Supreme Court dismisses family allowance claim due to lack of jurisdiction while remanding costs dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding family allowances and dismissed the plaintiff's claim for the period 1999-2001 as inadmissible due to lack of jurisdiction. The court held that the administrative body, not the civil court, has exclusive authority to adjust pensions and family benefits. Consequently, the civil court was ordered to remand the case regarding court costs for a new trial before a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653, 655 of the Civil Code; Article 22 of the Constitution; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Family allowances constitute part of remuneration and are due to both spouses, but the Court of Appeal exceeded its jurisdiction by adjudicating pension adjustments and family benefit recalculations, which fall under the exclusive competence of the administrative body.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1831 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1831/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Αλεξανδράκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1160/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 697/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-9-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τετάρτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, που έχει εφαρμογή στους βάσει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενους, όλοι οι εργαζόμενοι ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 στοιχεία α΄ της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951 που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ. 2 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην οποία προσχώρησε η Ελλάδα με την από 28.5.1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, της Οδηγίας 75/117 της 19-2-1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ και του άρθρ. 4 παρ. 2 του Ν. 1414/1984, συνάγεται ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα παρεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και παιδιών), τα οποία καταβάλλονται λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την προσφορά της εργασίας του και αποτελούν μέρος του μισθού, υπό την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 του ΑΚ.
Επομένως, ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δυο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την έναντι του εργοδότη απαίτηση για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δυο, εφόσον εργάζονται, βάσει της εργασιακής τους συμβάσεως, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής που δικαιούνται και συνεπώς δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμία διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
Εξάλλου η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, εφαρμόζεται όχι μόνο στους μισθωτούς του ιδιωτικού, αλλά και του δημόσιου τομέα, όπως δέχθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις υποθέσεις με αριθμό 248/1983 και 58/1981. Με το άρθρο 4 του Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις και άλλες διατάξεις", που έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και σε όσους ασκούν ελευθέρια επαγγέλματα, ορίζεται ότι δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια και των επιδομάτων παιδιών τα παιδιά (παρ. 4) και ότι τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή επαναρυθμίζονται, χορηγούνται στο εξής στο ακέραιο, σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα ανεξαρτήτως φύλου (παρ. 5).
Με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η οποία καθορίζει τον τελικό δικαιούχο του επιδόματος μέχρι την υλοποίηση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 4, ορίζεται ότι, αν και οι δυο σύζυγοι ή γονείς εργάζονται, τα επιδόματα γάμου και παιδιών, που προβλέπονται κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (2-2-1984), καταβάλλονται σ' εκείνον που υποδεικνύεται με κοινή δήλωσή τους προς τον εργοδότη που επιλέγουν και, αν οι σύζυγοι ή γονείς δεν συμφωνούν ή αδυνατούν να υποβάλλουν την παραπάνω κοινή δήλωση, ο κάθε εργοδότης καταβάλλει το 50% του προβλεπόμενου επιδόματος γάμου ή παιδιών στο σύζυγο ή γονέα που απασχολεί.
Ο Ν. 1505/1984 "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 αυτού, στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς και στο μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των ΟΤΑ, αλλά είναι δυνατόν να εφαρμόζεται και στους συνδεόμενους με αυτά με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου κατά παραπομπή με βάση κανονιστικό ή συμβατικό όρο, ορίζει με το άρθρο 11, στη μεν παρ. 1 το ύψος του οικογενειακού επιδόματος, στη δε παρ. 6 τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που και οι δυο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παρ. 1 του άρθρου αυτού.
Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος α) του υπόλοιπου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982, β) των Ν.Π.Ι.Δ. που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του δημοσίου τομέα της προηγούμενης περίπτωσης, πλην όμως λειτουργούν με την μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή κρατικής επιχείρησης..., τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον ένα από αυτούς, κατ' επιλογή τους".
Περαιτέρω ο Ν. 2470/1997, που ισχύει από 1-1-1997 (άρθρ. 33), "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τα άρθρα 1 έως 27 του ανωτέρω ν. 1505/1985 και 1-18 του ν. 1810/1988 (άρθρ. 31) και στις διατάξεις του οποίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ κλπ. (άρθρ. 1), με την παρ. 1 του άρθρου 12 ορίζει ότι "για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων ως εξής:
α) Για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς ή με ενήλικα τέκνα δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές. β) Για οικογένεια με τέκνα ανήλικα προσαυξάνεται κατά 6.000 δρχ." Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 12, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2515/1997, η ισχύς της οποίας ανατρέχει στην 1.1.1997 (παρ. 4 αυτού), ορίστηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση που ο ένας από τους δυο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται σε επίδομα τέκνων... Με τις διατάξεις αυτές τίθενται οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος οικογενειακών βαρών, που είχε θεσπιστεί με το ν. 1505/1984, καθορίζεται το ύψος αυτού κατά περίπτωση και μετονομάζεται σε "οικογενειακή παροχή" δηλ.
ως παροχή που δεν αποτελεί προσαύξηση του μισθού, αλλά παροχή για την κάλυψη των βαρών της οικογένειας, που καταβάλλεται ανεξαρτήτως φύλου (βλ. εισηγητική έκθεση του Νόμου), ορίζεται δε το ποσό της καταβαλλόμενης μηνιαίας αυτής παροχής για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς ή με ενήλικα τέκνα σε δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές (άρθρ. 12 παρ. 4 περ.
α΄ του ως άνω Νόμου). Τέλος, στo άρθρo 14 παρ. 3 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΟΓΑ (ΥΑ Υπ. Γεωργίας 177647/1961) ορίζονται τα ακόλουθα: "Στους υπαλλήλους του ΟΓΑ χορηγείται επίδομα οικογενειακών βαρών ως εξής: α) Επίδομα συζύγου σε ποσοστό 10% στο βασικό μισθό, β) Επίδομα παιδιών σε ποσοστό 5% στο βασικό μισθό για τα 2 πρώτα παιδιά, 10% για το τρίτο παιδί, 13% για το τέταρτο παιδί και 20% για το καθένα από τα 5 παιδιά και άνω.
Το επίδομα αυτό παρέχεται για τα από νόμιμο γάμο προερχόμενα φυσικά ή θετά ή νομιμοποιηθέντα ή αναγνωρισθέντα παιδιά, εφόσον είναι ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος...". Όλες όμως οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που θέτουν ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο ακέραιο στους έγγαμους μισθωτούς με σχέση ιδιωτικού δικαίου και θεσπίζουν προϋποθέσεις για την καταβολή των ως άνω επιδομάτων και στους δυο εργαζομένους συζύγους, είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β του Συντάγματος και κατά συνέπεια ανίσχυρες, αφού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, των οποίων ο σύζυγος ή η σύζυγος δεν εργάζεται, λαμβάνουν, χωρίς τη συνδρομή καμιάς άλλης ειδικής προϋποθέσεως, στο ακέραιο τα οικογενειακά επιδόματα, που, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελούν μέρος της αμοιβής τους, πρέπει δε, προς αποκατάσταση της ισότητας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να εφαρμοσθεί και στις περιπτώσεις αυτές η θεσπιζόμενη ευμενής ρύθμιση, έτσι ώστε κάθε εργαζόμενος σύζυγος να λαμβάνει στο ακέραιο χωρίς συνδρομή άλλων προϋποθέσεων τα οικογενειακά επιδόματα (Ολ.ΑΠ 6/2001,15/1997,42/1996).
Κατά συνέπεια δεν ισχύουν και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΟΓΑ, με τις οποίες αφενός ορίζεται το ύψος του καταβαλλομένου επιδόματος σε μικρότερα επίπεδα και αφετέρου προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος παιδιών με την προϋπόθεση ότι αυτά είναι ανήλικα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη συνδέεται με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρέτησε σ' αυτό ως διοικητική υπάλληλος από τις 20-1-1969 έως 3-8-1999, οπότε απολύθηκε και συνταξιοδοτήθηκε, και ότι το αναιρεσείον αρνήθηκε να της χορηγήσει το επίδομα οικογενειακών βαρών από 1-1-1997 έως 30-6-1998 και από 1-7-1998 έως 3-8-1999, ανερχόμενο σε 12.000 δρχ.
μηνιαίως, στη συνέχεια δε, αφού δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, δέχτηκε την αγωγή και κατά το προαναφερόμενο μέρος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου τρίτος, ως προς το πρώτο και το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκαν (Ολ.ΑΠ 43/1990).
Επομένως ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα επιδίκασε την οικογενειακή παροχή, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31-12-2001, μολονότι με βάση την απόφαση Οικ. 2/3013/0022/20-1-2004 του Υπουργού Οικονομικών είχε καταβληθεί αυτή στην αναιρεσίβλητη σε δύο δόσεις, είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας σχετική ένσταση εξοφλήσεως.
Επειδή με το άρθρο μόνο του, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 και 2 του Ν. 587/1977, εκδοθέντος Π.Δ. 437/1977 εξαιρέθηκαν της εφαρμογής του ανωτέρω Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ΟΓΑ που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των υπαλλήλων του ως άνω Οργανισμού, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρ. 250 αρ. 17 ΑΚ). Αλλωστε και οι αντίστοιχες αξιώσεις κατά του ΙΚΑ υπόκεινται στην ίδια πενταετή παραγραφή, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978.
Οι διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, κατά την οποία η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει Δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν, ως ειδικές, των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 4 του Ν. 3232/2004, σύμφωνα με την οποία "η έννοια της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4169/1961, είναι ότι ο ΟΓΑ απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και ουσιαστικών προνομίων, ως εάν είναι το ίδιο το Δημόσιο", ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση ως προς το ζήτημα της παραγραφής, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι και η ερμηνευόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του Ν. 4169/1961 "περί Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων" έχει παραπλήσια διατύπωση, αφού ορίζει ότι ο ΟΓΑ "απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων, δικαστικών διοικητικών και δικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον".
Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για την καταβολή της προαναφερόμενης παροχής υπόκειται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή και ότι, κατά συνέπεια, ως προς το μέρος της εν λόγω αξίωσης που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1997 και έκτοτε, δεν υπέπεσε σε παραγραφή εκ του λόγου ότι δεν παρήλθε πενταετία, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 105, 106 ΕσΝΑΚ, 251, 937 ΑΚ , και του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠοΛΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4169/1961 περί Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), το διοικητικό προσωπικό του οργανισμού αυτού αποτελείται από τακτικούς έμμισθους υπαλλήλους που συνδέονται με αυτόν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Ν 437/1976, περί συνταξιοδότησης προσωπικού του ΟΓΑ ορίζονται τα εξής: " 1.
Οι τακτικοί υπάλληλοι του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και αι οικογένειαι τούτων δικαιούνται συντάξεως εξ αυτού, υφ' ους όρους αποκτούν το δικαίωμα τούτο και οι τακτικοί υπάλληλοι του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αι οικογένειαι αυτών εκ του Ιδρύματος τούτου. 2. Αι διατάξεις του Ν. 3163/55 "περί συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων", ως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσώπων, πλην αν άλλως ορίζεται δια του παρόντος".
Κατά το άρθρο 3 ίδιου Νόμου " 1. Η απονομή των κατά τον παρόντα Νόμον συντάξεων ως και η αναγνώρισις προϋπηρεσιών ως συνταξίμων ενεργείται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ, εις ο ανήκει και η κρίσις περί της απορίας όπου απαιτείται αύτη δια την θεμελίωσιν του δικαιώματος. 2. Κατά της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου περί απονομής ή μη συντάξεως επιτρέπεται η κατά τας διατάξεις του Ν. 3163/55, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη, άσκησις των εν αυτώ προβλεπομένων ενδίκων μέσων υπό παντός έχοντος έννομον συμφέρον".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1, 4 και 7 του Ν. 3163/55 "1. Ο Κανονισμός των κατά τον παρόντα νόμον συντάξεων και επιδομάτων, ως και η αναγνώρισις προϋπηρεσιών ως συνταξίμων ενεργείται δια πράξεως εκδιδομένης υπό του Διευθυντού της παρά τη Διοικήσει του ΙΚΑ αρμοδίας υπηρεσίας Συντάξεων... 4. Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους πράξις του Διευθυντού της Υπηρεσίας Συντάξεως υπόκειται εις ένστασιν, ασκουμένην διά πάντα λόγον, υπό παντός ενδιαφερομένου ενώπιον της κατά το άρθρον 1 του Α.Ν. 559 του 1968 Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων εντός προθεσμίας ενός έτους αρχομένης από της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως... 7. "Αι επί ενστάσει εκδιδόμεναι αποφάσεις υπόκεινται εις έφεσιν ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ασκουμένην υπό του Διοικητού του ΙΚΑ ή παντός ενδιαφερομένου εντός προθεσμίας ενός έτους από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως.
Επί των εφέσεων τούτων και των περαιτέρω ενδίκων μέσων κατά των επί εφέσει εκδιδομένων αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του Οργανισμού αυτού". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απονομή συντάξεως στους υπαλλήλους του ΟΓΑ ανατέθηκε από το νόμο στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΓΑ, και στη συνέχεια, μετά την άσκηση εφέσεως, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο δικάζει ως διοικητικό δικαστήριο (άρθρ. 98 παρ.
στ΄ του Συντάγματος). Κατά συνέπεια οι διαφορές, που ανακύπτουν μεταξύ του ΟΓΑ και των τακτικών υπαλλήλων του και αφορούν το ύψος της καταβλητέας συντάξεως, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται με αυτήν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, ως οικογενειακή παροχή (οικογενειακό επίδομα), που αντιστοιχεί όχι μόνο στο μέχρι τις 3-8-1999 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η τελευταία ήταν εν ενεργεία τακτική υπάλληλος του ΟΓΑ, αλλά και για το χρονικό διάστημα από 4-8-1999 έως 31-12-2001 , κατά το οποίο αυτή είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία και είχε συνταξιοδοτηθεί.
Με το δεύτερο αυτό μέρος της αγωγής της, με το οποίο επιδιώκεται κατ' ουσίαν η αναπροσαρμογή της καταβαλλόμενης συντάξεως, έτσι ώστε να συνυπολογιστεί σ' αυτήν και η προαναφερόμενη οικογενειακή παροχή, δημιουργείται διαφορά ως προς την απονομή της συντάξεως, για την οποία δικαιοδοσία έχει το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΓΑ και, σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτού, το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Το Εφετείο, που έκρινε αντιθέτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του και αφού δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε στη συνέχεια την αγωγή και για το προαναφερόμενο μέρος, υπερέβη κατά τούτο τη δικαιοδοσία του, κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ.4 του ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο της αναιρέσεως.
Επειδή, κατά την παρ. 2 του άρθρου 22 Ν.3693/1957, στις δίκες μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι πρόσωπο, του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή και στις δίκες του ΟΓΑ, του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Ν.4169/1961. Επομένως το Εφετείο, που δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και στη συνέχεια επιδίκασε εις βάρος του αναιρεσείοντος μέρος των δικαστικών εξόδων, ενώ έπρεπε να τα συμψηφίσει ενόλω κατά τα ανωτέρω, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις κατά το βάσιμο τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως .
Από τις διατάξεις του άρθρου 580 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 4 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση λόγω υπερβάσεως δικαιοδοσίας, πρέπει περαιτέρω να απορρίψει και την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Επομένως, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω υπερβάσεως δικαιοδοσίας, πρέπει και η ένδικη από 26-7-2002 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ως προς το μέρος όμως που αφορά τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 697/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Απορρίπτει την από 26-7-2002 αγωγή κατά το μέρος που αφορά στην επιδίκαση οικογενειακού επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 4-8-1999 έως 31-12-2001.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αφορά τα δικαστικά έξοδα προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ