Legislator Case Law & Legislation
1830/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal due to unauthorized representation error, remanding case for retrial by different judge.

Case Number 1830/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision, finding the lower court erred by accepting a representative who lacked full authority to bind the company. The court held that the defendant's representative could not sign contracts with public utilities or manage bank collections without explicit authorization, constituting a procedural defect under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was accepted, the contested judgment was quashed, and the case was remanded for retrial by a different judge while costs were assigned to the losing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A procedural error occurs when a court accepts a representative who lacks the specific authority to bind the represented party in matters requiring full representation, necessitating the remittal of the case for retrial by a different judge.

Keywords

AI generated
unauthorized representation scope of power public utilities contracts remittal for retrial Code of Civil Procedure procedural defect bank collection authority

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1830 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1830/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δάφνη Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και

Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΜΕΒΓΑΛ ΑΝΩΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.", και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ" που εδρεύει στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08-09-2020 αγωγή του ήδη Α. αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10543/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2876/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι: Α. αναιρεσείων και Β αναιρεσείουσα εταιρεία με τις από 01-11-2023 και 02-11-2023 αιτήσεις τους αντίστοιχα και τους από 10-02-2025 προσθέτους λόγους του Α. αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 1-11-2023 και 2-11-2023 αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της υπ'αριθ. 2876/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων οι αντίθετες από 8-12-2022 και 11-2-2023 εφέσεις κατά της πρωτόδικης υπ'αριθ. 10543/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 8-9-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος/αναιρεσιβλήτου Ν.

Τ. κατά της ήδη αναιρεσίβλητης/αναιρεσείουσας εταιρίας "ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ", αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.526,27 ευρώ νομιμοτόκως από την ημερομηνία έκδοσης εκάστου τιμολογίου για την σ'αυτήν αναφερομένη αιτία και απορρίφθηκαν αμφότερες κατ'ουσίαν. Οι αιτήσεις αναιρέσεως έχουν έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε την 8-6-2023, ενώ οι αιτήσεις για την αναίρεσή της κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 2-11-2023 και 3-11-2023, αντίστοιχα, μαζί με το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω του ότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, καθόσον αμφότερες στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως (άρθ. 246, σε συνδ. με 573 § 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων τους (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 154/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ν. Τ. με το από 10-2-2025 δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου αυθημερόν και επέδωσε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ στις 11-2-2025 (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ, βλ. την υπ'αριθ. ...-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Τ.

Τ.), άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης ζητώντας να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και για τους πρόσθετους λόγους από τους αριθ. 19 (εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 81 ΣυνθΕΚ, 1 Ν. 703/1977, 361, 371, 914, 938 ΑΚ, 14 § 1 Ν.4529/2018) που είχε προτείνει και με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως (παράβαση εκ των αριθ. 8 και 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) και 11α και 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (λήψη υπόψη μη επιτρεπόμενων και μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων).

Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναίρεσης ως έχοντες παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι αυτής, επειδή αφορούν τόσον τα ίδια με τα προσβαλλόμενα με την κύρια αίτηση κεφάλαια(1ος πρόσθετος λόγος), όσον και τα αναγκαίως με αυτήν συνεχόμενα (2ος πρόσθετος λόγος), αναφορικά με τους εκ των αριθ. 11α και 11γ λόγους, συνισταμένων στο ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την μέση εύλογη κατά δικαία κρίση τιμή πώλησης του γάλακτος, α)έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, και β) υπάρχει αμφιβολία αν έλαβε υπόψη του τα ειδικώς αναφερόμενα έτερα αποδεικτικά μέσα, λόγος που συνέχεται αναγκαίως με τα πληττόμενα με το κυρίως δικόγραφο κεφάλαια της προσβαλλομένης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ, 61, 65, 67 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.

Τούτο συνάγεται ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 415 ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, εξέταση που δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (ΟλΑΠ 1328/1977, ΑΠ 76/2021, ΑΠ 717/2020).

Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 1325/2017). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται κατά το άρθρο 421 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, επομένως η ένορκη βεβαίωση του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ή κατάθεσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης ή της κατάθεσης ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2190/2020, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 § 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως.

Κατά το άρθρο 22 § 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 § 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρίας και διαχείρισης της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις ανωτέρω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από τον νόμο και το καταστατικό. Για τον λόγο αυτό, ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1085/2019). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής, που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. ΑΚ, καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρίας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (ΑΠ 1171/2019, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 148/2013).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα υποκατάστατα όργανα, ανεξαρτήτως αν προέρχονται από το διοικητικό συμβούλιο ή όχι, εξομοιώνονται με αυτό από άποψη αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθύνης και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως ο τρίτος, υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, αφού ενεργεί και εκπροσωπεί την εταιρία ως όργανο αυτής, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 887/2022, ΑΠ 1389/2021).

Συνεπώς, επί πλειόνων αντιπροσώπων ανώνυμης εταιρίας, μελών ή μη του διοικητικού συμβουλίου αυτής, ή συλλογικής εκπροσώπησης, η απαγόρευση μαρτυρίας καταλαμβάνει όλους τους ασκούντες την εκπροσώπηση (ΑΠ 887/2022, ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020).

Βέβαια, κατά τη διάταξη του άρθρου 340 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, η απόκλιση όμως αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1085/2023, ΑΠ 894/2021, ΑΠ. 715/2013). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 374/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 686/2021, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 263/1989).

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων/αναιρεσίβλητος με την από 8-9-2020 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε μονάδα εκτροφής γαλακτοπαραγωγών αγελάδων και ότι δυνάμει άτυπων συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας αορίστου χρόνου, προμήθευε κατ'αποκλειστικότητα με φρέσκο γάλα την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα/αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων.

Ότι η μεταξύ τους εμπορική συνεργασία διήρκεσε από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Αύγουστο του 2007, καθ' όλη δε τη διάρκειά της, ο καθορισμός της τιμής αγοράς του γάλακτος ανατέθηκε στην εναγομένη, η οποία την καθόριζε χωρίς διαπραγματεύσεις, σε μη εύλογο επίπεδο και χρησιμοποιώντας κριτήρια μη γνωστά στον ενάγοντα που λάμβανε γνώση της τιμής κατά την πληρωμή των αγορασθεισών ποσοτήτων γάλακτος στο τέλος κάθε μήνα.

Ότι την εν λόγω τιμή, που υπολειπόταν αυτής που πράγματι δικαιούταν, η εναγομένη την επέβαλε μονομερώς στον ενάγοντα εκμεταλλευόμενη αφενός μεν την υπερέχουσα διαπραγματευτική της θέση και την οικονομική εξάρτηση του ενάγοντα από αυτήν, αφετέρου δε το γεγονός ότι, ήδη, από τον Μάιο του έτους 2001, μετείχε σε συμφωνία (καρτέλ) με τις μεγαλύτερες γαλακτοβιομηχανίες, με αντικείμενο τη συγκράτηση των τιμών αγοράς νωπού γάλακτος και την αποφυγή μετακινήσεων παραγωγών γάλακτος, με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ τους.

Ότι το γεγονός της ύπαρξης της ως άνω συμφωνίας που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού και μπορούσε να επηρεάσει και το μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. εμπόριο, διαπιστώθηκε με την υπ' αριθ. 369/IV/2007 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία επιβλήθηκε στην εναγομένη πρόστιμο ύψους 13.168.196,49 ευρώ για την παράβαση του άρθρου 81 παρ. 1 της ΣυνθΕΚ.

Ότι, ειδικότερα, το εύλογο τίμημα αγοράς γάλακτος, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, θα έπρεπε να προσδιοριστεί από την εναγομένη, κατά δίκαιη και αντικειμενική κρίση, στο ποσό μεταξύ 0,40 έως 0,50 ευρώ ανά κιλό γάλακτος, λαμβάνοντας υπόψη: α) την καθορισθείσα από την ίδια την εναγομένη τιμή πριν και μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, β) τις τιμές που καθόριζαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα άλλες εταιρίες μη συμμετέχουσες στην ανωτέρω συμφωνία, γ) τη σχέση μεταξύ τιμής αγοράς και τελικής τιμής καταναλωτή των γαλακτοκομικών προϊόντων και δ) την αύξηση του πληθωρισμού.

Ότι, αντίθετα, η καθορισθείσα από την εναγομένη τιμή αγοράς του γάλακτος κυμαινόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συνεργασίας τους, μεταξύ 0,3668 έως 0,3815 ευρώ ανά κιλό γάλακτος, η οποία, λαμβανομένων υπόψη της αποκλειστικής της συνεργασίας με τον ενάγοντα και των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής του, σε συνδυασμό με την προσδοκία του για εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, βρισκόταν σε φανερή δυσαναλογία με εκείνο που δικαιούτο και έπρεπε να του καταβάλει η εναγομένη.

Ότι η μη καταβολή εύλογης αμοιβής αντίκειται στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού και στα χρηστά ήθη, συνιστά καταχρηστική άσκηση συμβατικής ελευθερίας και απαγορευμένη εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης και της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρισκόταν ο ενάγων προς αυτήν, καθώς δεν είχε ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, ο ίδιος υπέστη οικονομική ζημία, συνιστάμενη στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας τιμής, όπως αυτή εκτίθεται στην αγωγή και της εύλογης και ανταγωνιστικής τιμής που - κατά τους ισχυρισμούς του - έπρεπε να λαμβάνει. Ότι η διαφορά αυτή, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Αύγουστο του 2007, ανέρχεται στο ποσό των 146.170,67 ευρώ, υπολογιζόμενη με 0,45 ευρώ ανά κιλό και στο ποσό των 35.526,27 ευρώ, υπολογιζόμενη με 0,40 ευρώ ανά κιλό.

Ότι τα προαναφερόμενα ποσά δικαιούται ο ίδιος και σε περίπτωση που η στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών αξίωσή του σε βάρος της εναγομένης θεωρηθεί παραγραμμένη, εφόσον η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η δε ωφέλεια αυτή που αποκόμισε σώζεται.

Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε αναγνωριστικά, με τις προτάσεις, ο ενάγων ζήτησε κυρίως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 146.170,67 ευρώ, άλλως το ποσό των 35.526,27 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της έκδοσης κάθε τιμολογίου αγοράς, άλλως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81 και 82 της ΣυνθΕΚ), 1, 2, 2α του ν. 703/1977, 297, 298, 345, 346, 904, 910, 911, 914, 919, 938 ΑΚ. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω παραγραφής της αξίωσης από αδικοπραξία και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 35.526,27 ευρώ νομιμοτόκως.

Κατά της απόφασης αυτής η μεν εναγόμενη άσκησε την από 11-2-2023 έφεση ο δε ενάγων την από 8-12-2022 έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 2876/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις υπ'αριθ. ...-2020 και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις των Ε.

Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ξ. Μ. και Η. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κουφαλίων Θεσσαλονίκης, που προσκόμισε η εναγόμενη εταιρία "ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε.", παρά το ότι ο ενάγων τόσον πρωτοδίκως όσον και με τις από 3-5-2023 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίστηκε ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, επειδή οι βεβαιούντες είχαν την ιδιότητα του υποκατάστατου οργάνου του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης με εξουσίες εκπροσώπησης αυτής, επικαλέστηκε δε και προσκόμισε σχετικώς την ...-2018 ανακοίνωση του Τμήματος Μητρώου-Γ.Ε.ΜΗ.

του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό ως προς τον μάρτυρα Η. Μ., με το αιτιολογικό ότι ο ανωτέρω βεβαιών δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης κατά τον χρόνο της λήψης της ένορκης βεβαίωσης, ούτε κατά τον χρόνο των επίδικων αγοραπωλησιών, αλλά υποκατάστατο πρόσωπο αυτής που δεν ταυτίζεται με διάδικο, αλλά και διότι δεν υπάρχει ως προς τη λήψη υπόψη αυτής σχετικός λόγος εφέσεως, ενώ δεν αποφάνθηκε ως προς το αίτημα περί μη λήψης υπόψη της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ε.

Τ. Από την επισκόπηση του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο προσκομίζει εμπρόθεσμα και παραδεκτά ο ενάγων/αναιρεσείων μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφά της, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του Γραμματέως στο φάκελο της δικογραφίας και παραδεκτά επισκοπείται εν προκειμένω λόγω της φύσεως του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι την 23-4-2018 καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο το ...-2018 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, κατά το οποίο η εταιρία εκπροσωπείται γενικά με δύο υπογραφές, η πρώτη από τις οποίες ανήκει σε ένα από τους Μ.

Χ., διευθύνουσα σύμβουλο και μέλος του Δ.Σ., και Η. Μ., μη μέλος του Δ.Σ., και η δεύτερη είτε στον άλλο από τους ανωτέρω, είτε σε ένα από τους Ν. Κ. και Κ. Α., μη μέλη του Δ.Σ., και Κ. Π.-Χ., μέλος αυτού.

Συνεπώς η ένορκη βεβαίωση του Η. Μ., που ελήφθη την 4-1-2021, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ο βεβαιών είχε ως υποκατάστατο όργανο εξουσία γενικής εκπροσώπησης της εναγόμενης, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ασχέτως του ότι ο βεβαιών δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. και είχε την εξουσία εκπροσώπησης από κοινού με άλλα πρόσωπα, μέλη και μη του Δ.Σ., σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω αναφέρεται ότι ο ίδιος ως άνω μάρτυρας μπορεί να υπογράφει με τον έτερο ενόρκως βεβαιούντα μάρτυρα Ε. Τ. συμφωνητικά αγοράς γάλακτος και να εισηγείται προς τη διοίκηση για τη χορήγηση προκαταβολών προς τους προμηθευτές γάλακτος, τη συμμετοχή της εταιρίας σε δημοπρασίες αγοράς γάλακτος κλπ, ο τελευταίος δε θα είχε την εξουσία να εκπροσωπεί την εταιρία ενώπιον της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, ΕΛΤΑ και γενικά τους Οργανισμούς κοινής ωφέλειας και με μόνη την υπογραφή του, ενώ εξουσιοδοτείται για την είσπραξη απαιτήσεων από τράπεζες που έχουν υποκαταστήματα στο Δήμο Κουφαλίων. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του ενάγοντος/αναιρεσείοντος κατά το δ' αυτού σκέλος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων (κυρίων και προσθέτων) και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στον ενάγοντα/αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η εναγόμενη/αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

Μετά την παραδοχή της αίτησης του Ν. Τ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 2876/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου η συνεκδικαζόμενη από 2-11-2023 αίτηση αναιρέσεως της εταιρίας "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε.", που διώκει την αναίρεση της ίδιας εφετειακής απόφασης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 1-11-2023 και 2-11-2023 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 2876/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται τους από 10-2-2025 πρόσθετους λόγους της από 1-11-2023 αίτησης.

Αναιρεί την 2876/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα Ν. Τ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει την από 2-11-2023 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Μακεδονική Βιομηχανία Γάλακτος-ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε." για την αναίρεση της 2876/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ