Greek Supreme Court refers to EU Court on definition of economic entity in business transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Greek Supreme Court suspended the final judgment on an appeal regarding a business transfer dispute between an anonymous company and numerous individual creditors. The court identified a significant legal ambiguity concerning whether a business transfer requires a fully self-sufficient productive unit or if the distinctiveness of the activity and its organizational feasibility suffice. Consequently, the court referred two preliminary questions to the Court of Justice of the European Union for interpretation of Directive 98/50/EC.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Directive 98/50/EC; The court must determine whether a business transfer requires a self-sufficient productive unit or if the distinctiveness of the activity and organizational feasibility are sufficient, and whether a future liquidation precludes the existence of a transfer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1831 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1831/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 21η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ’ ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Ανδριόπουλου, ο οποίος, δυνάμει του .../17-9-2014 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζ. Σ., διόρισε ως συμπαραστάτη τον παρόντα στο ακροατήριο δικηγόρο Δημήτριο Ζερδελή και αμφότεροι κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1) Π. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2) Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 3) Ν. Β. του Κ., κατοίκου ..., 4) Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 5) Σ. Β. του Β., κατοίκου ..., 6) Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 8) Β. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 9) Ά.-Γ. Γ. του Τ., κατοίκου ..., 10) Η. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 11) Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 12) Α.
Δ. του Α., κατοίκου ..., 13) Ι. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 14) Α. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 15) Ν. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 16) Ε. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 17) Δ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 18) Ν. Ι. του Τ., κατοίκου ..., 19) Β. Ι. του Ι., κατοίκου ..., 20) Σ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., 21) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 22) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 23) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 24) Ν.
Κ. του Μ., κατοίκου ..., 25) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 26) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 27) Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 28) Ν. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 29) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 30) Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 31) Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 32) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 33) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 34) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 35) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 36) Κ.
Κ. του Ν., κατοίκου ..., 37) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 38) Η. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 39) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 40) Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 41) Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 42) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 43) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 44) Ε. Λ. του Β., κατοίκου ..., 45) Δ. Λ. του Ζ., κατοίκου ..., 46) Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 47) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 48) Μ.
Μ. του Α., κατοίκου ..., 49) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 50) Κ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 51) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 52) Β. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 53) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 54) Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 55) Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 56) Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., 57) Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 58) Γ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 59) Κ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 60) Δ.
Π. του Α., κατοίκου ..., 61) Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., 62) Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 63) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., 64) Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 65) Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., 66) Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 67) Δ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 68) Σ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 69) Χ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 70) Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 71) Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., 72) Δ.
Σ. του Ν., κατοίκου ..., 73) Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 74) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 75) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 76) Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 77) Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 78) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 79) Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 80) Η. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 81) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 82) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., 83) Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 84) Β.
Φ. του Σ., κατοίκου ..., 85) Ι. Φ. του Α., κατοίκου ..., 86) Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 87) Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 88) Χ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 89) Μ. Χ. του Α., κατοίκου ... και 90) Α. Λ. του Α., κατοίκου .... Εξ αυτών οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 19ος, 20ος, 21ος, 23ος, 24ος, 27ος, 29ος, 34ος, 35ος, 39ος, 40ος, 41ος, 42ος, 45ος, 50ος, 54ος, 55ος, 58ος, 63ος, 66ος, 68ος, 70ος, 71ος, 76ος, 80ος, 82ος, 83ος, 84ος, 85ος, 89ος και 90ος παραστάθηκαν μετά και οι 1ος, 9ος,17ος, 22ος, 25ος, 28ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 37ος, 38ος, 44ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49ος, 51ος, 52ος, 53ος, 56ος, 57ος, 59ος, 60ος, 61ος, 62ος, 64ος, 67ος, 69ος, 72ος, 73ος, 74ος, 77ος, 78ος, 81ος, 86ος, 87ος, 88ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πήττα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Ο 26ος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Μιχαλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι 43ος και 65ος παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Τζέλλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι 8ος, 18ος, 36ος, 75ος, 79ος δεν παραστάθηκαν.
Των προς ους κοινοποιείται η κλήση - προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των εναγόντων: 1) Πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πήττα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και τον οποίο διόρισε ο εμφανισθείς στο ακροατήριο πρόεδρος του σωματείου, Β. Κ.. 2) Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πήττα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και τον οποίο διόρισε ο εμφανισθείς στο ακροατήριο πρόεδρος του σωματείου, Χ. Α.. Και 3) τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 18-6-2009.
Εκδόθηκαν η 17/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3263/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-8-2013 αίτησή της (ημερομηνία καταθέσεως), η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 16-5-2016 κλήση των αναιρεσίβλητων, μετά την έκδοση της 196/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 20-2-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Νικόλαου Πάσσου, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παριστάμενων αναιρεσίβλητων και των προσθέτως παρεμβαινόντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 16-5-2016 κλήση των αναιρεσίβλητων, ύστερα από την έκδοση της 196/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις .../4-11-2016, ...18-11-2016, .../8-11-2016, .../2-11-2016 και ...15-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως της Θ. Σ., δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της από 16-5-2016 κλήσεως των αναιρεσίβλητων, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 29-8-2013, προκοινοποιηθείσα αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας και καθ’ ης κλήση ανώνυμης εταιρίας, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσίβλητων και καλούντων προς τους, επίσης, αναιρεσίβλητους, αλλά μη καλούντες, (8) Β.
Γ., (18) Ν. Ι., (36) Κ. Κ., (75) Κ. Σ. και (79) Α. Τ., για να παρασταθούν κατά τη δικάσιμο της 24-1-2017, εκ της οποίας η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ’ αυτούς. Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή.
Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική τους απουσία (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
3.Με τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) έχουν ληφθεί "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του π.δ. 178/ 2002, καταργήθηκε το προϊσχύσαν π.δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (η οποία τροποποιήθηκε με την ως άνω και, τελικά, κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων κλπ. Έτσι, οι διατάξεις του π.δ. 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο β’ ).
Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ).
Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης (απόφαση ΔΕΚ της 17-12-1987 υπόθεση 287/86 [Ny Molle Kro], Συλλογή 1987, σ. 5465, 5479).
Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά:
απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κλπ] Συλλογή 1987 σ. Ι-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. Ι-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ. Ι-2745). Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα".
Πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή ακόμη και ενός τμήματος επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα") την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας (πρβλ.
ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012).
4.Σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 178/2002, δια της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο (παρ.1 εδ. α’ ). Οπότε, επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του β.δ.
της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3239/1955). Η μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.
Για την εξασφάλιση των εργαζομένων, των οποίων οι θέσεις εργασίας μεταφέρονται στο νέο φορέα της επιχείρησης κλπ, ο μεταβιβάζων εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (άρθρο 4 παρ.1 εδ.
β’ του π.δ. 178/2002). Μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων (παρ.1 εδ. α’ ). Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ.1 εδ.
β’ ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ.2). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του π.δ. 178/2002, οι ως άνω συνέπειες μιας μεταβίβασης, όπως καθορίζονται στα άρθρα 4 και 5 του διατάγματος αυτού, δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά την οποία ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη, ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας (παρ.1).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχειρήσεως κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται).
Όπως αναφέρθηκε, όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας.
5.Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί εφέσεως της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, κατά της 17/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κάνει δεκτή ως προς την κύρια βάση της την με αριθμό καταθέσεως ...18-6-2009 αγωγή των εναγόντων, εκεί εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε με την ήδη προσβαλλομένη 3263/2013 απόφασή του τα εξής ουσιώδη:
Ότι οι ενάγοντες, σε διαφορετικούς χρόνους ο καθένας και σε βάθος περίπου 30 ετών, είχαν προληφθεί και πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία στην ιδιωτικών συμφερόντων εναγομένη εταιρεία "... ΑΕ" (στο εξής: "..."), στις εγκαταστάσεις της στην περιοχή ..., με ατομικές συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ότι κατά το έτος 1985 η "..." εξαγοράστηκε από την κρατική "...
ΑΕ" και κατέστη επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ότι ύστερα από διεθνή, πλειοδοτικό διαγωνισμό και διαδικασία που εξελίχθηκαν από τον Οκτώβριο 2001 μέχρι το Μάιο 2002, το "Ελληνικό Δημόσιο" πώλησε και μεταβίβασε την "..." προς τις εταιρείες "...". Ότι, κατά το έτος 2005 (ύστερα από διαδοχικές μεταβολές που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα), η "..." περιήλθε στη ναυπηγική εταιρεία "...".
Ότι η "...", κατά την ιδιωτικοποίησή της, είχε ως επιχείρηση τέσσερις δραστηριότητες, οργανωμένες σε "διευθύνσεις" και συγκεκριμένα (α) την επισκευή πλοίων ("διεύθυνση επισκευών"), (β) τη ναυπήγηση πολεμικών και εμπορικών πλοίων ("διεύθυνση πλοίων επιφανείας"), (γ) τη ναυπήγηση και επισκευή υποβρυχίων ("διεύθυνση υποβρυχίων") και (δ) την κατασκευή και επισκευή σιδηροδρομικών οχημάτων ("διεύθυνση τροχαίου υλικού").
Ότι, εκτός από αυτές τις τέσσερις "διευθύνσεις", η οργανωτική δομή της εναγομένης περιλάμβανε και τέσσερα παραγωγικά "τμήματα", τα οποία υποστήριζαν τη λειτουργία των "διευθύνσεων" και συγκεκριμένα το ελασματουργείο, το σωληνουργείο, το ξυλουργείο και το μηχανουργείο. Ότι καμία από τις ως άνω δραστηριότητες της "..." (τις οργανωμένες σε "διευθύνσεις"), δεν μπορούσε να εκτελέσει τα έργα που αναλάμβανε χωρίς τη συμμετοχή στην αντίστοιχη διαδικασία και των προαναφερθέντων παραγωγικών "τμημάτων".
Ότι λίγο καιρό μετά την ιδιωτικοποίηση της "...", με την .../26-7-2002 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ., ιδρύθηκε ως θυγατρική αυτής η "... Ελλάδος ΑΕ" (στο εξής: "..."), της οποίας η σύσταση και το καταστατικό εγκρίθηκαν με την .../5-8-2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών. Ότι η ίδρυση της "..." έγινε προκειμένου να μεταβιβασθούν σ’ αυτήν οι υπό εξέλιξη προγραμματικές συμφωνίες μεταξύ αφ’ ενός κοινοπραξιών, στις οποίες μετείχε η "..." και αφ’ ετέρου του "...
Ελλάδος" (στο εξής: "...) και των "... Αθηνών Πειραιώς" (στο εξής: "... οι οποίες αφορούσαν στην εκ μέρους των κοινοπραξιών κατασκευή και παράδοση σιδηροδρομικών οχημάτων διαφόρων τύπων. Ότι πριν από την ιδιωτικοποίηση της "..." και προκειμένου αυτή να επιτευχθεί, είχαν καταρτισθεί, μεταξύ των κοινοπραξιών, των "...
και "...", του "Ελληνικού Δημοσίου" και των πλειοδοτών, τροποποιητικές συμβάσεις των προγραμματικών συμφωνιών, οι οποίες προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, την υποκατάσταση μιας μελλούσης να συσταθεί θυγατρικής εταιρίας (ήτοι, της "...") στη θέση της "...", προς ολοκλήρωση των παραγγελιών που αφορούσαν σε σιδηροδρομικό υλικό.
Ότι προκειμένου, από 1-10-2006, να επιτευχθεί η λειτουργία της διεύθυνσης τροχαίου υλικού της "..." ως αυτόνομης εταιρείας υπό την επωνυμία της "...", υπεγράφησαν μεταξύ αυτών οι εξής συμβάσεις: (α) το από 28-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, με το οποίο εκμισθώθηκε από την "..." στην "..." ένα οικόπεδο έκτασης 62.300 m2, επί της οδού ..., εντός της ευρύτερης περιοχής των ναυπηγείων, μαζί με τα ευρισκόμενα στο οικόπεδο κτίρια και εγκαταστάσεις υποδομής, το οποίο τροποποιήθηκε με τις από 13-6-2007, 30-9-2008 και 4-11-2008 συμφωνίες, (β) το από 28-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μεταχειρισμένων κινητών πραγμάτων, με το οποίο η "..." πούλησε και παρέδωσε στην "..." τα εις αυτό αναφερόμενα κινητά πράγματα που είχε στην κυριότητα και κατοχή της, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν από την "..." για την επιχειρηματική της δραστηριότητα, (γ) η από 28-9-2006 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι παροχής από την "..." στην "..." διαφόρων διοικητικής φύσεως διευκολύνσεων σε τομείς γραμματειακής ή νομικής υποστήριξης, οικονομικής διαχείρισης, ανθρώπινου δυναμικού, αγορών, τεχνολογιών πληροφορικής και τηλεφωνικού κέντρου, συντήρησης κλπ, (δ) η από 28-9-2006 σύμβαση ανάθεσης εργασιών από την "..." ως εργοδότρια προς την "..." ως ανάδοχο, με την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη τις εκκρεμείς εργασίες από την προγραμματική ... (με τους "...
και "... καθώς και κάθε άλλη αναγκαία εργασία κατά την περίοδο εγγύησης του αντικειμένου αυτής, (ε) η από 28-9-2006 παρόμοια σύμβαση, που αφορούσε στις εκκρεμείς, κύριες ή εγγυητικές εργασίες από την προγραμματική σύμβαση 37 και (στ) η από 28-9-2006 παρόμοια σύμβαση, που αφορούσε στις εκκρεμείς, κύριες ή εγγυητικές εργασίες από την προγραμματική σύμβαση ...
Ότι μετά την έναρξη λειτουργίας της "..." υπεγράφησαν μεταξύ της "..." και αυτής οι ακόλουθες συμβάσεις: (α) η από 31-1-2007 σύμβαση δανεισμού προσωπικού, με την οποία η "..." παραχώρησε τις υπηρεσίες μέρους του προσωπικού της στην εναγομένη, ενώ την 8-11-2007 υπογράφηκε μεταξύ των αυτών εταιρειών σύμβαση γενικών όρων δανεισμού προσωπικού, τροποποιηθείσα με την από 22-10-2008 πράξη, (β) η από 30-8-2007 σύμβαση ανάθεσης εργασιών από την "..." ως εργοδότρια προς την "..." ως ανάδοχο, με την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη τις εκκρεμείς εργασίες από την προγραμματική ...α (με τους "...
και "... καθώς και κάθε άλλη αναγκαία εργασία κατά την περίοδο εγγύησης του αντικειμένου αυτής, (γ) η από 30-8-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι παροχής υπηρεσιών παραγωγής από την "..." στην "...", ύστερα από σχετική αίτηση, (δ) η από 27-9-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι με τους οποίους η "..." θα εξακολουθούσε να παρέχει στην "..." πάσης φύσεως υπηρεσίες διοικητικής υποστήριξης, όπως ήδη αναφέρθηκε και (ε) η από 27-9-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι με τους οποίους η "..." θα εξακολουθούσε να παρέχει υπηρεσίες στην "...", όπως ήδη αναφέρθηκε.
Ότι από 1-10-2007 το σύνολο των μετοχών της "..." περιήλθε στην κυριότητα του ομίλου των γερμανικών εταιρειών περιορισμένης ευθύνης "..., που εκπροσωπήθηκαν από το διευθύνοντα σύμβουλο Χ. Μ.. Ότι, με την ...-10-2007 ανακοίνωση, άπαντες οι εργαζόμενοι πληροφορήθηκαν τη μεταβίβαση της "..." στον όμιλο εταιρειών "...". Ότι, ύστερα από συναντήσεις και διαβουλεύσεις μεταξύ της διοίκησης της "...", εκπροσώπων των εργαζομένων και του σωματείου των εργαζομένων "...", επιτεύχθηκε η σύναψη της από 13-5-2008 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας όλων των εργαζομένων στην "...".
Ότι, την 16-5-2008 κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση, προκειμένου να εγκριθούν οι τροποποιήσεις που έγιναν στο καταστατικό του εν λόγω σωματείου με την από 8-5-2008 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του και, ειδικότερα, η με ενιαίο τρόπο εκπροσώπηση όλων των εργαζομένων που απασχολούνται τόσο στην "..." όσο και σε άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο χώρο των ναυπηγείων ..., από το σωματείο "...".
Ότι, εξ αρχής, η εταιρική πορεία της "..." ήταν προκαθορισμένη και οδηγούσε στη λύση της. Ότι, ειδικότερα, στο άρθρο 5 της από 28-9-2007 συμφωνίας - πλαισίου μεταξύ της "..." και της "..." γίνεται λόγος για εκκαθάριση της "...", κάτι που με την αρχική συμφωνία είχε προγραμματισθεί να συμβεί την 30-9-2008, δηλ. σε χρόνο που συνέπιπτε με τη λήξη της υποχρεωτικής εξαετούς απαγόρευσης της μείωσης του προσωπικού της "..." κάτω του αριθμού των 1400 εργαζομένων, με βάση την από 1-10-2002 σύμβαση μεταβίβασης αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο προς τους αλλοδαπούς πλειοδότες.
Ότι στο ίδιο άρθρο συμφωνήθηκε ότι η "..." θα αναλάμβανε όλα τα έξοδα εκκαθάρισης μέχρι του ποσού των 4.500.000€, το οποίο ισοδυναμεί με το προϋπολογισθέν κόστος για τις απολύσεις των 160 εργαζομένων της "...". Ότι για να υπάρχει μεγαλύτερο κίνητρο επίτευξης του στόχου συμφωνήθηκε στο ίδιο άρθρο 5 ότι μετά την 30-9-2008 η "..." θα μείωνε το ως άνω ποσό των 4.500.000€ κατά 4% μηνιαίως.
Ότι με το άρθρο 7 παρ.4 της από 28-9-2007 συμφωνίας- πλαισίου συμφωνήθηκε μεταξύ της "..." και της "..." ότι για το ποσό των 6.500.000€, που είχε κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό για τη χρηματοδότηση της "...", με δικαιούχο την ίδια, θα έχουν από κοινού δικαίωμα διάθεσης αφενός ο Χ. Μ., διευθύνων σύμβουλος του ομίλου εταιρειών "...", στον οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα το σύνολο των μετοχών της "..." και αφετέρου ο Ρ.
Κ., νόμιμος εκπρόσωπος της "...". Ότι δεν αποδείχθηκε ο προβληθείς για τη θεμελίωση της οικονομικής αυτοτέλειας της "..." ισχυρισμός ότι αυτή είχε αναλάβει από την ελβετική εταιρεία "..." την κατασκευή 200 βαγονιών, ενώ το αληθές είναι ότι η ως άνω εταιρεία ανέθεσε την 29-4-2009 στην "..." την κατασκευή μόνο 3 βαγονιών μήκους 27m για τη μεταφορά αυτοκινήτων, αντί εργολαβικής αμοιβής μόνο 510.000€.
Ότι, όταν η εναγομένη διαπίστωσε το ανέφικτο της εκκαθάρισης της "..." έως την 30-9-2008, τροποποίησε την αρχική συμφωνία - πλαίσιο με την από 10-9-2008 νέα, επιμένοντας και πάλι για τη θέση της "..." σε εκκαθάριση σε μεταγενέστερο χρόνο. Ότι, τελικά, η "..." κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την 396/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
6.Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η "..." ουδέποτε συνιστούσε αυθύπαρκτη οργανική ενότητα διότι: (Α) Δεν συνιστούσε αυτόνομη παραγωγική μονάδα, δεδομένου ότι για την παραγωγή και επισκευή του τροχαίου υλικού ήταν απαραίτητη και αναγκαία η συμβολή απάντων των τεσσάρων "παραγωγικών" τμημάτων της εναγομένης, δηλ. (α) του ελασματουργείου, αφού τα βαγόνια κατασκευάζονται πρωτίστως με ελάσματα, (β) του σωληνουργείου, αφού στα βαγόνια τοποθετούνται διάφοροι σωλήνες, (γ) του ξυλουργείου, αφού στα βαγόνια πακτώνονται ξύλινα δάπεδα και διαχωριστικοί τοίχοι και (δ) του μηχανουργείου, αφού για τις κατασκευές αυτές απαιτείται μηχανολογικός εξοπλισμός, εάν δε η "..." έπαυε κάθε δραστηριότητα, θα ήταν αδύνατη η κατασκευή και επισκευή σιδηροδρομικού υλικού εκ μέρους της "...", (Β) Δεν διέθετε δική της γραμματειακή και λοιπή διοικητική υποστήριξη, αλλά μίσθωνε τις υπηρεσίες αυτές από την "..." και (Γ) Δεν διέθετε οικονομική αυτοτέλεια, αλλά την οικονομική διαχείριση της "..." συνέχιζε να ασκεί η "...".
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο Αθηνών κατέληξε στη δικαστική διάγνωση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για μεταβίβαση επιχείρησης ή εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σύμφωνα με τους ορισμούς του π.δ. 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, εργοδότης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων παρέμεινε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ("...").
Γι’ αυτό και, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία από εκείνη του πρωτοδικείου (μόνο ως προς το αν ήταν νομικώς αξιόλογη για το κύρος της μεταβιβάσεως η εκ μέρους της "...", εν όψει της μεταβιβάσεως, παράλειψη της ενημερώσεως των εργαζομένων, την οποία επικαλέσθηκαν οι ενάγοντες, αλλά περί της οποίας το εφετείο κατέληξε σε αντίθετη παραδοχή, όπως προαναφέρθηκε), απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Σημειώνεται ότι αίτημα της αγωγής, όπως είχε περιορισθεί κατά τη συζήτηση, ήταν να αναγνωρισθεί α) ότι οι ενάγοντες εξακολουθούν να συνδέονται με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μόνο με την "...", β) ότι η "..." οφείλει να καταβάλλει προς αυτούς τις νόμιμες αποδοχές για όσο χρόνο διατηρούνται οι συμβάσεις εργασίας και, πάντως, για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συζήτηση αυτής και γ) ότι η "..." οφείλει να καταβάλει προς αυτούς τις νόμιμες αποζημιώσεις, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ενός εκάστου.
Με την κρίση αυτή και κατά τη γνώμη τριών μελών του δικαστηρίου και συγκεκριμένα της αντιπροέδρου Χρυσούλας Παρασκευά και των αρεοπαγιτών Σοφίας Καρυστηναίου και Μαρίας Νικολακέα, το Εφετείο Αθηνών ερμήνευσε ορθώς τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ.3 και 4) και υπήγαγε προσηκόντως σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αληθινά (βλ.
παραπάνω, αρ.5). Και τούτο διότι, όπως και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ο νέος φορέας ("..."), προς τον οποίο φέρεται ότι έγινε η μεταβίβαση της διεύθυνσης τροχαίου υλικού της εναγομένης ("...") δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα, την οποία ανέλαβε, καθ’ όσον ούτε αυτός διέθετε από πριν οποιαδήποτε υλική ή τεχνική υποδομή ούτε το τμήμα, που φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε, μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς την υποστήριξη των λεγομένων "παραγωγικών" τμημάτων της μητρικής επιχείρησης και των διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών αυτής.
Και σε επίρρωση της κρίσης αυτής έρχεται η παραδοχή ότι, κατά τα δυόμιση χρόνια της λειτουργίας της μετά τη μεταβίβαση, η "..." δεν παρήγαγε κανένα έργο ή, σε κάθε περίπτωση, το έργο που παρήγαγε υπήρξε μηδαμινό και οδήγησε στην πτώχευσή της. Γεγονός που ενισχύει την άποψη των εναγόντων εργαζομένων ότι, στην πραγματικότητα, η εμφανισθείσα μεταβίβαση απέβλεπε στην κατάργηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, στην απώλεια των θέσεων εργασίας που συνδέονταν με αυτήν και στην απόλυση του τότε απασχολούμενου προσωπικού, χωρίς οικονομικές συνέπειες για την "...".
Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη των τριών μελών του δικαστηρίου, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, θα πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμος και, κατόπιν αυτού, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
7.Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη και του αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, από τις νομικές διατάξεις που ήδη έχουν παρατεθεί προηγουμένως (βλ. παραπάνω, αρ.3 και 4) συνάγονται και τα εξής: Όταν μεταβιβάζεται ένα τμήμα επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή μια δευτερεύουσα δραστηριότητα, τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της οικονομικής οντότητας μπορούν, ευλόγως, να είναι λιγότερα ή υποδεέστερα από εκείνα, τα οποία συγκροτούν την ίδια έννοια στην περίπτωση της μεταβίβασης μιας ολόκληρης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή μιας κύριας δραστηριότητας.
Οπότε, ως "ενδείκτες" για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθούν, προεχόντως, το αντικείμενο της δραστηριότητας, που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κλπ εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού.
Εφ’ όσον συντρέχουν οι "ενδείκτες" αυτοί (των οποίων η διαπίστωση ή μη ενδέχεται να έχει διαφορετική βαρύτητα κατά περίπτωση), από και δια της μεταβιβάσεως ο μέχρι πρότινος εργοδότης αποβάλλει την ιδιότητα αυτή, την οποία αποκτά ο προς ον η μεταβίβαση. Η νομική μορφή της μεταβίβασης, τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως μεταβιβάζοντος και διαδόχου, η μετά τη μεταβίβαση επιχειρηματική πορεία της οικονομικής οντότητας που μεταβιβάσθηκε και ο τρόπος με τον οποίο ο διάδοχος εξασφάλισε ή απέτυχε να εξασφαλίσει την (εφικτή, πάντως) οργάνωση των συντελεστών παραγωγής δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως "ενδείκτες" για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης, διότι συνιστούν εν πολλοίς ρευστά ή όψιμα μεγέθη των οποίων η εκάστοτε (υποκειμενική, ενδεχομένως) αξιολόγηση θα διατάρασσε την ασφάλεια δικαίου (πρβλ.
ΑΠ 193/1990, ΑΠ 187/1979). Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι η μεταβίβαση συνιστά σε κάθε περίπτωση μονομερή μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας, εφ’ όσον κάποιοι εργαζόμενοι θεωρούν ότι η εν λόγω μεταβολή είναι βλαπτική για τα συμφέροντά τους (λόγω, π.χ. αφερεγγυότητας του διαδόχου ή κάποιας άλλης μεθόδευσης), διατηρούν την ευχέρεια να την εκλάβουν ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του μεταβιβάζοντος εργοδότη (άρθρο 7 του ν. 2112/1920) και, αφού μέσα σε εύλογο χρόνο από τη γνώση της μεταβίβασης (είτε της συντέλεσης αυτής είτε και μόνο της εξαγγελίας της) προβούν στη σχετική δήλωση προς το μεταβιβάζοντα εργοδότη, να επιδιώξουν μέσα στην εξάμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 την εκ μέρους αυτού καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Είναι προφανές ότι ζήτημα διατήρησης της σύμβασης εργασίας με τον αρχικό εργοδότη δεν μπορεί να τεθεί, βασίμως, αφού δια της μεταβιβάσεως οι θέσεις εργασίας δεν υφίστανται πλέον στη δική του υπηρεσία, αλλά στην υπηρεσία του διαδόχου του, στην οποία οι εργαζόμενοι δεν επιθυμούν να ενταχθούν. Η οικονομική κατάσταση του νέου εργοδότη δεν αποτελεί "ενδείκτη" για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης, αλλά για την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού των εργαζομένων περί του ότι η επερχόμενη μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας είναι βλαπτική γι’ αυτούς.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την ερμηνευτική γνώμη των δύο μελών του δικαστηρίου, το Εφετείο Αθηνών, εκφέροντας την κρίση που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ.6), ερμήνευσε στενά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του π.δ. 178/2002 (βλ. παραπάνω, αρ.3 και 4) και υπήγαγε εσφαλμένα σ’ αυτές τις ουσιαστικές του παραδοχές (βλ.
παραπάνω, αρ.5). Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταβιβάσθηκε ένας κλάδος ("διεύθυνση") της όλης επιχείρησης που κατά το χρόνο της μεταβίβασης ασκούσε η αναιρεσείουσα (ήτοι, τμήμα αυτής κατά την έννοια του π.δ. 178/2002, διακριτό από τις λοιπές "διευθύνσεις" που είχαν ως αντικείμενο να κατασκευή και επισκευή πλωτών μέσων), ο οποίος επιδίωκε ιδιαίτερο σκοπό (την κατασκευή και επισκευή σιδηροδρομικού υλικού) και ο οποίος μετά τη μεταβίβασή του εξακολούθησε να επιδιώκει τον ίδιο σκοπό υπό τη διεύθυνση του νέου φορέα (ανέλαβε την ολοκλήρωση των παραγγελιών, τις οποίες είχε αναδεχθεί η αναιρεσείουσα από τον "..., πριν από τη μεταβίβαση), απέκλεισε την κατάφαση μεταβίβασης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου με την εσφαλμένη υπαγωγική κρίση ότι [δήθεν] ο κλάδος αυτός δεν συνιστούσε "οικονομική οντότητα".
Ενώ εάν ερμήνευε σωστά τις διατάξεις που εφάρμοσε, θα έπρεπε να έχει δεχθεί ότι υπό τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά ο κλάδος που μεταβιβάσθηκε είχε επαρκή αυτοτέλεια, τόσο υπό τον αρχικό φορέα όσο και υπό το νέο, ώστε να έχει τη δυνατότητα να ασκεί πριν από τη μεταβίβαση και να συνεχίσει να ασκεί μετά από αυτήν, ως αυτόνομη οικονομική μονάδα, τη δραστηριότητα που αναφέρθηκε.
Το γεγονός δε ότι, κατά την πρώτη χρονική περίοδο μετά τη μεταβίβαση, ο νέος φορέας ήταν θυγατρική εταιρία του αρχικού φορέα και υποστηριζόταν από εκείνον κατά την άσκηση της δραστηριότητας, την οποία απέκτησε, δεν αποκλείει την κατάφαση της μεταβίβασης σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Διότι, κατά την αναζήτηση της έννοιας αυτής, λαμβάνονται υπ’ όψη οι σύγχρονες μορφές του "επιχειρείν", όπου ο παραγωγός ενός τελικού προϊόντος δεν είναι απαραίτητο να δραστηριοποιείται σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, ούτε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες προσφερόμενες αποκλειστικά από το εργατικό δυναμικό που ο ίδιος απασχολεί, ούτε να παράγει ο ίδιος άπαντα τα εξαρτήματα που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση του τελικού προϊόντος.
Και, παρομοίως, δεν μπορεί να εξαρτηθεί η μεταβίβαση από το αν ο νέος φορέας έλαβε ή δεν έλαβε την απαιτούμενη διοικητική άδεια νόμιμης λειτουργίας, ούτε από το αν κατά τη λειτουργία του τμήματος που απέκτησε παρήγαγε προϊόντα ως εργολάβος ή υπεργολάβος, ούτε από το αν διαχειρίσθηκε επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, μετά τη μεταβίβαση, τα μέσα παραγωγής που απέκτησε και είχε στη διάθεσή του.
Τέλος, το εάν ο μεταβιβάζων και ο διάδοχός του απέβλεπαν εξ αρχής στη διάλυση της επιχείρησης, όπως επικουρικώς ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι, δεν αποτελεί "ενδείκτη" που αποκλείει τη μεταβίβαση, αλλά επιχείρημα που καθιστά βάσιμο τον ισχυρισμό για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της αρχικής συμβάσεως εργασίας και δικαιολογεί την επέλευση της συνέπειας που ήδη αναφέρθηκε.
Επομένως, κατά τη γνώμη των δύο μελών, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και, κατ’ ορθή εκτίμηση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μόνο η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, θα πρέπει να θεωρηθεί βάσιμος και, κατόπιν αυτού, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να γίνει δεκτή η έφεση και να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή.
8.Σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(ΣΛΕΕ), πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) και, παλαιότερα, άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΣΕΟΚ)], "το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις [...] (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης", ήτοι και των Οδηγιών.
Και, περαιτέρω, "δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις σκέψεις που προηγήθηκαν (βλ.
παραπάνω, αρ.6 και 7), στους κόλπους του δικάζοντος τμήματος του Αρείου Πάγου εμφιλοχώρησε ερμηνευτική διαφωνία ως προς την αληθινή έννοια του όρου "οικονομική οντότητα", η συνδρομή του οποίου, σύμφωνα με την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και το π.δ. 178/2002 της Ελληνικής Δημοκρατίας, που την ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο, αποτελεί προϋπόθεση για την κατάφαση της μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, προκειμένου να επέλθουν οι συνέπειες από την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετημάτων.
Ειδικότερα, η διαφωνία έγκειται στο αν κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως, ως "οικονομική οντότητα" νοείται μια τελείως αυτοδύναμη παραγωγική μονάδα, η οποία είναι δυνατό λειτουργήσει για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού της χωρίς οποιαδήποτε αναζήτηση (με αγορά, δανεισμό, μίσθωση κλπ) συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, εργατικού δυναμικού, μηχανολογικού εξοπλισμού, εξαρτημάτων, υπηρεσιών υποστήριξης, οικονομικών πόρων κλπ) από τρίτους.
Ή αν, αντιθέτως, για την κατάφαση της έννοιας "οικονομική οντότητα" είναι αρκετή η διακριτότητα του αντικειμένου της δραστηριότητας, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας οικονομικής προσπάθειας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κλπ εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, χωρίς να ασκεί επιρροή η εκ μέρους του φορέα της δραστηριότητας αναζήτηση συντελεστών παραγωγής και έξω από αυτήν.
Και πέραν τούτου, η διαφωνία έγκειται στο αν η ύπαρξη μεταβίβασης αποκλείεται ή όχι στην περίπτωση, κατά την οποία ως προοπτική του μεταβιβάζοντος ή του διαδόχου ή και αμφοτέρων υπάρχει όχι μόνο η επιτυχής συνέχιση της λειτουργίας υπό το νέο φορέα, αλλά και η μελλοντική κατάργηση και εκκαθάριση της συγκεκριμένης επιχείρησης.
Κατόπιν της ως άνω διαφωνίας και προς άρση της αμφιβολίας, η οποία την προκάλεσε, το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και να απευθυνθούν προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που διατυπώνονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης.
Απευθύνει προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
(Α) "Κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ και προκειμένου να γίνει δεκτό ότι υφίσταται ή δεν υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως, ως "οικονομική οντότητα" πρέπει να νοηθεί μια τελείως αυτοδύναμη παραγωγική μονάδα, η οποία έχει την ικανότητα να λειτουργήσει για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού της χωρίς οποιαδήποτε αναζήτηση (με αγορά, δανεισμό, μίσθωση κλπ) συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, εργατικού δυναμικού, μηχανολογικού εξοπλισμού, εξαρτημάτων του τελικού προϊόντος, υπηρεσιών υποστήριξης, οικονομικών πόρων κλπ) από τρίτους;
Ή, αντιθέτως, για την κατάφαση της έννοιας "οικονομική οντότητα" είναι αρκετή η διακριτότητα του αντικειμένου της δραστηριότητας, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας οικονομικής προσπάθειας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κλπ εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, χωρίς να ασκεί επιρροή η εκ μέρους του νέου φορέα της δραστηριότητας αναζήτηση συντελεστών παραγωγής και έξω από αυτήν ή η αποτυχία του ως προς την επίτευξη του σκοπού σε συγκεκριμένη περίπτωση"; (Β) "Κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, η ύπαρξη μεταβίβασης αποκλείεται ή όχι στην περίπτωση, κατά την οποία ως προοπτική του μεταβιβάζοντος ή του διαδόχου ή και αμφοτέρων δεν είναι μόνο η επιτυχής συνέχιση της δραστηριότητας υπό το νέο φορέα, αλλά και η μελλοντική κατάργησή της, προς εκκαθάριση της συγκεκριμένης επιχείρησης";
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, σε αλλεπάλληλες διασκέψεις που έγιναν την 31η Ιουλίου 2017, την 4η και 20η Σεπτεμβρίου 2017 και την 23η Οκτωβρίου 2017. Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ