Supreme Court annuls appeal court decision for violating London Protocols and Constantinople Treaty regarding land ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the appeal court's decision regarding land ownership in Santorini, finding it violated the London Protocols and the 1832 Treaty of Constantinople. The State argued the land was public Ottoman territory, while the private claimant contested this classification. The court ruled the land did not meet criteria for public ownership and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 4, 5 of the London Protocols of 1830; Article 1 of the 1832 Treaty of Constantinople: Land acquired by the Greek State as successor to Ottoman war rights only applies to specific categories of public Ottoman land, excluding private holdings or lands not under private control.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1830 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1830/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ι. Σ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λαμπρινή Κουφού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19/3/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) στις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων η κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιο αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως την 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.
της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεων δημοσίων κτημάτων" περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου" ως ειδικού τίτλου στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνον από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα οι γαίες των νήσων αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1, 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα από τους μέχρι τότε κυρίους αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως.
Τούτο όμως συμβαίνει εφ' όσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σαντορίνη, σύμφωνα με τα ως άνω πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού κράτους με τα προαναφερόμενα πρωτόκολλα και τη συνθήκη, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό κράτος χωρίς καμμία αποζημίωση (ΟλΑΠ 1/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το ενάγον και ήδη αναιρεσείον με την αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, ισχυρίσθηκε, κατά την κύρια βάση αυτής, ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, που βρίσκεται στη νήσο Σαντορίνη, το οποίο υπήρξε τμήμα του συσταθέντος Ελληνικού Κράτους και προηγουμένως ιδιοκτησία του Οθωμανικού κράτους, χωρίς να δεσπόζεται από ιδιώτη ή να έχει σ' αυτό ιδιώτης οποιοδήποτε δικαίωμα, που διατηρήθηκε ή μετεξελίχθηκε σε εκείνο της κυριότητας, και περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου σύμφωνα με τα 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27 Ιουνίου 1832.
Άλλως ότι το επίδικο υπήρξε βοσκότοπος και λειβάδι πριν και μετά την ισχύ του από 3/15-12-1833 Β.Δ/τος για την επικαρπία του οποίου δεν έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας έγγραφο (ταπί) και απέκτησε την κυριότητα αυτού σύμφωνα με το άρθρο 1 του ίδιου διατάγματος, άλλως ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο κατά την έννοια των άρθρων 16 το Ν.21-6/10-7-1837, 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 και 972 ΑΚ, η δε κυριότητα διατηρήθηκε μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, εφ' όσον ούτε μεταβιβάσθηκε ούτε απωλέσθηκε με οιονδήποτε τρόπο μεταξύ των οποίων και της χρησικτησίας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι αμφισβητεί την κυριότητά του η εναγομένη, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 49/2004 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες η κύρια και η πρώτη επικουρική βάσεις της αγωγής και ως αόριστη η τρίτη επικουρική βάση.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον μέρος, ότι δεν είναι νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας η νήσος Σαντορίνη αποτελείτο στο σύνολό της από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των χριστιανών κατοίκων της, στην κυριότητα των οποίων ανήκαν και μετά την ανεξαρτησία, ενώ οι Οθωμανοί ιδιώτες δεν είχαν κυριότητα επ' αυτών και συνεπώς δεν απέκτησε κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του τουρκικού κράτους δικαιώματι πολέμου, στα ακίνητα της νήσου Σαντορίνης, αφού δεν ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων Οθωμανικών γαιών .
Περαιτέρω απέρριψε ως αόριστη την τρίτη επικουρική βάση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή ο τρόπος με τον οποίο κατέστη το επίδικο αδέσποτο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, παραβίασε κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου αυτής τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου, 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 των πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της 27 Ιουνίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, τις οποίες δεν εφάρμοσε παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθ' όσον κατά τα εκτιθέμενα και συγκροτούντα την ιστορική βάση αυτής πραγματικά περιστατικά το επίδικο ακίνητο δεν εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος που μετεξελίχθηκε σε κυριότητα και έτσι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού κράτους "δικαιώματα πολέμου".
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω διατάξεων είναι βάσιμος. Περαιτέρω οι σωρευτικώς ασκούμενες από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αφενός ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο διατύπωνε παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την απόρριψη της τρίτης επικουρικής αγωγικής βάσης ως αόριστης και αφετέρου ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστη την ίδια αγωγική βάση, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθ' όσον οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις είναι αντιφατικές, αφού δεν νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη λόγο έφεσης και παράλληλα να τον έλαβε υπόψη και να τον απέρριψε.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρεπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 α. 18 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και της ΥΑ (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 133/2012 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ