Legislator Case Law & Legislation
1831/2012 AI generated

1831/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1831/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1831/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1459/2003, 249/2011).

Keywords

AI generated
debt capital monetary debt obligation to advance costs payment of monetary claim third-party beneficiary contract claim for contributions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1831 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1831/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Α. Ο., το γένος Θ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Ασπρίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Λ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπακόλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή και 14-5-2007 αίτησή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 477/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 13-4-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

H πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1459/2003, 249/2011).

Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο (το οποίο, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι) δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 1550/2010, 249/2011, 1137/2006).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/06, 665/06).

Κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι το κύρος της διαταγής πληρωμής, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος. Η οριστική και τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου που ακυρώνει διαταγή πληρωμής κατά παραδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν ανακοπής κατ' αυτής, αποτελεί δεδικασμένο σε νέα δίκη που δικάζεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής μεταξύ των ιδίων διαδίκων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, για το δικαίωμα και το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε στην προηγουμένη δίκη, εφόσον πρόκειται για την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής μπορεί να περιλαμβάνει και την αμφισβήτηση της απαιτήσεως. Περί του παρεμπίπτοντος δε αυτού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δημιουργείται δεδικασμένο, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτό (ΑΠ 7/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 15-1-2003 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 39.500.000 δρχ και ήδη 115.920,6 ευρώ, το οποίο παρέμεινε ανεξόφλητο, από το μεγαλύτερο ποσό των 49.000.000 δρχ., που δάνεισε σ' αυτήν, ενώ καταρτίσθηκε συγχρόνως σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, με σκοπό να απαλλαγεί η εναγομένη από ισόποσο χρέος της προς τρίτο (μη διάδικο) πρόσωπο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1046/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία, απορρίφθηκε ως αβάσιμη η προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση δεδικασμένου απορρέουσα από τις αμετάκλητες 117 και 119/2006 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και έγινε δεκτή η αγωγή, ενώ η ασκηθείσα εκ μέρους της εναγομένης έφεση κατ' αυτής απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (σημ: εδώ αναιρεσείουσα).. προκειμένου να βοηθήσει το σύζυγό της να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα ... κατάρτισε στις 17-1-1994 έγγραφη σύμβαση με τον Κ. Τ. ... με την οποία δανείσθηκε από αυτόν, για τον ανωτέρω σκοπό, το ποσό των 40.000.000 δρχ., το οποίο εισέπραξε αυθημερόν τοις μετρητοίς.

Ανέλαβε δε την υποχρέωση να αποδώσει στο δανειστή το ποσό του δανείου ατόκως σε τέσσερεις δόσεις των 10.000.000 δρχ., εκάστη ... . Η εκκαλούσα απέδωσε στον προαναφερόμενο δανειστή της μόνο 5.000.000 δρχ και περιήλθε, λόγω οικονομικής αδυναμίας, σε υπερημερία ως προς την απόδοση του υπολοίπου ποσού των 35.000.000 δρχ. Πιεζόμενη δε από τις διαρκείς οχλήσεις του ως άνω δανειστή και τελούσα υπό την απειλή αναγκαστικής κατασχέσεως της περιουσίας της, προσέφυγε στον εφεσίβλητο (σημ:

εδώ αναιρεσίβλητο) με τον οποίο τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της διατηρούσαν φιλικές σχέσεις από ετών ... και του ζήτησε να της δανείσει το ποσό των 49.000.000 δρχ για να εξοφλήσει ολοσχερώς την απαίτηση του Κ.Τ. ... Ο εφεσίβλητος αποδέχθηκε, και στις 9-8-1994 κατάρτισε προφορικώς σύμβαση δανείου με αυτήν, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει το χρέος της προς τον Κ.

Τ., προκειμένου να απαλλαγεί αυτή από τη σχετική οφειλή της. Προς τούτο στις 9-8-1994 καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ Κ. Τ., εκκαλούσας και εφεσίβλητου σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους, με την οποία υπεισήλθε ο εφεσίβλητος στη θέση της εκκαλούσας οφειλέτριας, η οποία απηλλάγει του ανωτέρω χρέους της ... Ο εφεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το χρέος της ...

προς τον Κ. Τ., με δέκα επιταγές του ίδιου, εις διαταγή Κ. Τ. οι οποίες και πληρώθηκαν ... Με την ως άνω προφορική συμφωνία ... (9-8-1994) ... η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει ατόκως το ποσό του δανείου στον εφεσίβλητο. Έναντι της οφειλής της, του κατέβαλε το Φεβρουάριο του 1995 το ποσό των 9.500.000 δρχ και του οφείλει 39.500.000 δρχ.

Επίσης αποδείχθηκε ότι την ίδια ημεροχρονολογία (9-8-1994) καταρτίσθηκε εγγράφως συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τιτλοφορουμένη "σύμβαση δανείου" με την οποία φέρεται ότι ο εφεσίβλητος δάνεισε στην εκκαλούσα το ποσό των 100.000.000 δραχμών (293.470.29 ευρώ). Με το ως άνω συμφωνητικό ορίσθηκε ότι: α) το δάνειο θα χρησιμοποιηθεί για προσωπικές ανάγκες της εκκαλούσας και συγκεκριμένα για την επιχειρηματική δραστηριότητα του συζύγου της Α.

Ο., β) ότι το δάνειο αυτό υποχρεούται αυτή να αποδώσει στον εφεσίβλητο ατόκως.... Με βάση το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ο εφεσίβλητος εξέδωσε εις βάρος της εκκαλούσας δύο διαταγές πληρωμής.... 80.000.000 δραχμών και 20.000.000 δραχμών. Κατ' αυτών άσκησε η εκκαλούσα τις από 30.9.1995 και 17.7.2002 ανακοπές της, αντιστοίχως, επί των οποίων εκδόθηκαν τελικώς οι υπ' αριθμ. 117/2006 και 119/2005 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου που κατέστησαν αμετάκλητες μετά την απόρριψη των κατ' αυτών ασκηθεισών αιτήσεων αναιρέσεως του εφεσίβλητου με τις 1620/2008 και 1621/2008 αποφάσεις, αντιστοίχως, του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Με τις ανωτέρω αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι "το ποσόν των 100.000.000 δραχμών, που αναφέρεται στο προαναφερόμενο από 9.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν καταβλήθηκε στην ανακόπτουσα κατά την ημέρα αυτή ή σε άλλο χρόνο ούτε αποτελεί άθροισμα επί μέρους δανειακών συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ του καθ' ού η ανακοπή και της ανακόπτουσας.

Ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί στον Α. Ο. και τον Σ. Ο. τμηματικά με επί μέρους προφορικές συμβάσεις δανείων πριν από την κατάρτιση του συμφωνητικού αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1993 ... Ότι οι δηλώσεις βουλήσεως ανακόπτουσας και καθ' ού η ανακοπή για κατάρτιση συμβάσεως δανείου, που διαλαμβάνονται στο ως άνω έγγραφο συμφωνητικό δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και, συνεπώς, είναι άκυρες, ως εικονικές και ότι η πραγματική βούληση των ανωτέρω απέβλεπε στην αναγνώριση ή την αναδοχή από την ανακόπτουσα του χρέους του Α.

Ο. και του Σ. Ο. προς τον καθ' ού η ανακοπή, πλην όμως ο καθ' ού η ανακοπή δεν είχε την ευχέρεια να προβάλει τέτοιον ισχυρισμό, αφού αποτελούσε νέα ιστορική αιτία της απαιτήσεώς του για την οποία είχαν εκδοθεί οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές οι προεκτεθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου ακύρωσαν τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής.

Η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ποσόν των 39.500.000 δραχμών αποτελεί τμήμα του ποσού των 100.000.000 δραχμών που αναφέρεται στο από 9.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι για το ποσόν αυτό (επίδικο) έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από τις ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις ότι δεν αποτελεί δάνειο του εφεσίβλητου προς αυτήν και ότι η δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων περί δανείου είναι εικονική.

Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός περί δεδικασμένου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με τις εν λόγω αποφάσεις δεν κρίθηκε το ζήτημα του επιδίκου δανείου αλλά το ποσόν του δανείου για το οποίο εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής και η αναφορά στο δάνειο των 40.000.000 δραχμών που έλαβε η εκκαλούσα από τον Κ.

Τ. για τις ανάγκες της εμπορίας του συζύγου της στις ανωτέρω αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου έγινε πλεοναστικώς (βλ. και 1620/2008 και 1621/2008 ΑΠ)".

Από την επισκόπηση των 117/2006 και 119/2006 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών επιβεβαιώνονται οι ανωτέρω παραδοχές, καθόσον αφορά την αξίωση, των 100.000.000 δρχ., με βάση την οποία είχαν εκδοθεί οι ως άνω ακυρωθείσες διαταγές πληρωμής, καθώς και το γεγονός ότι η εδώ ένδικη απαίτηση των 40.000.000 δρχ., δεν αποτέλεσε αντικείμενο των δικών εκείνων, είτε κύριο είτε παρεμπίπτον (η περί των 40.000.000 δρχ συμφωνία φέρεται συναφθείσα την 9-8-1994, ενώ το ποσό των 100.000.000 δρχ - που ήταν αντικείμενο των δικών εκείνων - φέρεται να αφορά δάνεια του αναιρεσίβλητου προς τρίτα πρόσωπα που έγιναν κατά τα έτη 1991-1993), και πλεοναστικώς και μόνον οι αποφάσεις αυτές αναφέρθηκαν στο δάνειο των 40.000.000 δρχ. Άλλωστε, ενόψει εκδικάσεως τότε, ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής, το δικαστήριο εκείνο ήταν και καθύλην αναρμόδιο ν' αποφασίσει για το αναφερόμενο σε άλλη δανειακή σύμβαση, ποσό των 40.000.000 δρχ., που δεν αποτελούσε αντικείμενο των ανακοπτομένων διαταγών πληρωμής. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι για την ένδικη απαίτηση - και δη την αβασιμότητα αυτής - παρήχθη δεδικασμένο από τις ανωτέρω αποφάσεις είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 614/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο - υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές - διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υποθέσεως, ήτοι της δανειοδότησης της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο με το ποσό των 40.000.000 δρχ., υπό τις εκτεθείσες συνθήκες, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της τελευταίας που προβάλλονται με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμοι.

Εξ άλλου τα περαιτέρω διαλαμβανόμενα στον ίδιο λόγο επιχειρήματα κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως προβάλλονται απαραδέκτως. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επιγραμματικά η ρηθείσα πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη, τους άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, οι αιτιάσεις αναφέρονται σε ισχυρισμούς που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου, πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας. Τέλος ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, διότι δεν εκτίμησε ορθώς και δεν έλαβε υπόψη του κατ' ουσίαν το περιεχόμενο των 117 και 119/2006 αποφάσεων του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείου Πατρών), είναι απαράδεκτος, καθόσον με την εν λόγω διάταξη δεν ιδρύεται αυτοτελώς λόγος αναίρεσης, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποφάσεις.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2009 αίτηση της Α. συζ. Α. Ο., το γένος Θ. Α., για αναίρεση της 477/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ