Legislator Case Law & Legislation
1831/2007 AI generated

1831/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1831/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 328/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2003 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους και τους από 23 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1831/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition care credits care leave for relatives suspension of disability benefits disability-related expenses loss of financial support
AI generated
676/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-1-2000, 21-3-2000, 26-9-2000 και 27-9-2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2216/2001, 1856/2002 μη οριστικές, 5888/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2663/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του.
522/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2006 αίτησή του.
1417/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 2070/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 12/2/2007 κλήση τους.
1302/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3816/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2011 μη οριστική και 2490/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2013 αίτησή της.
1906/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3-6-2005 αγωγή εξ αναγωγής της 4ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2037/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 31-12-2012 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1831 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1831/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....... και 2. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Χαράλαμπο Σαμαρά και Σωτήριο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 328/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2003 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους και τους από 23 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου αναίρεσης των προσθέτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1)ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Στην προκείμενη περίπτωση, μεταξύ των άλλων, (περί ων κατωτέρω) προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του "εσφαλμένα και άνευ επαρκούς αιτιολογίας και αποδείξεως δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα ήταν ο πρώτος από αυτούς και απέρριψε την ένστασή του περί συνυπαιτιότητος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 50%, άλλως 40% και ζημίας εξ οικείου πταίσματος του άρθρου 300 ΑΚ".

Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε, πού βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ποιο δηλαδή είναι το νομικό σφάλμα της απόφασης. Επομένως ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. II.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, με βάση τα εις αυτήν αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα αναφορικά με τις συνθήκες τελέσεως του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των εις αυτό εμπλακέντων οχημάτων: Στις 2-12-1999 και περί ώρα 12.00 ο πρώτος ενάγων, όντας οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας .....

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας ".....", στο οποίο ήταν συνοδηγός η σύζυγος του (δεύτερη ενάγουσα), κινούνταν στην Επαρχιακή οδό Κοζάνης- Φλώρινας, με κατεύθυνση την Κοζάνη. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, όντας οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, μάρκας ...., ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν στην ίδια οδό, με κατεύθυνση αντίθετη, δηλαδή με κατεύθυνση προς Φλώρινα.

Στο 28° χιλιόμετρο της ίδιας οδού, ο δρόμος στενεύει και παρουσιάζει κλειστή δεξιά στροφή, σε σχέση με την πορεία του πρώτου εναγομένου, στην οποία υπήρχαν πινακίδες. Κ-ιδ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) και Π-74 (κατεύθυνση-επισήμανσης επικίνδυνων καμπυλών) με δεξιά ένδειξη κόκκινου χρώματος (βλ. το από 2-12-1999 σχεδιάγραμμα και την από 2-12-1999 έκθεση αυτοψίας).

Στο σημείο αυτό το πλάτος του οδοστρώματος ήταν 12.30 μέτρα και τα δύο ρεύματα χωρίζονται με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή. Παρά την ύπαρξη των πινακίδων αυτών ο πρώτος εναγόμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δε μείωσε την ταχύτητα του, όπως ήταν υποχρεωμένος, πριν να εισέλθει στην στροφή, αλλά συνέχισε κανονικά την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να περάσει τη διπλή διαχωριστική λωρίδα και να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο κινούνταν κανονικά ο πρώτος ενάγων και να πέσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου ενάγοντος.

Λόγω της ταχύτητας του πρώτου εναγομένου και της σφοδρότητας της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του πρώτου ενάγοντος εκτινάχθηκε προς τα πίσω και σύρθηκε 8,40 μέτρα. Από τα περιστατικά αυτά προκύπτει σαφώς ότι η σύγκρουση αυτή οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δε μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του πριν από τη στροφή, έχασε τον έλεγχο αυτού, πέρασε την συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, και 19 παρ. 3 του Ν. 2094/1992.

Αντίθετα τον πρώτο ενάγοντα δεν βαρύνει οποιαδήποτε μορφής υπαιτιότητα, αφού κινούνταν κανονικά, δεν έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα και λόγω της αιφνίδιας εισόδου του πρώτου εναγομένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν μπόρεσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, είτε φρενάροντας, είτε κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά.

Εξάλλου, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι στο ατύχημα αυτό συνετέλεσε και ο εργολάβος δημοσίων έργων που εκτελούσε έργα στην οδό, δεδομένου ότι υπήρχαν πινακίδες που ήταν ορατές και προειδοποιούσαν για την ύπαρξη επικίνδυνης δεξιάς στροφής και ο πρώτος εναγόμενος όφειλε πριν την στροφή να μειώσει την ταχύτητά του, πράγμα που δεν έκανε, σύμφωνα με τα παραπάνω.

Αν στο οδόστρωμα υπήρχαν ανωμαλίες όφειλε να μειώσει πιο πολύ την ταχύτητά του και σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2094/1922). Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας και συντέλεσαν έτσι στον τραυματισμό τους.

Άλλωστε ο σοβαρός τραυματισμός του πρώτου ενάγοντος, (η δεύτερη τραυματίσθηκε όλως ελαφρά στην κοιλιακή χώρα), θα επέρχονταν και με τη χρήση της ζώνης ασφαλείας, κατά το βάσιμο ισχυρισμό του, αφού η πλευρά του οδηγού (αριστερή) δέχθηκε τις συνέπειες της σύγκρουσης, έσπασε το παρμπρίζ και αυτός εγκλωβίστηκε μέσα στο αυτοκίνητό του, η πυροσβεστική δε για να τον απεγκλωβίσει, αναγκάσθηκε να κόψει τα κολωνάκια του αυτοκινήτου.

Εξάλλου το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με το κεφάλαιο που αφορά την αποζημίωση λόγω απωλείας διαφυγόντων κερδών του ενάγοντος συνεπεία του ατυχήματος, ότι ο πρώτος ενάγων, κατά το χρόνο του τραυματισμού του (2-12-99) ήταν 30 ετών και ασκούσε το επάγγελμα του γεωκτηνοτρόφου, έχοντας στην κατοχή του 75 αιγοπρόβατα και 23.700 τ.μ χωράφια τα οποία καλλιεργούσε ο ίδιος.

Από την πώληση του γάλακτος, του μαλλιού και των αρνιών, καθώς και από την καλλιέργεια των χωραφιών του ο πρώτος ενάγων κέρδιζε καθαρά, μετά την αφαίρεση των εξόδων διατροφής τους και καλλιέργειας, το ποσό των 2.520.000 δραχμών ετησίως (210.000 δραχμές το μήνα). Έτσι αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από 2-12-99 μέχρι 2-11-00, που ήταν παντελώς ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, έχασε το συνολικό ποσό των 2.310.000 δραχμών (210.000 δρχ.

Χ 11 μήνες), το οποίο θα κέρδιζε μετά πιθανότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο προαναφερόμενος τραυματισμός του. Το επάγγελμα αυτό θα ασκούσε ο πρώτος ενάγων μετά βεβαιότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων μέχρι και 2-12-2007, αποκομίζοντας το ποσό των 210.000 δραχμών το μήνα, το οποίο θα αυξανόταν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά 3% το χρόνο.

Έτσι αυτός δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: α) δρχ. 210.000 το μήνα, από 2-11-00 μέχρι 2-12-01 β) 216.300 το μήνα, από 2-12-01 μέχρι 2-12-02, γ) δρχ. 222.789 το μήνα, από 2-12-02 μέχρι 2-12-03, δ) δρχ. 229.473 το μήνα, από 2-12-03 μέχρι 2-12-04, ε) δρχ.236.457 το μήνα, από 2-12-04 μέχρι 2-12-05, στ) δρχ. 243.448 το μήνα, από 2-12-05 μέχρι 2-12-06 και ζ) δρχ. 250.751 το μήνα, από 2-12-2006 μέχρι 2-12-2007.

Η ένσταση των δύο πρώτων εναγομένων περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας και μάλιστα περί αφαιρέσεως του ποσού το οποίο η πρώτος ενάγων έχει αποκομίσει μέχρι σήμερα από τα αιγοπρόβατα και τα κτήματά του, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία, δεδομένου ότι αυτός ανέθεσε την εκμετάλλευσή τους στον αδελφό του στον οποίο καταβάλλει ανάλογη αμοιβή και δεν υπάρχει κέρδος".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, κατ' ακολουθίαν των οποίων απέρριψε τους σχετικούς λόγους των εφέσεων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια ως προς την υπαιτιότητα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα αυτό, αφού και για ποιο λόγο δεν μπόρεσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό ο πρώτος αναιρεσίβλητος εξηγεί και σχετικά με το ότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας οι αναιρεσίβλητοι αποφαίνεται, διατυπώνοντας μάλιστα και επικουρική σκέψη ως προς το δεύτερο, ότι δηλαδή ο τραυματισμός του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ήταν και ο σοβαρός, δεν θα αποφευγόταν κι' αν αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο του ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο εκ του λόγου ότι, παρά την ύπαρξη των ενδεικτικών πινακίδων Κ-ιδ΄ και Π-74 που υπήρχαν στην πορεία του, αυτός από αμέλειά του δεν μείωσε την ταχύτητά του αλλά "συνέχισε κανονικά την πορεία του με την ίδια ταχύτητα", δηλαδή εξακολούθησε να βαίνει με την ίδια ταχύτητα (και όχι με κανονική ταχύτητα) με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο "κινούνταν κανονικά", με επιτρεπτή δηλαδή ταχύτητα ο ενάγων, στο αυτοκίνητο του οποίου επέπεσε, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο τελευταίος, ενώ, περαιτέρω, αιτιολογημένως αποφαίνεται ότι στο ατύχημα αυτό δεν προκύπτει ότι συνετέλεσε και πταίσμα του εργολάβου (δημ.

έργων) που εκτελούσε τα έργα στην οδό, δεδομένου ότι υπήρχαν πινακίδες που ήσαν ορατές και προειδοποιούσαν για την ύπαρξη επικίνδυνης δεξιάς στροφής και ο πρώτος εναγόμενος όφειλε πριν από τη στροφή να μειώσει την ταχύτητά του, πράγμα που δεν έκανε. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες επί του ανωτέρω ζητήματος που αναφέρεται στο διαφυγόν κέρδος (απώλεια εισοδήματος) του πρώτου ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του εκ του ατυχήματος.

Αφού ρητά αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι αυτός συνεπεία τούτου κατέστη ολικώς ανίκανος για την άσκηση του ασκουμένου ως τότε από αυτόν επαγγέλματος του γεωργοκτηνοτρόφου από το οποίο απεκέρδαινε το ποσό των 210.000 δρχ. μηνιαίως καθαρά από την εκμετάλλευση των αιγοπροβάτων και την καλλιέργεια των χωραφιών που διατηρούσε (μετά την αφαίρεση των εξόδων διατροφής και καλλιεργείας τους αντίστοιχα) και το οποίο στερήθηκε έκτοτε και για το άνω χρονικό διάστημα, χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε κέδρος γι΄ αυτόν έκτοτε από το λόγο αυτό.

Επομένως οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και τρίτος και πέμπτος λόγοι των προσθέτων, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι υπέπεσε ως προς τα άνω ζητήματα στην πλημμέλεια του αναιρετικού αυτού λόγου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο ενάγων, θα αποκόμιζε το ποσό των 2.520.000 δρχ. ετησίως (210.000 δρχ. μηνιαίως) από την πώληση, μεταξύ άλλων, και "αρνιών" ως και ότι το εισόδημά του αυτό θα αυξανόταν κατά 3% ετησίως προκειμένου να καταλήξει στην επιδίκαση σ΄ αυτόν του ποσού τούτου ως διαφυγόντος κέρδους κατά το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρονικό διάστημα το οποίο (ποσό) αποτελεί μέρος του δια της αγωγής αιτηθέντος για την αιτία αυτή ποσού την 415.000 δρχ.

μηνιαίως το οποίο όπως εκτίμησε από τις αποδείξεις, θα απεκέρδαινε αυτός από την εκμετάλλευση της γεωργοκτηνοτροφικής μονάδος, που διέθετε, δεν επιδίκασε σ΄ αυτόν πλέον του αιτηθέντος. Με βάση αυτά, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, σύμφωνα με τον οποίο για τον υπολογισμό του ποσού του απωλεσθέντος εισοδήματος αφενός μεν έλαβε υπόψη του και κέρδος από την πώληση αρνιών μολονότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται στην αγωγή, αφετέρου δε για τον υπολογισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής του διαφυγόντος κέρδους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων έλαβε υπόψη του ποσοστό αυξήσεως 3% ενώ με το δικόγραφο της αγωγής ζητήθηκε ποσοστό 5% ανά διετία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης η αιτίαση του ίδιου λόγου από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γιατί το Εφετείο για τον άνω υπολογισμό του απωλεσθέντος εισοδήματος έλαβε υπόψη τα ως άνω πράγματα που δεν προτάθηκαν (πώληση αρνιών κλπ), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι τα πιο πάνω είναι διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, ως εκ τούτου η λήψη υπόψη αυτών που δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης δεν θεμελιώνει την απ΄ αυτή προβλεπόμενη πλημμέλεια.

ΙΙΙ.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, γιατί δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού των περί συνυπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο ατύχημα εκ του λόγου ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και συγκεκριμένα:

Την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και το σχετικό επίσημο σχεδιάγραμμα όπως και τις μαρτυρικές καταθέσεις που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που με πρόταση των διαδίκων εξετάσθηκαν νομότυπα κατά την πρωτοβάθμια δίκη και περιέχονται στα επικαλούμενα και σε φωτοτυπικό αντίγραφο προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. 1247 και 1248/5-3-2001 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του ενάγοντος που έχουν ληφθεί νόμιμα και τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίσθησαν κατά την πρωτοβάθμια δίκη και τα οποία προσκομίζονται και πάλιν νομίμως".

Στα τελευταία αυτά έγγραφα περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν όπως και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας. Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, παρόλο που δεν μνημονεύονται ειδικώς και δεν τα αξιολογεί ξεχωριστά, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ως άνω έγγραφα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του σαφές πόρισμα στα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, συνεπώς ο κύριος λόγος αναίρεσης κατά την πρώτη αιτίασή του για παραδοχή πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε τη δεύτερη αιτίαση (δεν διέταξε αποδείξεις) ως απαράδεκτος, διότι πλέον μετά το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 το εδάφιο 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. έχει την παραπάνω διατύπωση, με διαγραφή των λέξεων "ή δεν διέταξε αποδείξεις γι΄ αυτά", και σε κάθε περίπτωση στη διαδικασία του άρθρου 681 Α΄ Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία εκδικάστηκε η παρούσα υπόθεση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις.

V.- Ο λόγος αναιρέσεως ότι η αγωγή είναι αόριστη είναι απαράδεκτος εφόσον δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο των προσθέτων οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την αοριστία του δικογράφου της αγωγής ως προς τα εξής σημεία της:

α) διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν η κτηματική περιφέρεια στην οποία ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατείχε και καλλιεργούσε 23,7 στρέμματα γης ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι είχε στην κατοχή του και καλλιεργούσε την έκταση αυτή. β) διότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή η κτηματική περιφέρεια στην οποία αυτός διατηρούσε κτηνοτροφική εκμετάλλευση ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν πράγματι διατηρούσε επ' ονόματι του τέτοια εκμετάλλευση, γ) διότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή η ποσότητα του μαλλιού που παρήγε ετησίως ο πρώτος ενάγων από την κτηνοτροφική του εκμετάλλευση και η τιμή πωλήσεως αυτής ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι αυτός είχε από την αιτία αυτής ετήσιο εισόδημα 101.250 δρχ.

και δ) διότι δεν προσδιορίζονται οι καλλιέργειες τις οποίες αυτός έκανε ετησίως στη γεωργική του εκμετάλλευση ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν πράγματι αυτός είχε ετήσιο εισόδημα εξ αυτής 50.000 δραχμών. Όπως όμως προκύπτει από τα δικόγραφα της από 31-8-2001 εφέσεως των αναιρεσειόντων και του από 21-11-2002 πρόσθετου λόγου έφεσης (τα, οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου), οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβάλει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την ένσταση αυτή, αλλά εντελώς αορίστως εκεί αναφέρουν ότι "κατά τη συζήτηση της υποθέσεως προεβλήθησαν και εγένετο σχετική εγγραφή στο πρωτόδικο πρακτικό των κατωτέρω ενστάσεων μας: 1)......2).......γ) αοριστίας:

Δεν εξηγείται εις τι συνίσταται η απώλεια εισοδήματος". Ενόψει τούτων ο δευτέρας λόγος των προσθέτων με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι με το να μη λάβει υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αοριστία αυτή και να μην κηρύξει απαράδεκτο λόγω αυτής, υπέπεσε στις πλημμέλειες των περιπτώσεων 8 και 14 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

VI.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 930 εδ. 3 Α.Κ. η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε. Έτσι σε περίπτωση θανατώσεως ή σωματικής αναπηρίας ο υπόχρεος σε αποζημίωση δεν ωφελείται από το γεγονός ότι κάποιος τρίτος υποχρεούται με παροχή να καλύψει ουσιαστικώς την προξενηθείσα ζημία. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων ότι ο πρώτος ενάγων ζημιώνεται από δική του υπαιτιότητα (αρθρ. 300 ΑΚ) γιατί παρέλειψε να ζητήσει σύνταξη από τον ΟΓΑ λόγω της ανικανότητας του, με την αιτιολογία ότι "η παροχή σύνταξης από ασφαλιστικό οργανισμό δεν καταλογίζεται στην αξίωση αποζημίωσης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ και οι υπόχρεοι (εναγόμενοι) δεν ωφελούνται από το γεγονός ότι τρίτος (ΟΓΑ) υποχρεούται να καλύψει τη ζημία". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 914, 929 και 930 εδ. γ' ΑΚ, ο δε περί του αντιθέτου (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πέμπτος λόγος των προσθέτων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VII.- Σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 928, 929, 1389 και 1390 ΑΚ, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάστασή των με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 1329/1983, συνάγεται ότι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του ενός συζύγου από αδικοπραξία και στέρησης εντεύθεν από τον άλλο σύζυγο των προσωπικών υπηρεσιών που προσέφερε εκείνος ως συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ανάλογα με τις δυνάμεις του, δικαιούται ο άλλος σύζυγος να απαιτήσει από τον υπαίτιο του τραυματισμού ή από τον κατά νόμο ενεχόμενο για τις από την αδικοπραξία αυτή ζημίες, αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών που συνιστούσαν την από το νόμο οφειλόμενο συμβολή του παθόντος συζύγου στις οικογενειακές ανάγκες.

Ειδικότερα και μετά τις νέες διατάξεις καθιερώνεται η υποχρέωση παροχής προσωπικών υπηρεσιών των συζύγων, όχι βέβαια του ενός προς τον άλλο, αλλά ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, στα πλαίσια δηλαδή της συμβολής τους στη λειτουργία του κοινού οίκου και επομένως ο καθένας από τους συζύγους, σε περίπτωση τραυματισμού του άλλου και ανικανότητας του για το λόγο αυτό να προσφέρει τις προσωπικές υπηρεσίες του στα πλαίσια της λειτουργίας του συζυγικού οίκου ή της ανάγκης υπερέντασης της προσφοράς αυτής των προσωπικών υπηρεσιών του, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση κατά του υπαίτιου και γενικώς εναντίον οιουδήποτε ευθυνόμενου για τον τραυματισμό (Ολ.

ΑΠ 39/1997, ΑΠ 461/1991). Περαιτέρω όπως πάγια δέχεται θεωρία και νομολογία δεν απαιτείται η πρόβλεψη υποκατάστασης δύναμης ούτε εξετάζεται αν το ποσό που θα επιδικασθεί στο δικαιούχο θα δαπανηθεί για άλλο σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, κρίνοντας επί του αγωγικού κονδυλίου που αφορούσε δαπάνες προσλήψεως αποκλειστικής νοσοκόμου εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος δέχτηκε τα εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Φεβρουαρίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου 2000 δηλαδή επί εννέα (9) μήνες, ή 270 ημέρες, ο ενάγων δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετείται και χρειαζόταν τη βοήθεια άλλου προσώπου.

Για το λόγο αυτό χρησιμοποίησε τη σύζυγο του, η οποία με υπερένταση των προσπαθειών της πρόσφερε σ΄ αυτόν τις σχετικές υπηρεσίες της αποκλειστικής νοσοκόμου και έτσι, έστω κι΄ αν δεν κατέβαλε σ΄ αυτήν αμοιβή για τις υπηρεσίες της, δικαιούται το ημερομίσθιο που καταβαλλόταν για τις αντίστοιχες υπηρεσίες κατά το επίδικο διάστημα που ανερχόταν στο ποσό των 7.000 δρχ.

ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 1.890.000 (7.000 Χ 270). Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αφού κατά τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, οι υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου που παρέσχε στον ενάγοντα η σύζυγός του παρασχέθηκαν εκ μέρους της, προς κάλυψη των σχετικών αναγκών του, πέραν από τα πλαίσια αντιμετώπισης των συνήθων οικογενειακών αναγκών (της συμβολής της δηλαδή στη λειτουργία του κοινού οίκου) και καθ΄ υπερένταση των προσπαθειών της, αφού μάλιστα υποχρεώθηκε, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, να εγκαταλείψει και την εργασία της (ως γουνεργάτρια), κατά το διάστημα αυτό, ο δε ενάγων νομιμοποιείται στα πλαίσια που διαγράφουν τα άνω άρθρα να αξιώσει τη σχετική αποζημίωση από τους ζημιώσαντες εναγόμενους.

Επομένως ο έκτος λόγος των προσθέτων με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό για την αιτία αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί. VIII.- Το άρθρο 69 παρ. 1 του ν.δ. 3935/1955 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 1828/1989 ορίζει ότι οι φορολογικές δηλώσεις κλπ.

είναι απόρρητες και απαγορεύεται η γνωστοποίησή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον φορολογούμενο στον οποίο αφορά, ενώ με την παρ. 5 καθορίζονται οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η άρση του απορρήτου. Ανάλογη περί απορρήτου είναι και η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του Π.Δ. 99/1977 (Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων) όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 285/1989, ενώ με το άρθρο 44 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα απαγορεύεται και στις δημόσιες κλπ.

αρχές η γνωστοποίηση των φορολογικών βιβλίων και στοιχείων και καθιερώνεται το απόρρητο. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι απαγορεύεται η γνωστοποίηση των φορολογικών δηλώσεων που απευθύνονται στην Οικονομική Εφορία και προς τη Δικαστική Αρχή εφ' όσον δεν υπάρχει ρητή για το αντίθετο νομοθετική ρύθμιση, επαφιεμένου στο Δικαστήριο να εκτιμήσει ανάλογα την άρνηση του ενάγοντος-παθόντος να προσκομίσει τη φορολογική του δήλωση αν το ζητήσει ο εναγόμενος.

Επομένως ο έβδομος λόγος των προσθέτων με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να απορρίψει το αίτημα προσκομίσεως των φορολογικών δηλώσεων του πρώτου ενάγοντος των δύο προ του τραυματισμού του ετών, παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος, όλοι οι λόγοι αναίρεσης (πρόσθετοι και κύριοι), κατά το μέρος εκείνο με το οποίο πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας των στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Ιανουαρίου 2006 αίτηση και τους από 23-3-2007 πρόσθετους λόγους των:1)....., 2)Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε", για αναίρεση της 21/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ