Supreme Court dismisses appeal due to failure to file supplementary grounds 30 days prior and improper evidence citation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decisions regarding the validity of property sale contracts. The appellant argued that the lower court failed to consider specific tax declarations, loan agreements, and other documents proving the fictitious nature of the contracts. However, the court found that the appellate court had already ruled on the contract validity and the appellant's supplementary grounds were procedurally inadmissible because they were not filed 30 days before the hearing and relied on evidence cited too generally in the appellate brief.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(2) para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 577(1), (2) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal must be filed 30 days prior to the hearing and served within the same period, otherwise the Supreme Court dismisses them ex officio; Furthermore, evidence cited in appeal briefs must specifically reference the original trial statements, not merely general references to them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1831 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1831/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζέλλη.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1336/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5451/2010 μη οριστική και 5725/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2013 αίτησή της και τους από 25/7/2013 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την παράγραφο 2 εδα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτό, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1, 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτόν της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο που ορίσθηκε αρχικώς για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι εκείνης που ορίσθηκε μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων καθώς και η ημέρα της συζητήσεως της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να δικασθεί από το Γ' τμήμα του Αρείου Πάγου στη δικάσιμο της 8-1-2014, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε με αίτημα της αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, της 19-3-2014.
Η τελευταία κατέθεσε την 10-12-2013, ημέρα Τρίτη, στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου το από 25-7-2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που συζητήθηκαν με το κύριο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης κατά την τελευταία δικάσιμο (19-3-2014). Όμως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι εκπρόθεσμοι, αφού κατατέθηκαν είκοσι οκτώ ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 8-1-2014) και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 211, 214, 513 και 1033 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμβασης πώλησης και εξαιτίας της πώλησης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα είτε να μην υπάρχει η μια μόνον από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Καμμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να δωρηθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.
Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συνάγει τεκμήριο ή επιχείρημα ως προς το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο. Έτσι ούτε η ομολογία περί καταβολής ή μη του τιμήματος θεμελιώνει την εικονικότητα ή μη της σύμβασης πώλησης ούτε η βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος αρκεί προς ισχυροποίηση της πώλησης που καταρτίσθηκε χωρίς συναλλακτική πρόθεση.
Περαιτέρω στην περίπτωση της σχετικής εικονικότητας κατά την παρ. 2 του άρθρου 138 ΑΚ άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Δηλαδή όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της καλυπτομένης υπό την εικονική δικαιοπραξία άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (ΑΚ 159 παρ. 1, 369, 498 παρ. 1) αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα από το συμβόλαιο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση, ότι δεν ισχύει για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας ισχύει για το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής.
Επειδή, κατά το άρθρο 1831 $ 2 ΑΚ για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας, προστίθενται στην κληρονομιά με την αξία που είχαν κατά τον χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του, εκτός εάν την επέβαλαν λόγοι ευπρεπείας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Στο δε άρθρο 1833 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι στην νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές προς μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή . Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά.
Η εξαίρεση δηλαδή του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στην νόνιμη μοίρα (άρθρο 1833 & 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδος, βάσει της οποίας θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 & 2 ΑΚ, που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά.
Ενόψει αυτών στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ παροχές του κληρονομουμένου προς τον μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και εάν έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, όπως και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβιώσεως του κληρονομουμένου , εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1828 και 2035 ΑΚ προκύπτει ότι η δωρεά αιτία θανάτου για τη νόμιμη μοίρα και τον υπολογισμό της λαμβάνεται ως κληροδοσία, τα δωρηθέντα θεωρούνται ως υπάρχοντα στην κληρονομία, οι δε κληροδοσίες μόνον αν προσβάλλεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου είναι αυτοδικαίως άκυρες κατά το ποσοστό που απαιτείται κατ' αξίαν για την κάλυψη αυτής.
Εξάλλου με το Νόμο 5638/1932 θεσπίστηκε ο κοινός διαζευκτικός, τραπεζικός λογαριασμός με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα στο όνομα δύο ή περισσότερων προσώπων από κοινού, του οποίου μπορούν να κάνουν χρήση και να τον κινούν είτε καθένας χωριστά, είτε όλοι μαζί. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, μπορεί, κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού, να τεθεί πρόσθετα ο όρος με βάση τον οποίο, μετά το θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, η κατάθεση να περιέρχεται στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, ενώ με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 117 Εισ. Ν. ΑΚ εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του Ν. 5638/1932 συντελέσθηκε δωρεά αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα. Έτσι οι αναγκαίοι κληρονόμοι έχουν δικαίωμα να επιδιώξουν την ολική ή μερική ανατροπή της περιέλευσης της κατάθεσης στους επιζώντες συνδικαιούχους του λογαριασμού, που ευνοούνται εξαιρετικά από τις προαναφερόμενες διατάξεις για τους καταθέτες κοινού λογαριασμού κατά το μέρος που θίγεται το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που τους αναλογεί.
Η δωρεά που καταρτίζεται με κοινό λογαριασμό είναι έγκυρη και αν ακόμα δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, αφού επί δωρεάς κινητών πραγμάτων η έλλειψη του νόμιμου τύπου αναπληρώνεται με την παράδοση του πράγματος προς το δωρεοδόχο. Στην περίπτωση της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό εφόσον οι δικαιούχοι συμφώνησαν παροχή του ενός προς τον άλλο χωρίς αντάλλαγμα, η δωρεά συντελείται με την κατάθεση των χρημάτων από το δωρητή στην τράπεζα σε κοινό λογαριασμό με το δωρεοδόχο, που έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να προβεί στην ανάληψη τούτων.
Η σχετική δωρεά θα είναι αιτία θανάτου αν η εσωτερική σχέση των συγκαταθετών ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 2032 ΑΚ, διαφορετικά θα είναι δωρεά εν ζωή. Η διάταξη επομένως του άρθρου 117 ΑΚ χρησιμοποιεί τον όρο δωρεά, ως δωρεά εν ζωή αλλά και αιτία θανάτου, εξομοιώνοντας τη δεύτερη με κληροδοσία, την οποία θεωρεί αυτοδικαίως άκυρη κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα (άρθρα 2035, 1825 παρ. 2, 1829, 1967 επ ΑΚ), ενώ για την πρώτη παρέχει δικαίωμα προσβολής της, με την αγωγή μέμψης της δωρεάς ως άστοργης, το δε χρηματικό ποσόν που αποτελεί το αντικείμενο της χαριστικής επίδοσης θα προστεθεί στην κληρονομία για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας και ειδικότερα αν πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου η αξία της θα προστεθεί ως στοιχείο της πραγματικής κληρονομίας στο ενεργητικό της (ΑΚ 1831), χωρίς να εξετάζεται αν ο δωρεοδόχος είναι μεριδούχος ή όχι.
Στην περίπτωση που ακυρώνονται περισσότερες δωρεές αιτία θανάτου ακυρώνονται συμμέτρως σύμφωνα με όσα ισχύουν με τις κληροδοσίες. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. με την από 15-4-2007 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ότι ο Ι. Μ., που πέθανε το 2005 χωρίς να αφήσει διαθήκη, άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και νόμιμους μεριδούχους του την ίδια, εξώγαμο τέκνο του, που είχε αναγνωρίσει εκουσίως και την πρώτη εναγομένη (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) ετεροθαλή αδελφή της και σύζυγό του.
Ότι κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητά του δυο ακίνητα αξίας 10.500 ευρώ, ενώ εν ζωή είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως με σχετικά συμβολαιογραφικά έγγραφα, που μεταγράφηκαν νομίμως, στην παραπάνω σύζυγό του και στη δεύτερη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρο του και φίλη της συζύγου του, την ψιλή κυριότητα και ποσοστά εξ αδιαιρέτου της κυριότητας τριών ακινήτων έναντι συνολικού τιμήματος 136.004 ευρώ.
Ότι οι συμβάσεις πώλησης των ακινήτων αυτών είναι άκυρες ως εικονικές και ότι υποκρύπτουν συμβάσεις δωρεάς, οι οποίες επίσης είναι άκυρες λόγω αντιθέσεώς τους στα χρηστά ήθη. Ότι ο θανών διατηρούσε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς με συνδικαιούχους στον πρώτο την εναγομένη σύζυγό του και στους άλλους δύο την ήδη αναιρεσείουσα, τα ποσά καταθέσεων των οποίων ανέλαβαν αυτές μετά το θάνατό του.
Ότι τα χρηματικά ποσά των λογαριασμών αυτών κατέθετε μόνο ο θανών, είχε δε τεθεί σ' αυτούς ο πρόσθετος όρος ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση θα περιέρχεται στους επιζώντες (συνδικαιούχους) και ότι οι καταθέσεις των χρημάτων σ' αυτούς έγιναν από τον τελευταίο χαριστικά και λόγω δωρεών αιτία θανάτου προς τις εναγόμενες.
Ότι ο θανών είχε μεταβιβάσει στην ίδια όσο ζούσε λόγω γονικής παροχής και με τον όρο να μην καταλογισθεί στη νόμιμη μοίρα της δύο ακίνητα αξίας κατά το χρόνο θανάτου του τελευταίου λόγω σοβαρής υποτίμησης του νομίσματος 43.936 ευρώ. Ότι το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας από την κληρονομία του πατέρα της δεν καλύπτεται από την πραγματική κληρονομία του, η οποία είναι μηδενική.
Ζήτησε δε με βάση τα δεδομένα αυτά να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των παραπάνω συμβάσεων πωλήσεως ως εικονικών, καθώς και ότι είναι επίσης άκυρες οι υποκρυπτόμενες κατά την πραγματική βούληση των συμβληθέντων σ' αυτές δωρεών, ως αντίθετων στα χρηστά ήθη και να αναγνωρισθεί στην περίπτωση αυτή ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος πατέρα της κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου στα κληρονομιαία αυτά ακίνητα και συγκυρία τούτων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της τα αποδώσουν κατά το ποσοστό αυτό.
Επικουρικά η ενάγουσα με βάση το ίδιο ιστορικό ζήτησε στην περίπτωση που κριθούν έγκυρες, οι παραπάνω μεταβιβάσεις των ακινήτων προς τις εναγόμενες, ως δωρεές να αναγνωρισθεί 1) ότι το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας στην πατρική κληρονομία ανέρχεται στο ποσόν των 401.619 ευρώ 2) ότι είναι άκυρες (συμμέτρως) κατά τα ποσά των 174.780 ευρώ και 224.218 ευρώ που προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα της οι παραπάνω δωρεές αιτία θανάτου, που συντελέσθηκαν υπέρ των εναγομένων με τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν αντίστοιχα τα ποσά αυτά και 3) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της αποδώσει κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου τα προαναφερόμενα ακίνητα που βρέθηκαν κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα της στην κυριότητά του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής ως μη νόμιμη και κατά τις επικουρικές ως αόριστες, επί της εφέσεως δε που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες με την αναίρεση αποφάσεις και ειδικότερα η 5451/2010 απόφαση με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής για την αναγνώριση ως ακύρων λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη των υποκρυπτομένων στις συμβάσεις πωλήσεως, δωρεών, με αντικατάσταση της αιτιολογίας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση ακολούθως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας ως εικονικών των προαναφερομένων συμβάσεων πωλήσεως, τις οποίες αναγνώρισε ως άκυρες δεχόμενο περαιτέρω ότι υπέκρυπταν έγκυρες συβάσεις δωρεάς, ανέβαλε δε περαιτέρω την έκδοση οριστικής απόφασης, ως προς τις επικουρικώς σωρευόμενες λοιπές αγωγικές αξιώσεις και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων.
Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 5725/2012 προσβαλλομένη επίσης απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστο το τρίτο επικουρικό αγωγικό αίτημα περί υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης στην απόδοση των ακινήτων που βρέθηκαν κατά το θάνατο του κληρονομούμενου στην κυριότητά του, έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές οι σωρευόμενες επικουρικές βάσεις της αγωγής, αναγνωρίσθηκε ότι το κληρονομικό δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας στην πατρική κληρονομία ανέρχεται στο ποσόν των 401.619 ευρώ, ότι είναι άκυρες οι δωρεές αιτία θανάτου που συστήθηκαν προς τις εναγόμενες με τους προαναφερόμενους δύο κοινούς λογαριασμούς, κατά το μέρος που προσβάλουν την νόμιμη μοίρα της και υποχρεώθηκαν οι τελευταίες να καταβάλουν συμμέτρως στην ενάγουσα το παραπάνω ποσόν προς συμπλήρωση αυτής (νόμιμης μοίρας) το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά:
Στις 3-7-2005 απεβίωσε στην Αθήνα ο Ι. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ο θανών κατέλειπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιάθετο κληρονόμους τον α) την ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) θυγατέρα του, που απέκτησε από τις σχέσεις του με την Α. Λ., με την οποία δεν συνήψε ποτέ γάμο, την οποία ωστόσο αναγνώρισε εκουσίως και β) την πρώτη εναγομένη με την οποία είχε συνάψει στις 25-5-2005 νόμιμο πολιτικό γάμο.
Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγομένη είναι ετεροθαλής αδελφή της ενάγουσας από το γάμο της μητέρας της Α. Λ. με τον Ι. Φ.. Ο θανών ενόσω ακόμη ζούσε μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην πρώτη εναγομένη α) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου.......... την ψιλή κυριότητα του με στοιχεία Β - 2 διαμερίσματος -οριζόντιας ιδιοκτησίας, 53,20 τμ, της κειμένης στη Γλυφάδα πολυώροφης οικοδομής με αναγραφέν τίμημα 36.300 ευρώ και αντικειμενική αξία 36.170,46 ευρώ β) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...............την ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του με στοιχεία Γ - 1 διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας 155,50 τμ, με αναγραφέν τίμημα 65500 ευρώ και αντικειμενική αξία 65416,62 ευρώ και στη δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία ήταν φίλη της πρώτης και πληρεξούσια δικηγόρος αυτής αλλά και του θανόντος α) δυνάμει μεταγραφέντος ...
συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου την ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω Γ - 1 διαμερίσματος και β) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου της πιο πάνω συμβολαιογράφου την ψιλή κυριότητα του με στοιχεία Α - 2 διαμερίσματος 53,20 τμ, της ίδιας πολυκατοικίας με αναγραφέν τίμημα 34.000 ευρώ και αντικειμενική αξία 34.448,06 ευρώ. "Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι δια των ως άνω πωλητηρίων συμβολαίων μεταβιβάσεις προς τις εναγόμενες ήταν εικονικές, δεν έγιναν δηλαδή στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (εικονικά).
Τούτο διότι οι άνω συμβληθέντες δεν είχαν συναλλακτική πρόθεση ο μεν πωλητής Ι. Μ. να πωλήσει στις εναγόμενες τα ως άνω ακίνητα αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, οι δε αγοράστριες να αγοράσουν τα ακίνητα αυτά, αλλά συνήψαν τις ανωτέρω πωλήσεις κατά το φαινόμενο με αποκλειστικό σκοπό να εμφανισθεί ο πατέρας της ενάγουσας μετά τα θάνατό του χωρίς ουσιαστικά περιουσιακά στοιχεία και έτσι αυτή (ενάγουσα) να μην μπορέσει να κληρονομήσει την πραγματική περιουσία του αλλά ένα ασήμαντο μέρος, καθόσον οι μεταξύ τους σχέσεις δεν ήσαν αρμονικές, Εξάλλου ο τελευταίος δεν είχε κανένα λόγο με τα επίμαχα τέσσερα συνεχόμενα συμβόλαια την ίδια ημέρα να πωλήσει τα ακίνητά του ούτε είχε ανάγκη συντήρησης, αφού διέθετε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς, οι οποίοι κατά το θανάτου του είχαν καταθέσεις 190.687, 247.955 και 17.763 ευρώ στην Τράπεζα Κύπρου ο πρώτος και στην Εθνική Τράπεζα οι δύο άλλοι, στους οποίους μάλιστα είχε ορίσει συνδικαιούχους τις εναγόμενες, την πρώτη σε εκείνο της Τράπεζας Κύπρου και τη δεύτερη στους δύο άλλους.
Άλλωστε, δεν αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε ποτέ οποιοδήποτε τίμημα στον πωλητή καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο συνάψεως των εν λόγω συμβάσεων δεν προκύπτει ούτε ανάληψη χρηματικών ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων, προκειμένου να καταβάλουν το τίμημα της πωλήσεως στον πωλητή ούτε αντιστοίχως κατάθεση χρηματικών ποσών στους λογαριασμούς που τηρούσε ο πωλητής.
Πρόκειται συνεπώς για εικονικές και για το λόγο αυτό άκυρες πωλήσεις, οι οποίες όμως κάλυπταν ηθελημένες από τους συμβαλλόμενους και επομένως έγκυρες δωρεές των παραπάνω διαμερισμάτων προς τις εναγόμενες. Οι υποκρυπτόμενες αυτές δωρεές είναι έγκυρες και από την άποψη της τηρήσεως του νομίμου και ως προς αυτές τύπου, εν σχέση τόσο ως προς την ενοχική - υποσχετική δικαιοπραξία όσο και ως προς την εμπράγματη - εκποιητική, αφού ο τύπος αυτός (συμβολαιογραφικός) τηρήθηκε κατά την επιχείρηση των άκυρων-ως εικονικών-συμβάσεων πωλήσεων, έστω και αν στα οικεία συμβόλαια δεν δηλώθηκε η πραγματική βούληση των μερών..........". (Ακολουθεί η εκτίμηση της πραγματικής αξίας των παραπάνω δωρηθέντων ακινήτων η αξιολόγηση προς τούτο των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο και σχετικά επιχειρήματα για το ίδιο ζήτημα) Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο με τη δεύτερη των προσβαλλομένων αποφάσεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι "ο κληρονομούμενος τηρούσε σύμφωνα με το Ν.5638/1982 στο όνομά του τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς, τον ...
στην "Τράπεζα Κύπρου" και τους ... και ... στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", στους οποίους είχε ορίσει συνδικαιούχους τις εναγόμενες, την πρώτη σε εκείνο στην "Τράπεζα Κύπρου" και τη δεύτερη στους άλλους δύο. Στους λογαριασμούς αυτούς περιλήφθηκε και ο όρος ότι, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, η κατάθεση θα περιέλθει στον επιζώντα (άρθρο 2 του ν.5638/1932) και ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση (άρθρο 3 του ιδίου νόμου).
Οι ανωτέρω λογαριασμοί, αφότου ανοίχθηκαν μέχρι και το θάνατο του κατ' έτος 2005, τροφοδοτούνταν αποκλειστικά με χρήματα του ιδίου και οι καταθέσεις στους κοινούς αυτούς λογαριασμούς έγιναν χαριστικά προς τις εναγόμενες, χωρίς κανένα αντάλλαγμα απ' αυτές, με την ειδικότερη μεταξύ τους συμφωνία ότι τους εν λόγω λογαριασμούς θα κινούσε μόνο ο δωρητής συνδικαιούχος και ότι σε περίπτωση προαποβιώσεώς του, το συνολικό υπόλοιπο των κοινών αυτών λογαριασμών θα περιέρχονταν εξ ολοκλήρου στις εναγόμενες από χαριστική αιτία.
Σημειωτέον, ότι οι εναγόμενες ουδέν περί του αντιθέτου υποστηρίζουν στις κατατεθείσες στο παρόν Δικαστήριο προτάσεις τους.
Συνεπώς, οι καταθέσεις στους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς συνιστούν δωρεές αιτία θανάτου του αποβιώσαντος Ι. Μ. προς τις εναγόμενες, τα δε ποσά των λογαριασμών αυτών, κατά τα χρόνο του θανάτου του (3-7-2005), που ανέρχονταν σε 190.687, 247.955 και 17.763 ευρώ, αντίστοιχα, οι τελευταίες, αμέσως μετά το θάνατό του, ανέλαβαν, όπως δεν αμφισβητείται τούτο ειδικά από αυτές. (ακολουθεί ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας στην πατρική κληρονομία).
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι η νόμιμη μοίρας της τελευταίας ανέρχεται στο ποσόν των 401.619 ευρώ, για το οποίο έχει αξίωση κατά των εναγομένων. Κατόπιν τούτου, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα (νομική) σκέψη, οι συσταθείσες, προς τις εναγόμενες, δια των ως άνω ... και ...
κοινών λογαριασμών δωρεές θανάτου, εξομοιώνονται με κληροδοσίες και, συνεπώς, είναι αυτοδικαίως άκυρες συμμέτρως (αναλογικά), κατά το μέρος που προσβάλλουν την πιο πάνω νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, από το ποσόν των οποίων θα συμπληρωθεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 513, 496, 1831 ΑΚ 1 παρ. 1 και2, 2 του Ν.5638/1932, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 117 του Εισ.
Ν. ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ότι οι περιεχόμενες στα ένδικα πωλητήρια συμβόλαια δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων σ' αυτά, περί δήθεν πώλησης των επιδίκων ακινήτων, δεν έγιναν σπουδαίως αλλά κατά φαινόμενο, χωρίς συναλλακτική πρόθεση τούτων για τη μεταβίβαση της κυριότητας λόγω πώλησης, εν γνώσει της εικονικότητας με σκοπό να αποκλείσουν το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας από τα ίδια ακίνητα μετά το θάνατο του πατέρα της και ότι υπό τις εικονικές αυτές δικαιοπραξίες καλύπτονταν αντίστοιχα έγκυρες συμβάσεις δωρεών τις οποίες στην πραγματικότητα θέλησαν οι συμβληθέντες, ως αιτία μεταβίβασης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, για τις οποίες άλλωστε τηρήθηκαν οι διατυπώσεις για την κατάρτισή τους και ότι με τις καταθέσεις του κληρονομουμένου στους κοινούς λογαριασμούς συντελέσθηκαν δωρεές αιτία θανάτου υπέρ των εναγομένων συνδικαιούχων, οι οποίες θεωρούνται κληροδοσίες, επειδή δε υπολείπεται η νόμιμη μοίρα της μεριδούχου ενάγουσας στην πατρική κληρονομία, που διατηρεί προς τούτο σχετική αξίωση κατά των τελευταίων, θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες κατά το μέτρο που προσβάλλουν το ίδιο δικαίωμά της, προκειμένου από το χρηματικό ποσόν τους να συμπληρωθεί (η νόμιμη μοίρα) κατά το ελλείπον.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εικονικότητας των δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων στις ένδικες συμβάσεις πώλησης των ακινήτων του κληρονομουμένου, καθώς και του χαρακτηρισμού των χρηματικών καταθέσεων στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς του θανόντος και των εναγομένων, ως δωρεών αιτία θανάτου και της εξομοίωσής τους με κληροδοσίες που ακυρώθηκαν κατά το μέτρο που πρόσβαλαν την νόμιμη μοίρα της ενάγουσας είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες καθ' όσον υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) περί της εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων πωλήσεως ακινήτων του κληρονομουμένου.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η επίκληση του εγγράφου είναι σαφής και ορισμένη όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμού έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσάγει πρωτοδίκως χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη 1) τη δήλωση φορολογίας εισοδήματός της οικονομικού έτους 2005 2) τα ... και ... συμβόλαια αγοράς από την ίδια δυο διαμερισμάτων 3) το από 17-3-2005 ιδιωτικό συμφωνικό από το οποίο προκύπτει ότι δανείσθηκε, από τη θεία της Ε.
Μ. το ποσόν των 60.000 ευρώ, προς συμπλήρωση του τιμήματος για την αγορά των επιδίκων ακινήτων 4) το ... πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Λάρνακος, από το οποίο προκύπτει ότι διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία στη Λάρνακα Κύπρου και 5) την 4776/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε αίτηση της αναιρεσίβλητης εναντίον της περί λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου της εγγύησης, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγικής αξίωσης περί της εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων πωλήσεως.
Από τις προτάσεις τις οποίες η αναιρεσείουσα κατέθεσε ως εφεσίβλητη, στο δικαστήριο της ουσίας κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσης, κατά την οποία, όπως ήδη έχει αναφερθεί, κρίθηκε οριστικά η εικονικότητα των ενδίκων συμβάσεων πώλησης, οι οποίες (προτάσεις) επισκοπούνται ως διαδικαστικό έγγραφο (561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για τον έλεγχο της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι αυτή αναφέρθηκε στα αποδεικτικά της μέσα με γενική και μόνον παραπομπή στις προτάσεις της που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πλην των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης για τα οποία γίνεται ρητή επίκληση.
Συνεπώς το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα με την ίδια αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 173, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπου ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2013 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής της Ε. Χ., κατά των 5451/2010 και 5725/2012 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ