Legislator Case Law & Legislation
1830/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against custody order, ruling facts and reasoning were sufficient and legal.

Case Number 1830/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court order requiring the return of minor children to their habitual residence. The appellant argued the return posed risks, but the court found the lower court's factual findings regarding safety and family dynamics were clear and uncontradicted. Consequently, the court rejected the appeal as baseless, ruling that the lower court's reasoning met legal standards for sufficiency.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1, 699, 559 para.1, 176, 183, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision granting a custody return order is admissible if the lower court's factual findings and reasoning are clear, sufficient, and free from contradictions, rendering the appeal baseless.

Keywords

AI generated
custody order appeal return of children sufficiency of reasoning factual findings review civil procedure appeal habitual residence family law dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 and 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 699 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para.2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1830 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1830/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Β., κατοίκου ..., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Ι. Ρ. Α. και Ε. - Α. Α., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επ' αυτών. Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ιωάννη Βρέλλο και Γεώργιο Μαυρομμάτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Ι., κατοίκου ... προσωρινά διαμένοντος στη δημοτική ενότητα .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2021 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...υ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2023 αίτησή της και τους από 23-1-2023 και 14-3-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-1-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπ' αριθ. 325/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την υπ` αριθ. 216/2022 απόφαση του Μονομελούς ...υ.

Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η από 30-7-2021 αίτηση του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός, ισχυριζόμενος ότι η αντίδικός του αναιρεσείουσα κατακρατεί παράνομα στην Ελλάδα τα κοινά ανήλικα τέκνα τους, επί των οποίων έχει και ο ίδιος δικαίωμα επιμέλειας, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να επιστρέψει τα ανήλικα τέκνα στον τόπο της συνήθους διαμονής τους, στην πόλη ...

Αντίθετα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα - καθ' ης η αίτηση να επιστρέψει τα ανήλικα τέκνα στον ως άνω τόπο της συνήθους διαμονής τους. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι δε παραδεκτή, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις, που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις, που για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (Ολ.ΑΠ 754/1986, ΑΠ 434/2020), όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά διαφορά από απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25.10.1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το Ν. 2102/1992 (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 598/2015).

Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 23/1/2023 και 14/3/2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με (δύο) ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23/1/2023 και 14/3/2023, αντίστοιχα, και επιδόθηκαν για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως κάτοικο εξωτερικού (άρθρο 134 Κ.Πολ.Δ.) στις 7/4/2023 (βλ.

τις υπ' αριθ. 3162 Β'/7-4-2023 και 3163 Β'/7-4-2023 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Γ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 25-9-2023, καθώς και με πραγματική επίδοση στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο στην κατοικία του στην πόλη ..., σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 15 της από 15-11-1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με τον νόμο 1334/1983 (βλ.

τα από 16-5-2023 έγγραφα των αρμοδίων αρχών των .... σχετικά με την επίδοση των με αριθ. πρωτ.2774, 2777 και 2780/2023 εγγράφων του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η από 25-10-1980 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών", η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το νόμο 2102/1992 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), εφαρμόζεται δε, κατά το άρθρο 4 αυτής, για κάθε παιδί, νεότερο των δέκα έξι ετών, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε συμβαλλόμενο κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας, έχει σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1, την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, προληπτικά με την αποθάρρυνση των γονέων που σχεδιάζουν απαγωγές και κατασταλτικά με την άμεση επαναφορά του παιδιού, που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, στην προηγούμενη κατάσταση.

Προβλέπει, όμως, και εξαιρέσεις στην επαναφορά, όταν το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει άλλη αντιμετώπιση, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας, που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Στη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης ορίζονται τα ακόλουθα: "η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες, εφόσον:

α) έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά, είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους". Η συγκεκριμένη διάταξη συνιστά τη θεμελιώδη αρχή της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της, δηλαδή μετακίνηση ανηλίκου παιδιού κατά παραβίαση υφιστάμενου δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο και πράγματι ασκούνταν από το πρόσωπο που επικαλείται την εφαρμογή της Σύμβασης κατά τον χρόνο της μετακίνησης και θίγεται από αυτή, τότε τίθεται σε λειτουργία ο μηχανισμός της Σύμβασης, που οδηγεί στη λήψη του προβλεπόμενου απ` αυτή μέτρου προστασίας.

Το μέτρο αυτό συνίσταται στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής και στο πρόσωπο που ασκούσε την επιμέλειά του, από το οποίο το ανήλικο παιδί έχει παράνομα αφαιρεθεί. Η υποχρέωση επιστροφής υπάρχει μόνον αν η αφαίρεση ή κατακράτησή του είναι παράνομη. Το δικαίωμα επιμέλειας (που διακρίνεται και διαχωρίζεται από το ευρύτερο δικαίωμα της γονικής μέριμνας, χωρίς το τελευταίο να αποτελεί αντικείμενο προστασίας της Σύμβασης) μπορεί να απορρέει είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από τη δικαστική απόφαση (ή απόφαση διοικητικής αρχής), που ρύθμισε το σχετικό θέμα και ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας σε κάποιο πρόσωπο, είτε και από ιδιωτικές συμφωνίες περί της επιμελείας, που αναπτύσσουν έννομες συνέπειες στη χώρα της συνήθους διαμονής του παιδιού.

Εξάλλου, η Διεθνής Σύμβαση, στο άρθρο 5 εδάφιο α` αυτής, καθορίζει την έννοια που η ίδια, για την εφαρμογή των διατάξεών της, προσδίδει στον όρο "δικαίωμα επιμέλειας" και ειδικότερα ορίζει ότι "Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το "δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του".

Είναι πρόδηλο ότι μόνο το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να προσδιορίζει και τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου. Αν την επιμέλεια έχουν, κατά τα ανωτέρω, οι δύο γονείς από κοινού, θα πρέπει να επιλέγουν τον τόπο (χώρα, πόλη, περιοχή, σπίτι) της συνήθους διαμονής του. Το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα κατά τη Διεθνή Σύμβαση, επιδέχεται προσβολής, όχι μόνο από κάποιον τρίτο, αλλά, στην περίπτωση που το ασκούν και οι δύο γονείς, με βάση το δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, και από τον ένα γονέα σε βάρος του άλλου, όπως συνιστά η μονομερής ενέργεια του ενός γονέα, που θα πάρει μόνος του το παιδί και θα το μετακινήσει σε άλλη χώρα.

Εφόσον συντρέχει, κατά τα ανωτέρω, το παράνομο της μετακίνησης ή αφαίρεσης του ανήλικου παιδιού, όταν δηλαδή με αυτές θίγεται το δικαίωμα επιμέλειας, που έχει φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους στο οποίο βρισκόταν η συνήθης διαμονή του παιδιού αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του, το οποίο (δικαίωμα) ασκούνταν ουσιαστικά, πριν μεσολαβήσουν τα περιστατικά, που συνιστούν την απαγωγή, τότε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 εδάφιο α` της Σύμβασης, αν από τη μετακίνησή του μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης εφαρμογής της Σύμβασης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του.

Εάν, παρά την κατάθεση της, κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης, αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου Κράτους εντός του έτους από την απαγωγή, η διοικητική αρχή επιλήφθηκε αφού είχε παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα, πάλι οφείλει, κατά το β` εδάφιο του άνω άρθρου, να διατάξει την επιστροφή του παιδιού.

Στην τελευταία, όμως περίπτωση, προβλέπεται εξαίρεση από την υποχρέωση επιστροφής, αν αποδειχθεί, ύστερα από την προβολή σχετικής ένστασης από τον καθ` ου στρέφεται η αίτηση, ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται εάν η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους επιλήφθηκε της αίτησης πριν παρέλθει έτος από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020, ΑΠ 1030/2017).

Εξαιρέσεις στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού εισάγει και η διάταξη του άρθρου 13 της Σύμβασης, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση παράνομης μετακίνησης του παιδιού, δηλαδή είτε η εξέταση της αίτησης που κατατέθηκε μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία γίνεται εντός έτους από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, είτε μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η δικαστική ή διοικητική αρχή του συμβαλλόμενου Κράτους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υποχρεώνεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, παρά την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, εφόσον το φυσικό πρόσωπο, που αντιτίθεται στην επιστροφή του, αποδεικνύει, προβάλλοντας σχετική ένσταση:

α) ότι το φυσικό πρόσωπο, που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα επιμέλειας κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020).

Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης, ομοίως, κατόπιν προβολής σχετικής ένστασης, να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα, που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού, που παρέχονται από την Κεντρική Αρχή ή άλλη δημόσια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 1857/2011).

Οι εξαιρέσεις επιχειρούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να προκύψουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, από αυτό καθεαυτό το γεγονός της επιστροφής πλέον του παιδιού, και όχι από έκτακτες ή άλλες εξαιρετικές συμπτώσεις, καταστάσεις μη συμβατές προς το συμφέρον του. Το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άτομο με τις δικές του ανάγκες και δικαιώματα, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και να μην υπάρχει κίνδυνος αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της άμεσης επιστροφή του, να έχει την τάση, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, μετά σφοδρής πιθανότητας και κατά την κρίση λογικού και επιμελούς ανθρώπου, να εκθέσει το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση, να επιφέρει, δηλαδή, τα αποδοκιμαζόμενα από τη Σύμβαση αποτελέσματα (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 54/2021, ΑΠ 1030/2017, ΑΠ 916/2010).

Προκειμένου όμως η σύμβαση να μην καταστεί κενό γράμμα, πρέπει οι ανωτέρω σχετικές διατάξεις να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά, ώστε το πρόσωπο που παρανόμησε να μην επωφελείται από την ίδια την πράξη του, επικαλούμενο τις συνέπειές της και θεμελιώνοντας αποκλειστικά σ' αυτές την ένσταση εξαίρεσης. Επομένως, οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 παρ.

β θεωρούνται ότι συντρέχουν μονάχα σε ουσιώδεις περιπτώσεις, που υπερβαίνουν τις αναπόφευκτες και συνήθεις δυσχέρειες και ενοχλήσεις, που προκαλούνται από την διαδικασία επιστροφής του ανηλίκου τέκνου στον τόπο της συνήθους διαμονής του. Πρέπει, ως εκ τούτου, ο κίνδυνος να είναι ιδιαίτερα σοβαρός και όχι απλός, κρινόμενος με βάση συγκεκριμένες εξωτερικές καταστάσεις, που θα αντιμετωπίσει το παιδί μετά από επιστροφή του στον τόπο της συνήθους διαμονής του (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 598/2015), ενώ ως αφόρητη κατάσταση νοούνται ιδίως οι καταστάσεις εκείνες που συνδέονται με πράξεις βίας σε βάρος του παιδιού ή κακοποίησης του σωματικής ή ψυχικής και όχι απλώς λιγότερο καλές συνθήκες διαβιώσεως αυτού (ΑΠ 598/2015).Κατά συνέπεια, μόνη η προσαρμογή του ανηλίκου στο νέο περιβάλλον, όπου μετά την παράνομη μετακίνησή του κατακρατείται, δεν θεμελιώνει, σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο της συνήθους διαμονής του, σοβαρό κίνδυνο έκθεσης αυτού σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή περιαγωγής του σε μια αφόρητη κατάσταση.

Περαιτέρω, στις υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα αρκεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή μικρότερος βαθμός δικανικής πεποίθησης ως προς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 136/2022).

Ειδικά, όμως, στις υποθέσεις απαγωγής παιδιού απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης επιστροφής του, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από περισσότερες της μιας διατάξεις της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης και συγκεκριμένα: α) από το άρθρο 12 αυτής, που επιτρέπει στο δικαστήριο να μην διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού, αν αποδειχθεί (και όχι απλώς πιθανολογηθεί) ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, β) από το άρθρο 13 αυτής, κατά το οποίο η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει (και άρα όχι απλώς πιθανολογεί) κάποια από μνημονευόμενα στο ίδιο άρθρο γεγονότα και γ) από το άρθρο 14 της ίδιας Σύμβασης, στο οποίο γίνεται λόγος για διαπίστωση (και όχι απλώς για πιθανολόγηση) παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού (ΑΠ 2098/2022, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 48/2021, ΑΠ 434/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συμβαίνει αν, για την εφαρμογή του, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019, ΑΠ 326/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος), έλληνας υπήκοος, κατοικεί μόνιμα στην ... από το έτος 2004 οπότε και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του λαμβάνοντας υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του ...

ενώ από το έτος 2017 έλαβε τη θέση του Assistant Professor στο πανεπιστήμιο ... με έδρα το ... και το έτος 2020 έλαβε και την αμερικανική υπηκοότητα την οποία διαθέτει και η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ως γεννηθείσα στην .... Οι διάδικοι γνωρίστηκαν το φθινόπωρο του έτους 2014 μέσω του μέσου κοινωνικής δικτύωσης Facebook και συναντήθηκαν κατά τη διάρκεια διακοπών του εκκαλούντος στη ...

τον Ιανουάριο του 2015. Συνήψαν ερωτικό δεσμό, η σχέση εξελισσόταν ομαλά, οπότε η εφεσίβλητη επισκέφτηκε τον εκκαλούντα στο .... αρχικά τον Απρίλιο του 2015 και ακολούθως το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, οπότε μετέβη στις .... έχοντας διακόψει την λειτουργία του γραφείου που διατηρούσε από το έτος 2010 ως ψυχολόγος σε ιδιόκτητο χώρο επί της οδού Κομοτηνής στην ..., με σκοπό την μόνιμη εγκατάσταση της στην ......

Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι επρόκειτο για προσωρινή εγκατάσταση και ότι ακολούθησε στον τόπο διαμονής του τον μετέπειτα σύζυγο της υπό την προϋπόθεση ότι η διαμονή τους στην ... θα διαρκούσε το απώτερο έως πέντε έτη, οπότε και θα επέστρεφαν στην Ελλάδα όπου βρίσκονταν και οι οικογένειες τους, δεν αποδείχθηκε.

Αρχές του έτους 2016 η εφεσίβλητη προσλήφθηκε από ιδιωτικό παιδικό σταθμό στο ... και στις 19 Απριλίου του ίδιου έτους οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο ... από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τον Ι.-Ρ. που γεννήθηκε στις 25-11-2016 στο ... του ..., τόπο διαμονής τους την περίοδο εκείνη και την Ε. -Α. που γεννήθηκε στις 19-5-2018 στο ..., όπου εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια όταν ο εκκαλών έκανε δεκτή τη θέση του Επίκουρου Καθηγητή στο Τμήμα Αστικής, Περιβαλλοντικής και Κατασκευαστικής Μηχανικής στο Πανεπιστήμιο της Κεντρικής ...

με έδρα το .... Τα δύο παιδιά έχουν διπλή υπηκοότητα, ελληνική και αμερικανική και είναι δίγλωσσα ομιλώντας την ελληνική και την αγγλική γλώσσα. Μετά τη γέννηση του πρώτου τους τέκνου και την παύση εργασίας της εφεσίβλητης, προκειμένου η τελευταία να αφοσιωθεί στη φροντίδα και ανατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, η έγγαμη σχέση των διαδίκων εμφάνισε προβλήματα.

Έκτοτε η σχέση τους περνούσε από διάφορες διακυμάνσεις με έντονες κρίσεις οδηγώντας τους και κάποιες φορές, όπως τον Νοέμβριο του 2019, στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής... Ο εκκαλών περί τα τέλη του έτους 2018 αρχές του 2019 πραγματοποίησε ορισμένες διερευνητικές επαφές για συνεργασία με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα και στην ....

Με τον τρόπο αυτό επιχείρησε να ενισχύσει περαιτέρω την θέση του ως διδάσκων στο Πανεπιστήμιο της ..., γεγονός που είναι σύνηθες προεχόντως για διδάσκοντες σε πανεπιστήμια αλλοδαπής. Σε όμοια κρίση κατέληξε και το Περιφερειακό Δικαστήριο της Δέκατης Όγδοης Δικαστικής Περιφέρειας της ... της Πολιτείας της ..., που δέχθηκε ότι "ο σύζυγος υπέβαλε αιτήσεις για εργασία στο Πανεπιστήμιο της ..., στην ...

που είναι διαφορετική χώρα από την Ελλάδα, από το Δεκέμβριο του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2019. Ο σύζυγος κατέθεσε ότι απαιτούνται δύο ώρες πτήσεις για τη μετάβαση από Αθήνα Ελλάδας στην .... Ο σύζυγος κατέθεσε αξιόπιστα ότι έκανε αίτηση για την εν λόγω θέση ώστε να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση διδάσκοντος στο Πανεπιστήμιο της Κεντρικής ...

καθιστάμενος έτσι ένας πιο ολοκληρωμένος καθηγητής. Υπέβαλε αιτήσεις σε 10 επιπλέον πανεπιστήμια των ....". Επομένως ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η ενέργεια του αυτή δεικνύει την πρόθεσή του να επιστρέψει στην Ελλάδα ως μόνιμη εγκατάσταση, κρίνεται αβάσιμος. Παράλληλα η εφεσίβλητη το έτος 2019 υπέβαλε αίτηση φοίτησης στο Πανεπιστήμιο όπου εργάζεται ο εκκαλών...ενώ το έτος 2020 έγινε δεκτή σε εξ αποστάσεως πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών του Πανεπιστημίου της ...

σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο .... Τα ανωτέρω δεν επιβεβαιώνουν την πρόθεση οικογενειακής επανεγκατάστασης στην Ελλάδα, όπως αβάσιμα η εφεσίβλητη ισχυρίζεται. Οι μεταξύ τους εντάσεις οξύνθηκαν κι όταν η εφεσίβλητη ταξίδεψε στην Ελλάδα το 2018 λόγω χειρουργικής επέμβασης στην οποία υπεβλήθη ο πατέρας της αλλά και κατά την περίοδο της καραντίνας που επιβλήθηκε λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού αργότερα.

Τον Οκτώβριο του 2020, οπότε και επιτρέπονταν τα ταξίδια, η εφεσίβλητη εκδήλωσε την επιθυμία να ταξιδέψει με τα ανήλικα τέκνα τους στον τόπο καταγωγής της, την ..., όπως και έπραξε, λαμβάνοντας προηγουμένως την έγγραφη συναίνεση του εκκαλούντα πατέρα τους με τη συμφωνία για παραμονή των ανηλίκων τέκνων στην Ελλάδα μέχρι τις 4-2-2021, ήτοι μέχρι την ημέρα κατά την οποία είχαν εκδοθεί τα εισιτήρια της επιστροφής τους στις ..., όπως αποδεικνύεται από την από ...-...-2020 επιστολή παροχής συναίνεσης για ταξίδι παιδιών στο εξωτερικό με έναν κηδεμόνα, που υπέγραψε ο εκκαλών ενώπιον του συμβολαιογράφου της ...

της ... Y. G.. Πλην όμως στις …-…-2020 η αεροπορική εταιρεία Luftansa ενημέρωσε την εφεσίβλητη ότι η πτήση της επιστροφής είχε υποστεί τροποποιήσεις λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού οπότε θα εκτελούνταν έτερη πτήση με προορισμό το ... των .... Ωστόσο η εφεσίβλητη επικαλούμενη την ταλαιπωρία που θα σήμαινε η οδήγηση της με τα ανήλικα επί σειρά ωρών από το ...

για τον τελικό προορισμό τους, ήτοι την Κεντρική ..., στις …-…-2021 ενημέρωσε τον εκκαλούντα ότι προτίθετο να ακυρώσει τα εισιτήρια της επιστροφής οπότε η επιστροφή της με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στις ... αναβλήθηκε. Ακολούθως η εφεσίβλητη παρέστησε στον εκκαλούντα αναληθώς ότι προτίθεται να επιστρέψει τα ανήλικα τέκνα τους στην ...

τον Μάιο του 2021. Η δε εμφανιζόμενη συναίνεση του να παραμείνουν τα ανήλικα τέκνα του στην Ελλάδα έως τον Μάιο του 2021 είναι προϊόν της άνω παραπλάνησης του. Όμοια κρίση περιέχεται στην προαναφερόμενη απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Δέκατης Όγδοης Δικαστικής Περιφέρειας της ..., ότι δηλαδή η εφεσίβλητη δήλωσε στον εκκαλούντα ότι θα επέστρεφε τα παιδιά στις ....

τον Μάιο του 2021 και ότι ο εκκαλών βασίστηκε στις δηλώσεις της εφεσίβλητης και της επέτρεψε να μείνει στην Ελλάδα μέχρι την ημερομηνία αυτή. Η εφεσίβλητη αρχικώς εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων της στην περιοχή ... της ... με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και εξ αρχής μερίμνησε για την εγγραφή του Ι.- Ρ.

στο νηπιαγωγείο της περιοχής ... και της Ε. -Α. σε παιδικό σταθμό. Το αυτό έπραξε και για την ασφάλιση των ανηλίκων στον ασφαλιστικό φορέα ΕΦΚΑ αιτούμενη την ασφάλιση τους ως έμμεσα ασφαλιζόμενα μέλη αλλά και για τη χορήγηση σε αυτά ΑΜΚΑ, δηλώνοντας στις υποβληθείσες σχετικές αιτήσεις "άγαμη". Επιπλέον τον Μάρτιο του έτους 2021 προέβη σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα και δη στην απασχόλησή της ως ψυχολόγος.

Οι ενέργειες της αυτές, επιβεβαιώνουν την πρόθεσή της να καταστήσει την Ελλάδα και δη την ... τόπο μόνιμης εγκατάστασης της ιδίας και των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Μετά την πάροδο του Μαΐου του 2021 ο εκκαλών αντελήφθη ότι η εφεσίβλητη δεν προτίθετο να επιστρέψει τα ανήλικα τέκνα τους στον τόπο μόνιμης διαμονής τους στις ....

και αρχικά επιχείρησε να διευθετηθεί το ζήτημα εξωδικαστικά δίχως να καταφύγει στην νομικό οδό. Προς τούτο απέστειλε στις …-…-2021 την από …-…-2021 εξώδικη διαμαρτυρία εκφράζοντας την αντίθεση του για μόνιμη εγκατάσταση των ανηλίκων τέκνων τους στην Ελλάδα, στην οποία η εφεσίβλητη απάντησε αρνητικά με την από …-…-2021 εξώδικη διαμαρτυρία, δηλώνοντάς του ότι ενώ είχαν συμφωνήσει να επιστρέψουν για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα ο ίδιος άλλαξε γνώμη όταν έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα τον Ιανουάριο του 2021 και ότι τα παιδιά έχουν ενσωματωθεί πλήρως στο νέο οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον στην Ελλάδα.

Ακολούθως ο εκκαλών έπαυσε να αποστέλλει το χρηματικό ποσό (ύψους περί τα 1.100 δολάρια μηνιαίως) που ως τότε κατέθετε με έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό και επισκέφτηκε την ... στις 17-...-2021 επιχειρώντας να επικοινωνήσει και να συναντηθεί με τα τέκνα του, καθώς το προηγούμενο χρονικό διάστημα η τηλεφωνική ή μέσω βιντεοκλήσης επικοινωνία μαζί τους ήταν περιορισμένη.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του υπήρξαν διενέξεις και αντεγκλήσεις μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με την επικοινωνία του εκκαλούντος με τα ανήλικα τέκνα τους. Αρχές Αυγούστου του 2021 η εφεσίβλητη κατέθεσε αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους και ορισμένο ποσό για τη μηνιαία διατροφή τους.

Αλλά κι ο εκκαλών κατέθεσε στην Πολιτεία της ... των .... την από 16-...-2021 αίτηση για τη λύση της έγγαμης συμβίωσης τους και για την επίλυση των ζητημάτων που άπτονται της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό υπόθεσης 2021-DR-2478 απόφαση του Δικαστηρίου της Δέκατης Όγδοης Δικαστικής Περιφέρειας της ...

της Πολιτείας της ... των .... με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τόπος συνήθους διαμονής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, σύμφωνα με τον Νόμο Περί Ενιαίας Δικαιοδοσίας και Εκτέλεσης για Επιμέλεια Τέκνων (UCCJEA), την νομοθεσία των .... και το διεθνές δίκαιο ήτοι Σύμβαση της Χάγης και Διεθνής Νόμος για την απαγωγή Παιδιών (ICARA) είναι η Πολιτεία της ..., η οποία είναι η μόνη αρμόδια Πολιτεία που έχει και διατηρεί αποκλειστική δικαιοδοσία αναφορικά με τα ζητήματα που άπτονται της επιμέλειας του προσώπου των δύο ανηλίκων τέκνων τους σε προσωρινή και μόνιμη βάση.

Και ότι η απουσία των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην Ελλάδα είναι "προσωρινή απουσία" κατά την έννοια του UCCJEA και της Σύμβασης ώστε οποιαδήποτε απουσία από την Πολιτεία της ... δεν έχει ως αποτέλεσμα η Πολιτεία της ... να απωλέσει το καθεστώς της ως "συνήθους διαμονής" των τέκνων κατά το άρθρο 4 της Σύμβασης της Χάγης, γεγονός που δεν επηρεάζει τη διεθνή δικαιοδοσία.

Επομένως το προαναφερόμενο αμερικανικό Δικαστήριο έχοντας διεθνή δικαιοδοσία τόσο για την εκδίκαση της αγωγής διαζυγίου των διαδίκων όσο και για τη ρύθμιση των θεμάτων επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, με την από 19-09-2022 απόφαση του απήγγειλε την λύση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ενώ επιφυλάχθηκε για όλα τα ζητήματα που αφορούν την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων ώστε να προηγηθεί η απόφαση επί της ένδικης έφεσης, και να κριθεί τελεσίδικα το ζήτημα επιστροφής ή μη των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στον τόπο συνήθους διαμονής τους, ήτοι το ....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μετακίνηση των ανηλίκων τέκνων στην Ελλάδα είναι νόμιμη, διότι πραγματοποιήθηκε κατόπιν αποδεδειγμένης έγγραφης συναίνεσης του εκκαλούντος πατέρα. Ως προς το ζήτημα της κατακράτησης των τέκνων στην Ελλάδα από την εφεσίβλητη μητέρα τους το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή έλαβε χώρα παράνομα, κατά παράβαση του δικαιώματος της επιμέλειας όπως αυτό αναγνωρίζεται από το δίκαιο της Πολιτείας της ..., το οποίο ο εκκαλών κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκούσε πραγματικά από κοινού με την εφεσίβλητη μητέρα, καθώς τα ανήλικα τέκνα διέμεναν μαζί και με τους δυο γονείς τους από τη γέννησή τους στις ....

Από την παράνομη κατακράτηση των τέκνων μέχρι το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Το γεγονός ότι πριν από τον Ιούνιο του έτους 2021 ο εκκαλών δεν είχε προβεί σε καμία νομική ενέργεια για την επιστροφή των τέκνων του στις ...

μετά τη ματαίωση της επιστροφής τους στις 04-02-2021 ανεχόμενος με αυτόν τον τρόπο τη κατακράτηση από την μητέρα τους στη ..., δεν δύναται να ερμηνευθεί ως εκ ων υστέρων συναίνεση αφενός διότι έως τον Μάιο του 2021 υπήρξε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα παραπλανηθείς αφετέρου διότι το ζήτημα της επιστροφής των ανηλίκων τέκνων στην ...

ετίθετο σε κάθε διαμάχη των διαδίκων έστω και με τη μορφή απειλής και ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος είχε διατυπώσει σαφώς τις αντιρρήσεις του στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες της εφεσίβλητης, όπως αποδεικνύεται από τις μεταξύ τους συνομιλίες. Επομένως, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 12 εδ.

α της Σύμβασης της Χάγης, σύμφωνα με την οποία η επιληφθείσα αρχή (εν προκειμένω το Δικαστήριο) οφείλει να διατάξει την άμεση επιστροφή των τέκνων στον τόπο της συνήθους διαμονής τους. Η εφεσίβλητη επιχειρεί να εξαιρεθεί από την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 12 της Σύμβασης ήτοι να εμποδίσει την επιστροφή των ανηλίκων στις ....

προβάλλοντας την ένσταση του άρθρου 13 παρ.1 εδ. β ήτοι ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή των παιδιών να τα εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να τα περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση. Ειδικότερα η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα διαμένει με τα ανήλικα στη ..., σε ιδιόκτητη πλέον οικία που της παραχώρησαν οι γονείς της στην περιοχή της Ανάληψης στην πόλη της ..., απασχολείται ως ελεύθερη επαγγελματίας- ψυχολόγος σε γραφείο που διατηρεί στο ίδιο κτίριο με την οικία της έχοντας συνεπώς την δυνατότητα να καθορίζει η ίδια το ωράριο απασχόλησής της ώστε να ασχολείται με την ανατροφή και εκπαίδευση των τέκνων της ηλικίας ήδη 5,5 και 4 ετών με τα οποία έχει αναπτύξει στενό ψυχικό δεσμό.

Ότι επιπλέον τα ανήλικα φοιτούν σε δημόσιο σχολείο, ο μεν Ι. - Ρ. στο νηπιαγωγείο στα ... ... η δε Ε. - Α. σε παιδικό σταθμό, έχουν εξωσχολικές δραστηριότητες όπως κολύμβηση και μπαλέτο αντίστοιχα ανέπτυξαν φιλίες με τους συνομηλίκους τους με τους οποίους συνεννοούνται πλέον στην ελληνική γλώσσα, ενώ απολαμβάνουν την ψυχική και οικονομκή στήριξη της γιαγιάς τους μητέρας της εφεσίβλητης και των λοιπών συγγενών και φίλων της οικογένειας που τα περιβάλλουν με στοργή και αγάπη.

Ότι αντίθετα η επιστροφή τους στη ... από όπου έφυγαν θα σημάνει αρνητικές επιδράσεις και θα επηρεάσει την ψυχοκοινωνική τους κατάσταση και την πνευματική τους ισορροπία αφού θα είναι αδύνατον να προσαρμοστούν στο εκεί περιβάλλον, αποκοπτόμενα από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο και το σχολικό τους περιβάλλον στην Ελλάδα όπου η ενσωμάτωση και προσαρμογή είναι πλήρης.

Επιπλέον θα βρεθούν παρά την ιδιαίτερα μικρή τους ηλικία χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη μητέρα τους με την οποίαν είναι στενά συνδεδεμένα, απομονωμένα σε μία χώρα με την οποίαν ο μοναδικός δεσμός που είχαν αναπτύξει προηγουμένως ήταν εκείνος με τους γονείς τους που έχει πλέον διαρραγεί λόγω της διατάραξης της έγγαμης σχέσης και διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των γονιών τους, χωρίς την ύπαρξη οργανωμένης καθημερινότητας και σταθερού περιβάλλοντος, καθώς ο πατέρας εργάζεται πολλές ώρες αλλά και με παντελή έλλειψη κατάλληλου για την ψυχοσωματική ανάπτυξη των τέκνων υποστηρικτικού περιβάλλοντος (συγγενικού, φιλικού κοινωνικού), αφού η μητέρα τους δεν δύναται να μεταβεί στις ...

μαζί τους, εν όψει του ότι στερείται εργασίας καθώς και διαμονής μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Τέλος υποστηρίζει ότι τυχόν ανάθεση της εποπτείας και της φροντίδας τους κατά τις ώρες εργασίας του σε τυχαία και άγνωστα στα παιδιά πρόσωπα θα επιφέρει κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας ισχυρό πλήγμα στην ψυχική τους υγεία, θα το βιώσουν με βεβαιότητα ως εγκατάλειψη (απόρριψη) και εντεύθεν ως ψυχική κακοποίηση και θα τους προκαλέσει αισθήματα άγχους και ανασφάλειας με περαιτέρω δυσμενή επίδραση στη μετέπειτα εξέλιξή τους.

Ωστόσο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συγκροτούν την έννοια του σοβαρού κινδύνου, ήτοι της έκθεσης των ανωτέρω παιδιών σε ψυχική ή φυσική δοκιμασία ή περιαγωγής τους σε αφόρητη κατάσταση σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους. Ειδικότερα η προσαρμογή των παιδιών στο νέο περιβάλλον, όπου κατακρατούνται από την εφεσίβλητη, δεν αρκεί, ώστε η επιστροφή τους στον τόπο της συνήθους διαμονής τους να ισοδυναμεί με δοκιμασία ή με αφόρητη κατάσταση.

Αλλά και πέραν αυτών δεν υπάρχει επίκληση αλλά σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν α) ότι η επιστροφή τους τα θέτει σε άμεσο κίνδυνο, καθώς δεν πρόκειται για επιστροφή σε περιοχή που πλήττεται από πόλεμο, λιμό ή επιδημίες, ή σε γονέα, που κάνει υπερβολική χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών, β) ότι υφίστανται ιδιάζουσες καταστάσεις, που συνίστανται σε άσκηση ενδοοικογενειακής βίας από τον αποστερούντα προς τον κατακρατούντα γονέα, ή και στα παιδιά, σε σεξουαλική κακοποίησή τους, λεκτική επίθεση, φυσική ή συναισθηματική εγκατάλειψή τους, ούτε ότι ο γονέας ήτοι ο πατέρας στον οποίο θα επιστρέψουν τα ανήλικα διάγει ανήθικο βίο.

Να σημειωθεί ότι για να υφίσταται ψυχική ή φυσική δοκιμασία ή περιαγωγή σε αφόρητη κατάσταση πρέπει οι ενοχλήσεις που υφίστανται τα ανήλικα τέκνα να υπερβαίνουν τις αναπόφευκτες, συνήθεις ενοχλήσεις, που προκαλούνται από τη διαδικασία επιστροφής των παιδιών και να μην αφορούν απλώς σε λιγότερο καλές συνθήκες διαβίωσης.

Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι η ψυχική τους ισορροπία και η καθημερινότητα τους θα διαταραχτεί με την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής και την απομάκρυνση τους από την μητέρα τους. Πλην όμως η δοκιμασία αυτή οφείλεται στη δοκιμασία που υφίστανται από τον χωρισμό των γονέων τους, όπως όλα τα παιδιά χωρισμένων γονέων, και όχι από την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους όπου γεννήθηκαν και παρέμειναν μέχρι τον ερχομό τους στην Ελλάδα" Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 30-7-2021 αίτηση αυτού, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση από το άρθρο 13 β' της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με επάλληλη (κύρια και επικουρική) αιτιολογία, ήτοι κυρίως ως μη νόμιμη και επικουρικά ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την ως άνω αίτηση και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να επιστρέψει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στον τόπο της συνήθους διαμονής τους, ήτοι στην πόλη ...

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 12 α'της Σύμβασης της Χάγης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα:

α) ως προς τον τόπο της συνήθους διαμονής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων πριν τη μετακίνησή τους στην ... και β) ως προς την παράνομη κατακράτηση αυτών από την αναιρεσείουσα, με τη μη επιστροφή αυτών στον τόπο της συνήθους διαμονής τους, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που εφάρμοσε, αναφέροντας, ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό της πόρισμα.

Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αίτησης οι παρακάτω παραδοχές: α) ότι ο τόπος της μόνιμης κατοικίας των διαδίκων ήταν η πολιτεία της ... στις ...., όπου η κοινή τους οικία, ο τόπος γέννησης του δεύτερου παιδιού τους και ο σταθερός τόπος εργασίας τους, β) ότι κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα εκδήλωσε την πρόθεσή της να κατακρατήσει τα τέκνα παράνομα στη ..., τόπος κατοικίας τους εξακολουθούσε να είναι η πολιτεία της ...

στις ...., γ) ότι τα ίδια δέχθηκε επί αγωγής διαζυγίου και επιμέλειας τέκνων που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου των ..., με σχετική απόφασή του, στις παραδοχές του οποίου το Εφετείο παραπέμπει, δεχόμενο επομένως αυτές ως και δικές του αιτιολογίες, δ) ότι η συναίνεση που έδωσε ο αναιρεσίβλητος - αιτών εγγράφως στην αναιρεσείουσα - καθ'ης η αίτηση για την παραμονή των ανηλίκων τέκνων στην Ελλάδα ήταν για συγκεκριμένο διάστημα ήτοι μέχρι 4-2-2021, ε) ότι στη συνέχεια η αναιρεσείουσα παρέστησε αναληθώς στον αναιρεσίβλητο ότι προτίθεται να επιστρέψει με τα ανήλικα στη ...

των .... το Μάϊο του 2021, η δε εμφανιζόμενη συναίνεσή του να παραμείνουν τα ανήλικα τέκνα στην Ελλάδα έως τον Μάϊο του 2021 είναι προϊόν της ως άνω παραπλάνησής του, και στ) ότι η αναιρεσείουσα ενεργώντας μονομερώς εγκαταστάθηκε οριστικά στη ..., ο δε αναιρεσίβλητος της απέστειλε στις 22-6-2021 την από 14-6-2021 εξώδικη διαμαρτυρία του εκφράζοντας την αντίθεσή του στην μόνιμη εγκατάσταση των ανηλίκων τέκνων τους στην Ελλάδα.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, λόγος του πρώτου δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.19 του άρθρου 559 πλημμέλεια, με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 3 και 12 α' της Σύμβασης της Χάγης, διότι δέχθηκε ασαφώς και αντιφατικά ότι τόπος της συνήθους διαμονής των παράνομα κατακρατουμένων παιδιών πριν την κατακράτησή τους από την αναιρεσείουσα ήταν η ...

των ...., μη αποκλείοντας, όμως, με έτερη παραδοχή, να έχει καταστεί η ... ο τόπος της συνήθους διαμονής τους (πρώτο σκέλος), και επί πλέον, διότι διέλαβε ασαφή αιτιολογία αναφορικά με το ζήτημα, αν η κατακράτηση των ανηλίκων από την αναιρεσείουσα ήταν παράνομη ή έγινε κατόπιν συμφωνίας τους για οικογενειακή εγκατάσταση στη ... (δεύτερο σκέλος), είναι αβάσιμος.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.1 του άρθρου 559 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας, με την κύρια αιτιολογία, ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 13 β' της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης ένστασή της, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη, μη εφαρμόζοντας αυτήν, ενώ ήταν εφαρμοστέα.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του από 18-3-2022 σημειώματος της αναιρεσείουσας - καθ'ης η αίτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αυτή για τη θεμελίωση της ως άνω ένστασής της, την οποία και επανέφερε στο Εφετείο, ότι δηλαδή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή των παιδιών στη ...

των ... να τα εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να τα περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση, πρόβαλε τα εξής: α) Ότι αυτά έχουν πλέον προσαρμοστεί πλήρως στο νέο περιβάλλον τους στη ..., όπου από τον Οκτώβριο του 2020 διαμένουν με την ίδια σε ιδιόκτητο διαμέρισμα που της παραχώρησαν οι γονείς της και παράλληλα φοιτούν σε δημόσια σχολεία (ήδη β'τάξη δημοτικού σχολείου και νηπιαγωγείο, αντίστοιχα) και έχουν αναπτύξει και εξωσχολικές δραστηριότητες, ενώ επίσης στη ...

διαμένουν και οι γονείς της ίδιας και του αναιρεσίβλητου - αιτούντος, ενώ ο τελευταίος διαμένει στις ...., όπου δεν υπάρχει κανείς συγγενής τους, β) ότι η ίδια εργάζεται ως ελεύθερη επαγγελματίας - ψυχολόγος στη ... και έχει τη δυνατότητα να καθορίζει η ίδια το ωράριο απασχόλησής της ώστε να ασχολείται με την ανατροφή και εκπαίδευση των τέκνων της, με τα οποία έχει αναπτύξει στενό ψυχικό δεσμό, παράλληλα δε έχει και τη βοήθεια των συγγενών της, ενώ ο αναιρεσίβλητος εργάζεται ως επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κεντρικής ...

με έδρα το ..., απασχολούμενος 12 ώρες περίπου ημερησίως και συχνά πραγματοποιεί και επαγγελματικά ταξίδια και θα είναι υποχρεωμένος, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, να εγγράψει τα ανήλικα σε παιδικό σταθμό και γ) ότι ενόψει αυτών, ενδεχόμενη επιστροφή των ανηλίκων στην ..., θα επηρέαζε αρνητικά την ψυχοκοινωνική τους κατάσταση και την πνευματική τους ισορροπία, καθώς θα είναι αδύνατο να προσαρμοστούν στο εκεί περιβάλλον, ελλείψει οργανωμένης καθημερινότητας και σταθερού οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

Ωστόσο, τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν την έννοια του σοβαρού κινδύνου της εκ του άρθρου 13 β' της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης ένστασης, ήτοι της έκθεσης των ανωτέρω τέκνων σε ψυχική ή φυσική δοκιμασία ή περιαγωγής τους σε αφόρητη κατάσταση σε περίπτωση επιστροφής τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους (... ...), όπως η έννοια της ανωτέρω διάταξης αναλύεται στη μείζονα σκέψη, καθόσον οι επικαλούμενες ως συμφερότερες για τα ανήλικα τέκνα συνθήκες διαβίωσης στον τόπο της νέας διαμονής τους, στη ..., όπου έχουν εγκατασταθεί από τον Οκτώβριο του 2020, και η πλήρης, έκτοτε, προσαρμογή τους στο υφιστάμενο εκεί οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον, πέραν του ότι αυτές είναι απότοκες της (γενόμενης δεκτής με την προσβαλλόμενη απόφαση) δικής της παράνομης κατακράτησης των τέκνων μακριά από τον τόπο της συνήθους διαμονής τους, η εν λόγω προσαρμογή των ανηλίκων στο νέο, μετά την παράνομη μετακίνησή τους, περιβάλλον, όπως και η επικαλούμενη δυσχέρεια εκ νέου προσαρμογής, που θα αντιμετωπίσουν μετά την επιστροφή τους στον, πριν τη μετακινησή τους, τόπο της συνήθους διαμονής τους, δεν αρκεί, ώστε η επιστροφή τους αυτή να ισοδυναμεί με ιδιαίτερα σοβαρό, κατά την επιβαλλόμενη συσταλτική ερμηνεία του όρου, κίνδυνο έκθεσης αυτών σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή περιαγωγής τους σε αφόρητη κατάσταση, αφού, ειδικότερα, η δυσχέρεια προσαρμογής κατά την επιστροφή τους στο περιβάλλον του τόπου συνήθους διαμονής τους, δεν υπερβαίνει την αναπόφευκτη και συνήθη δυσχέρεια και ενόχληση που συνεπάγεται η διαδικασία επιστροφής των ανηλίκων σε παρόμοιες περιπτώσεις, συνδεόμενη, κατά βάση, με το χωρισμό των γονέων τους και την αναγκαστική συμβίωσή τους μ' έναν απ' αυτούς, ούτε και στοιχειοθετεί αφόρητη κατάσταση, ως μη συνδεόμενη με πράξεις βίας ή κακοποίησης, σωματικής ή ψυχικής, των ανηλίκων.

Ουσιαστικά τα τιθέμενα με την επίκληση των ως άνω περιστατικών ζητήματα ανάγονται στην επιμέλεια του προσώπου των τέκνων, τα οποία η ανωτέρω Σύμβαση δεν εξετάζει και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρχών του κράτους συνήθους διαμονής. Επομένως, το Εφετείο, απορρίπτοντας, με την κύρια αιτιολογία, ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ως άνω ένσταση, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ.

β'της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος του δευτέρου δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.136/2022, Α.Π.383/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με το δεύτερο λόγο του πρώτου δικογράφου των προσθέτων λόγων, καθώς και με το δεύτερο λόγο του δευτέρου δικογράφου πρόσθετων λόγων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.19 του άρθρου 559 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη, κύρια, επάλληλη αιτιολογία, με την οποία η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντων ως αβασίμων των κατ' αυτής ως άνω αναιρετικών λόγων, οι παραπάνω λόγοι, κατά το μέρος που αφορούν τη δεύτερη, επικουρική, αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με τους ως άνω λόγους αναίρεσης κύρια επάλληλη αιτιολογία.

Ανεξαρτήτως αυτού, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ.

β` της από 25-10-1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η ανωτέρω ένσταση της αναιρείουσας, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι η επιστροφή των ανηλίκων τέκνων στις .... δεν τα θέτει σε άμεσο κίνδυνο, καθώς δεν πρόκειται για επιστροφή σε περιοχή που πλήττεται από πόλεμο, λιμό ή επιδημίες, ή σε γονέα, που κάνει υπερβολική χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών, β) ότι δεν υφίστανται ιδιάζουσες καταστάσεις, που συνίστανται σε άσκηση ενδοοικογενειακής βίας, σε σεξουαλική κακοποίησή τους, λεκτική επίθεση, φυσική ή συναισθηματική εγκατάλειψή τους, ούτε ότι ο γονέας ήτοι ο πατέρας στον οποίο θα επιστρέψουν τα ανήλικα διάγει ανήθικο βίο, γ) ότι οι ενοχλήσεις που θα υποστούν τα ανήλικα τέκνα από την επιστροφή τους στον τόπο της συνήθους διαμονής τους δεν υπερβαίνουν τις αναπόφευκτες, συνήθεις ενοχλήσεις, που προκαλούνται από τη διαδικασία επιστροφής τους και δ) ότι η ψυχική τους ισορροπία και η καθημερινότητα τους θα διαταραχτεί με την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής και την απομάκρυνση τους από την μητέρα τους, πλην όμως η δοκιμασία αυτή οφείλεται στη δοκιμασία που υφίστανται από τον χωρισμό των γονέων τους, όπως όλα τα παιδιά χωρισμένων γονέων, και όχι από την επιστροφή τους στον τόπο συνήθους διαμονής τους, όπου γεννήθηκαν και παρέμειναν μέχρι τον ερχομό τους στην Ελλάδα.

Πέραν αυτών, δεν απαιτείτο, για την επάρκεια της αιτιολογίας της, να εκθέσει και περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν οι συγκεκριμένες εξωτερικές καταστάσεις που θα αντιμετωπίσουν τα ανήλικα με την επιστροφή τους στις .... Επομένως, οι ως άνω, δεύτερος του κυρίως δικογράφου, δεύτερος του πρώτου δικογράφου και δεύτερος του δευτέρου δικογράφου των πρόσθετων λόγων, λόγοι αναίρεσης, με τους προσάπτεται η από τον αριθ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την ουσιαστική απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι και αβάσιμοι.

Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4/1/2023 αίτηση αναίρεσης της Μ. Π. και τους από 23/1/2023 και 14/3/2023 πρόσθετους λόγους αυτής, με τους οποίους διώκεται η αναίρεση της υπ` αριθ. 325/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ