Supreme Court allows appeal against dismissal of unfair dismissal claim due to unconstitutional statute application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment dismissing an employee's claim for unfair dismissal. The court found the lower court erred in rejecting the employer's argument that the employee was not protected by the specific statute because the relevant provision was unconstitutional. Consequently, the decision to dismiss the claim was overturned, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 2643/1998 of the Civil Code; If a statutory provision invoked by a party is unconstitutional, the party is not protected by that law and cannot claim abuse of right based on it, rendering the objection inadmissible rather than merely unproven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1831 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1831/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Παπαδόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Μ. του Θ., κατοίκου ... παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Μυλωνά, που ανακάλεσε την παράστασή της δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-10-2016(2) αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας με αριθμούς 218/25-10-2016 και 219/25-10-2016, αντίστοιχα.
Εκδόθηκε η 125/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 468/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2020 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 23.10.2017 [με αριθ. 162/24.10.2017] αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 125/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, φέρεται δε προς συζήτηση με την από 9.10.2020 κλήση της αναιρεσείουσας μόνο ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 468/2020 αποφάσεως του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάνου, με την οποία θεωρήθηκε μη ασκηθείσα η αίτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο λόγω παραιτήσεως της αιτούσας από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς αυτόν και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως για την ως άνω αναιρεσίβλητη προκειμένου να προσκομισθούν τα αποδεικτικά έγγραφα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε επιμελεία της ως άνω αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα εταιρεία στις 27.7.2017, όπως συνάγεται από σχετική επισημείωση επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.
Σ. και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στις 24.10.2017 δηλαδή εντός τριάντα ημερών από την πάροδο της προθεσμίας της εφέσεως των τριάντα ημερών, η οποία έληξε [προθεσμία εφέσεως] στις 26.9.2017, καθόσον το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στην προθεσμίατης έφεσης και της αναίρεσης [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 147 παρ.2, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], θα ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των διαλαμβανομένων σ'αυτήν λόγω [άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ].
Σύμφωνα με το άρθρο 2 Ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών" επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, εφόσον απασχολούν προσωπικό άνω των πενήντα ατόμων υποχρεούνται να προσλαμβάνουν πρόσωπα ανήκοντα σε μία από τις προστατευόμενες ειδικές κατηγορίες του νόμου αυτού, σε ποσοστό 8% επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης.
Η τοποθέτηση γίνεται με απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 9 Ν. 2643/1998 και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη. Η καταγγελία της συμβάσεως των προστατευομένων προσώπων, προκειμένου για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή επιτρέπεται μόνον κατόπιν αποφάσεως της ως άνω Επιτροπής [άρθρο 11 παρ.1], άλλως είναι άκυρη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ εδ. α' του ως άνω Νόμου, ως ίσχυε προς της αντικαταστάσεώς της δια του άρθρου 35 Ν. 4778/2021, "στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων: ...γ. Όσοι έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά την έννοια του ν. 1285/1982 και τα τέκνα τους". Η εν λόγω διάταξη έχει κηρυχθεί αντισυνταγματική με την υπ'αριθ. 8/2019 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ.1, 48 παρ. 1,2, 50 παρ.3 και 51 παρ. 1 - 3 του Κώδικος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου [Ν. 345/1976] η ερμηνεία που δίδεται από το ΑΕΔ σε μια διάταξη νόμου καταλαμβάνει πέρα από τη συγκεκριμένη υπόθεση που προκάλεσε την αμφισβήτηση για την αντισυνταγματικότητα ή την έννοια τυπικού νόμου και όλες τις εκκρεμείς δίκες , ακόμα και αυτές που μετά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως εξελίσσονται ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Οι αποφάσεις αυτές ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και δεσμεύουν τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας [ΟλΑΠ 10/2001].
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη Β. Μ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την ένδικη αγωγή, με την οποία επικαλουμένη ότι ενώ είχε τοποθετηθεί αναγκαστικώς στην αναιρεσείουσα εταιρεία ως τέκνο αγωνιστή Εθνικής Αντίστασης, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της υπό σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απελύθη χωρίς την παροχή αδείας από την ως άνω Επιτροπή, εζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητος της απολύσεώς της και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Το Δικαστήριο εδέχθη κατ'ουσίαν την αγωγή, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ειδικής προστασίας του Ν. 2643/1998, ως αόριστη, διότι έκρινε ότι δεν εξειδικεύετο η καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης. Με την εν λόγω κρίση εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτη [αόριστη] την ένσταση της αναιρεσείουσας, αφού έπρεπε να απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη, καθόσον, επειδή η προοπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' εδ. α' του Ν. 2643/1998 είναι αντισυνταγματικής η αναιρεσίβλητη δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του ως άνω νόμου και δεν υφίσταται δικαίωμα αυτής να επικαλεσθεί την εν λόγω προστασία, ώστε να δύναται να ασκηθεί τούτο καταχρηστικώς.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου πλήττεται το κηρυχθέν απαράδεκτο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο τούτο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση λόγω της διαφοράς δεδικασμένου μεταξύ μη νομίμου και απαραδέκτου και περαιτέρω να συναναιρεθούν και τα αρρήκτως μετά τούτου συνδεόμενα κεφάλαια της αποφάσεως περί κηρύξεως της ακυρότητος της καταγγελίας λόγω μη παροχής αδείας της Επιτροπής και επιδικάσεως μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, τα οποία στηρίζονται επί του αυτού ελαττώματος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής ως ορίζεται στο διατακτικό [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 125/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσίβλητη.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ