Legislator Case Law & Legislation
1830/2017 AI generated

1830/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1830/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1830/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 12-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1830 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1830/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Σ. Ξ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάρι Αρβανιτάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. συζ. Α. Β., το γένος Δ. Ξ., κατοίκου ..., 2)Β. συζύγου Κ. Γ., το γένος Δ. Ξ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, Δημήτριο Τζινάλλα και Ελευθέριο Γκέλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 232/2015 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2015 αίτησή της και τους από 12-10-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 12-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση από 17-12-2015 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 232/2015 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας έχει ασκηθεί νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ 1 και 4 επ ΚΠολΔικ, ενώ νόμιμα και εμπρόθεσμα έχουν ασκηθεί και επιδοθεί οι από 12.10.2016 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔικ). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 571 και 577 ΚΠολΔικ.).

Επειδή κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔικ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και συνακόλουθα το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία έχει αυτό παραχθεί, δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης.

Από τις διατάξεις αυτές και εκείνη του άρθρου 331 του ίδιου κώδικα δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων ή εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος αυτής (άρθρ. 325 εδ. 2 ΚΠολΔικ) είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προκλήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της νομικής διάταξης, που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή.

Έτσι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, εφόσον βέβαια δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει τη συγκεκριμένη έννομη σχέση που κρίθηκε με αυτήν ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής (Ολ ΑΠ 1/2005, ΑΠ 560/2016).

Εξάλλου κατά την διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ήτοι η δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης. Στην προκειμένη περίπτωση επί αγωγής των συγκυρίων αναιρεσιβλήτων περί αποδόσεως των εξαχθέντων ωφελημάτων από την επίσης συγκυρία και κακόπιστη νομέα του συνόλου των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων αναιρεσείουσα για τα καλλιεργητικά έτη 2002-2008, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς τα τελεσιδίκως κριθέντα με την υπ’ αριθμ. 11/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισσας ζητήματα, της συγκυριότητας των εναγουσών επί των ενδίκων ακινήτων και της κακόπιστης νομής της εναγομένης- αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς την αποτελούσα αντικείμενο της αναίρεσης και στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1096, 1099 και 1098 ΑΚ δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής: "Οι ενάγουσες της υπό κρίση αγωγής ενεργώντας υπό την ιδία ιδιότητα είχαν ασκήσει κατά της εναγομένης, η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την εναγομένη της κρινόμενης αγωγής, την υπ’ αρ.

εκθ. ...2005 απευθυντέα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αγωγή τους, με την οποία επικαλούμενες κατά την κατ’ άρθρα 1094, 1045, 1710 βάση και κατ’ άρθρα 1096, 1098 του ΑΚ βάση τα ίδια με την υπό κρίση αγωγή περιστατικά ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας κατά ποσοστό 7/24 εξ’ αδιαιρέτου επί των επιδίκων ακινήτων, καθώς και ότι η εναγομένη κατέλαβε τα ανωτέρω ακίνητα, νεμόμενη κακόπιστα αυτά, τα οποία καλλιέργησε κατά τις καλλιεργητικές περιόδους από 1997-1998 έως και 2000-2001 με σκληρό σιτάρι και βαμβάκι έχοντας εξάγει τις αναφερόμενες κατ’ έτος ποσότητες με τις επιδοτήσεις, αρνούμενη να αποδώσει στην κάθε ενάγουσα την καθαρή ωφέλεια που αντιστοιχεί στο μερίδιο της κάθε μιας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα εκάστης κατά ποσοστό 7/24 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους τα αποδώσει κατά το ιδανικό μερίδιο εκάστης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει σε εκάστη τα εξαχθέντα ωφελήματα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ 11/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τις ενάγουσες συγκυρίες των επιδίκων ακινήτων κατά ποσοστό 7/24 εξ’ αδιαιρέτου εκάστη, πλην του κάτωθι αναφερομένου υπ’ αριθ. 4 ακινήτου που αναγνωρίστηκαν συγκύριες κατά ποσοστό 6.756/24 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε την εναγομένη να τους τα αποδώσει κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, ακολούθως δε κρίνοντας ότι η εναγομένη ήταν κακόπιστη νομέας αναγνώρισε ότι η εναγομένη έχει την υποχρέωση να καταβάλει σε εκάστη των εναγουσών την καθαρή ωφέλεια των εξαχθέντων ωφελημάτων κατά τα ανωτέρω καλλιεργητικά έτη από 34.513,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της άνω αγωγής.

Κατά της ανωτέρω πρωτοδίκου απόφασης τα διάδικα μέρη, κατά το μέρος που ηττήθηκαν, άσκησαν αντίθετες εφέσεις, και ειδικότερα ως προς το μέρος που αφορά στην υπό κρίση υπόθεση, η εναγομένη κατά τη διάταξη με την οποία οι ενάγουσες αναγνωρίστηκαν συγκύριες των επιδίκων κατά ποσοστό 7/24 εξ’ αδιαιρέτου και υποχρεώθηκε να τους αποδώσει τα επίδικα κατά το ιδανικό σε εκάστη μερίδιο και κατά τη διάταξη με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης ως κακόπιστης νομέας να αποδώσει σε εκάστη των εναγουσών το αναλογούν κατά το ποσοστό συγκυριότητας εκάστης μέρος των εξαχθέντων ωφελημάτων για το αιτούμενο χρονικό διάστημα.

Επί των ανωτέρω εφέσεων εκδόθηκε η υπ’ αρ 315/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε αυτές κατ’ ουσίαν. Κατά της ανωτέρω απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου η εναγομένη -εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την 21.9.2009 αίτηση αναίρεσης και τους από 12.10.2009 προσθέτους λόγους της, οι οποίοι απορρίφθηκαν με την υπ’ αρ 1258/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, οπότε είναι απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το υποβληθέν από την εναγομένη αίτημα περί αναστολής κατ’ άρθρο 249 του ΚΠολΔ της παρούσης δίκης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί του αναγκαίου για την υπό κρίση αγωγή ζητήματος του δικαιώματος συγκυριότητας των εναγουσών κατά ποσοστό 7/24 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων ακινήτων μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης που άσκησε κατά της προαναφερθείσης υπ’ αρ 315/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας που απέρριψε την έφεση κατά της υπ’ αρ 11/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που δίκασε και έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 6.10.2005 αγωγή της ενάγουσας.

Περαιτέρω η υπ’ αρ 315/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δεν ανετράπη με την άσκηση του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποφαινόμενη τελεσίδικα για την εκεί αγωγική αξίωση των εναγουσών, περιέχει παράλληλα τελεσίδικη κρίση και για το παρεμπίπτον ζήτημα του δικαιώματος της συγκυριότητας αυτών στα επίδικα, που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής, αφού η ιδιότητα των εναγουσών ως συγκυρίων, στη δίκη εκείνη, των επιδίκων ακινήτων, αφενός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ζητούμενης αυτής διάγνωσης, αφετέρου δε συνιστά αυτοτελή έννομη σχέση έναντι εκείνης της οποίας η διάγνωση με την αγωγή ζητήθηκε (αναλογία ωφελημάτων των επιδίκων).

Περαιτέρω κατά το μέρος που με την υπό κρίση αγωγή ζητούνται από τις ενάγουσες συγκυρίες των επιδίκων περιοδικές παροχές και δη εξαχθέντα ωφελήματα για τις καλλιεργητικές περιόδους από 2002-2003 έως 2007-2008 από την εναγομένη συγκυρία των ακινήτων και κακόπιστη νομέα του όλου αυτών, από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση που έκρινε επί του ιδίου αιτήματος για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα [2001-2002] παράγεται δεδικασμένο ως προς το ότι η εναγομένη είναι κακόπιστη νομέας, αφού γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα στη νομή των ανωτέρω ποσοστών εξ αδιαιρέτου των εναγουσών [7/24], η κυριότητα των οποίων ανήκει στις ενάγουσες.

Μετά ταύτα σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση παράγει δεδικασμένο και ως προς τα ζητήματα αυτά, τα οποίο τίθενται ως βάση της παρούσης απόφασης, οπότε οι ενάγουσες είναι συγκύριες εκάστη κατά ποσοστό 7/24 εξ αδιαιρέτου [ήτοι ως αδιαθέτου κληρονόμοι των αποβιωσάντων πατρός τους Δ.

Ξ. κατά ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου και του αδελφού τους Σ. Ξ. κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκαν με την υπ’ αρ. ...4.4.2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Φαρσάλων Β. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα] των ακολούθως αναφερόμενων ακινήτων, καθώς και ότι η εναγομένη είναι κακόπιστη νομέας αυτών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Επομένως είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί της μη κακοπιστίας αυτής." Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔικ περί δεδικασμένου του οποίου επίκληση είχε γίνει στο δικαστήριο της ουσίας από τις εφεσίβλητες αναιρεσίβλητες και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα τα ζητήματα της συγκυριότητας των διαδίκων, επί των ενδίκων ακινήτων και το κακόπιστο της αναιρεσείουσας-εναγόμενης που με προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση έχει κριθεί τελεσίδικα (και μάλιστα και για τα δύο ζητήματα κυρίως και όχι παρεμπιπτόντως, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το Εφετείο ως προς την συγκυριότητα), αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του ενδίκου δικαιώματος περί αποδόσεως ωφελημάτων στις ενάγουσες- αναιρεσίβλητες και το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη το απορρέον από την τελεσιδίκως κρίνουσα απόφαση δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα αυτά και μόνο, ενώ ο αναιρετικός ισχυρισμός ότι έγινε δεκτό δεδικασμένο και για τα ένδικα και μελλοντικά της ένδικης απόφασης ωφελήματα στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος, αφού τα εξαχθέντα ένδικα ωφελήματα για μεταγενέστερο χρόνο από εκείνον που αφορά η επίμαχη, τελεσίδικη απόφαση και η επ’ αυτών ποσοτική αξίωση των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων αποτέλεσε αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως πέραν του δεδικασμένου.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11παρ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), ενώ από την ιδιαίτερη αναφορά του δικαστηρίου σε κάποια αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ αντίθετα δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο αξιολόγησε το αποδεικτικό μέσο διαφορετικά από ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 του ΚΠολΔικ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 556/2016, ΑΠ 658/2016).

Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αρ 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 642/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος ως προς το είδος της καλλιέργειας και της ποσότητας παραγωγής των ενδίκων αγρών δεν έλαβε υπόψη α) τις "Καταστάσεις Ελέγχου Αιτήσεων Παραγωγών 2003, 2004, 2005" που είχαν κατατεθεί στη Γεωργική ...

και β)τις αντίστοιχες "Ενιαίες Δηλώσεις Εκμετάλλευσης - Αιτήσεις Ενιαίας Ενίσχυσης και Λοιπώξ Καθεστώτων Στήριξης των ετών 2006-2007 και 2008" που κατατέθηκαν στον ΟΠΕΚΕ ("Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων") που είχαν προσκομισθεί νόμιμα και από τις δυο πλευρές των διαδίκων καθώς και γ) τις από 27-10-2004 και 30-11-2005 Δηλώσεις Καλλιέργειας Βάμβακος προς τον ΕΛΓΑ (Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων).

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, που αναφέρεται στις ληφθείσες επιδοτήσεις και την ιδιαίτερη αναφορά της στα υπό στοιχ α και γ έγγραφα, την προσκομιδή των οποίων με αίτημα του 450 παρ 2 ΚΠολΔικ είχε ζητήσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσείουσα (της οποίας η έφεση στα πλαίσια του μεταβιβαστικού της, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔικ, αποτελέσματος έγινε δεκτή κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔικ), δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, που αφορούν στον προσδιορισμό από τους παραγωγούς των εκτάσεων που θα καλλιεργηθούν και το είδος της καλλιέργειας (ώστε να εισπραχθούν οι εκάστοτε προβλεπόμενες επιδοτήσεις - βοηθήματα) και στο αποτέλεσμα του πραγματοποιηθέντος ελέγχου και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πορίσματος ως προς το ύψος της καθαρής αξίας των ωφελημάτων των ενδίκων ακινήτων.

Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, συνάγεται διαφορετικό πόρισμα ως προς τα εισπραχθέντα ωφελήματα, είναι απαράδεκτη καθόσον πλήττει, την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση επικουρικά (καθόσον στην αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε αντίφαση) ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων με το να δεχθεί ότι οι καλλιεργηθείσες εκτάσεις και το παραχθέν προϊόν είναι διαφορετικά από ότι τα έγγραφα αυτά αναφέρουν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν, αλλά σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Δηλαδή η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των επικαλουμένων εγγράφων.

Εξάλλου από το προεκτεθέν, περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του ως προς τις καλλιεργηθείσες εκτάσεις και τα εξαχθέντα προϊόντα, δεν την στήριξε αποκλειστικά στα παραπάνω έγγραφα (ΑΠ 642/2016, ΑΠ 1341/2015) αλλά κατέληξε στην οικεία κρίση του από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως το έγγραφο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ...

και μαρτυρικές καταθέσεις. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 του ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 40/2016, ΑΠ 556/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ της έλλειψης νόμιμης βάσης ως περιέχουσας αντιφατικές διατάξεις που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των οικείων διατάξεων του ΑΚ περί αποδόσεως των ωφελημάτων, από τον κακόπιστο νομέα -άρθρα 1098, 1096 και 1099ΑΚ-.

Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι παραδοχές της, κατά τις οποίες για τους υπό στοιχ 2, 5α, 5β, 8,11 και 13 αρδευομένους αγρούς και τον υπό στοιχ. 4 εξήχθησαν ωφελήματα υπέρ της εναγομένης- αναιρεσείουσας προκύπτοντα τόσο από την καλλιέργεια και παραγωγή βαμβακιού πλήρους εσοδείας, όσο και από αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ για το ίδιο χρονικό διάστημα των ετών 2006-2007 και 2007-2008, που όμως δίνονται λόγων φυσικών καταστροφών, αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθόσον η παροχή αποζημίωσης του ΕΛΓΑ προϋποθέτει αδυναμία καλλιέργειας.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν γιατί δεν αφορά σε "Ζήτημα" ήτοι σε αυτοτελή ισχυρισμό, ώστε η αιτιολόγησή του κατά τρόπο αντιφατικό να ιδρύει την ερευνώμενη αναιρετική πλημμέλεια, αφετέρου δε γιατί πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, που σημειωτέον αφορούν σε αναγκαστικά συνεχόμενο με το αναιρεθέν με την κύρια αναίρεση κεφάλαιο, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔικ), ενώ προσέτι αυτή (αναιρεσείουσα) λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2015 αίτηση και τους από 12-10-2016 πρόσθετους λόγους της Α. χας Σ. Ξ. κατά των Π. συζ. Α. Β., το γένος Δ. Ξ. κλπ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ 232/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ