Supreme Court dismisses appeal for procedural defects and lack of specific factual basis in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court distorted procedural documents and incorrectly rejected an auxiliary claim for unjust enrichment. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant failed to provide the specific factual basis required by law to substantiate the alleged violation of substantive law rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20), 566(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of procedural documents is inadmissible if the document is merely a procedural record, and an appeal alleging violation of substantive law rules must cite the specific factual basis of the original claim to allow for effective review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1831 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1831/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1α) Ψ1, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αδελφής της Ψ-Α, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Κωσταρέλλος, 2α) Ψ2, 2β) Ψ3 και 2γ) Ψ4, ως συζύγου και τέκνων του αποβιώσαντος Ψ-Β και οι εξ αυτών με στοιχ. 2β και 2γ ως κληρονόμοι της αποβιώσασας (13.7.2003) Ψ-Α, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Κουσαής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.06.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 6312/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 18.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο αυτό, είναι τα κατά τα άρθρα 339, 432, 445-449 του ίδιου κώδικα χρησιμοποιούμενα ως αποδεικτικά μέσα έγγραφα, όχι δε και τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής, εφέσεως, ή τα πρακτικά των δικαστηρίων, κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων και οι προτάσεις των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσθήκης και αντίκρουσης των πρωτοδικών προτάσεων του με το να δεχθεί ότι συνήχθη δικαστική ομολογία σύμφωνα με το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δικ., περί του ότι μεταξύ αυτού και των εντολέων του, Ψ-Α και Ψ-Β, καταρτίσθηκε σύμβαση εργολαβίας δίκης, και ακολούθως το Εφετείο που εξέδωσε αυτή, απέρριψε την έφεση που άσκησε αυτός κατά της υπ'αριθμ.290/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο απέρρριψε την αγωγή που είχε ασκήσει ο ως άνω αναιρεσείων κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων των εντολέων του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ.20, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η προσθήκη των προτάσεων είναι διαδικαστικό έγγραφο, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 352 Κ.Πολ.Δικ., είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό η παραβίαση της δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1414/2007). Συνακολούθα, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι συνήχθη δικαστική ομολογία από το περιεχόμενο της προσθήκης των πρωτοδικών προτάσεων του, ως προς το ανωτέρω περιστατικό, παραβίασε το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δικ., ευθέως και εκ πλαγίου, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες και συνεπώς (είναι απορριπτέοι) και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 και!9 Κ.Πολ.Δικ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του διαδίκου, ο οποίος όμως πράγματι δεν ομολόγησε.
Ο λόγος δε αυτός ότι το δικαστήριο δέχθηκε ανύπαρκτη δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε (αρθρ. 352 παρ.1 ΚΠολΔ), ιδρύεται και στις ειδικές διαδικασίες των εργατικών διαφορών και των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης του (αρθρ. 666 επ., 681 Α ΚΠολΔ), γιατί και στις διαδικασίες αυτές η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε "ότι ο εκκαλών το είδος της συμφωνίας του μετά των πιο πάνω εντολέων του Ψ-Α και Ψ-Β, ως "εργολαβίας δίκης", ομολόγησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεων του. Περαιτέρω από την προσθήκη-αντίκρουση .
των προτάσεων του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες παραδεκτά ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και ειδικότερα από την περικοπή "Επειδή εκ της εξετάσεως της καθ' όλα αξιόπιστου και γνωριζούσης εξ ιδίας αντιλήψεως τα γεγονότα μάρτυρος μου απεδείχθη πλήρως ότι η προς εμέ οφειλή των εναγομένων(ήδη εφεσίβλητων) είναι ορισμένη και " αναφέρεται εις τας νομικάς υπηρεσίας, τας οποίας προσέφεραν εγώ στους πελάτες μου Ψ-Α και Ψ-Β, τας οποίας με λεπτομέρεια ανέλυσε η εξετασθείσα μάρτυς, αλλά και αναφέρονται στην υπό κρίσιν αγωγή ως επίσης και στην μεταξύ των πελατών μου και εμού συμφωνία και η αρχική του 1996 και η τροποποιητική του 2000, σύμβαση εργολαβίας, προφορικώς γενομένης. . .", προκύπτει ότι ο αναίρεσε ίων πράγματι ομολόγησε τη κατάρτιση μεταξύ αυτού και των προαναφερθέντων εντολέων του, των οποίων κληρονόμοι τυγχάνουν οι αναιρεσίβλητοι, σύμβασης εργολαβίας δίκης.
Δεν αναιρείται δε το γεγονός. της συναγωγής δικαστικής ομολογίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, από την προεκτεθείσα περικοπή, από το ότι αυτός διέλαβε επίσης στην προσθήκη των πρωτοδικών προτάσεων του και σε συνέχεια της ως άνω περικοπής και τα εξής "...με την εκ μέρος αυτών καταβολή των συμβολικών εξόδων(τα οποία δήθεν ενεφανίσθηκαν οι αντίδικοι να αγνοούν!!! καίτοι κατ' επανάληψη ανελύθησαν αυτά στην πρότερα δίκη) αλλά και στην υπό κρίσιν αναλύονται ότι συνίσταται στα ελάχιστα εκείνα πραγματικά έξοδα, τα οποία απαιτεί ο Κ.
Δικηγόρων, για τις δίκες με ευρύ αντικείμενο εκ μέρος δικαστικών ενεργειών τα οποία προκαταβάλλει ο πελάτης π.χ. εν προκειμένω έξοδα μεταβάσεων εις ....., έξοδα προεισπράξεων αμοιβών δικηγόρων τους οποίους χρησιμοποιούμε στα εκτός των Αθηνών Πρωτοδικεία, εγγραφής στα Υποθ/κεια, λήψης αντιγράφων, επιδόσεις καταβολής ΔΕ κλπ συναφή έξοδα, τα οποία καταβάλλει ο πελάτης μέχρι την τελεσιδικία της υποθέσεως προκειμένου ο δικηγόρος-κάθε δικηγόρος να μην υποστεί οικονομική βλάβη από ενδεχόμενη ατυχή έκβαση της υποθέσεως (επί εργολαβίας δίκης) ενώ από την επιτυχή αντιμετώπιση και έκβαση της υποθέσεως λαμβάνεται και ολόκληρος η συμφωνηθείσα αμοιβή...".
Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος.
Επειδή, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, με βάση τον οικείο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, συμφωνά με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής αυτής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου συνιστά.
ή όχι παραβίαση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, έκρινε ότι δεν συντρέχει, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας της περιουσιακής μετακινήσεως, και απέρριψε εντεύθεν την επικουρική βάση της αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος), περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως μη νόμιμη.
Δεν αναφέρεται όμως για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., η ιστορική βάση της επικουρικώς ασκηθείσας αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του, κατά την επικουρική βάση της, για τη θεμελίωση της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της ως νομικά αβάσιμης, συνιστά ή όχι παραβίαση της παραπάνω διάταξης ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος (τελευταίος) της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6312/2007 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ