα οποία αναιτιολογήτως ανάγει σε ποσοστά συμμετοχής τους στην αφανή εταιρία, ενώ υπάρχει ασάφεια σχετικά με τη συνδρομή των γεγονότων που συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και το θέτουν σε εφαρμογή ή το αποκλείουν.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αναιρέσεως. Αν όμως οι προτεινόμενες ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του υλικού της αναιρετικής δίκης, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 512/2011, ΑΠ 117/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν τις προτάσεις τους ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 28-3-2025 ήτοι τρείς ημέρες πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Με την προσθήκη στις προτάσεις τους που κατέθεσαν στις 3-4-2025 ήτοι την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρόβαλαν τον ισχυρισμό ότι ο αναιρεσείων δεν νομιμοποιείτο να παραστεί με την ιδιότητα του διαχειριστή της ΟΕ διότι την απώλεσε το έτος 2023 ότε αποχώρησε από την εταιρία, προσκόμισαν δε και τα αντίστοιχο έγγραφο. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θα έπρεπε να προταθεί με τις προτάσεις που θα έπρεπε να είχαν κατατεθεί 20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, καθόσον δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αποτελούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό βάσιμο αίτημά του (άρθ. 176, 183 , 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1660/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ