Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and upholds lower court's moral damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a construction consortium and individuals against a First Instance court ruling. The appellants argued that the lower court improperly considered inadmissible evidence and failed to address specific points, while the respondents contended the evidence was relevant and the damages calculation was reasonable. The court found the first ground for appeal vague and thus inadmissible, while ruling that the Second Instance court correctly exercised its discretion in awarding moral damages based on the parties' financial situations and fault levels.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 C.P.D.; Art. 216 para. 1 C.P.D.; Art. 932 A.C.: An appeal is inadmissible if the grounds are vague or fail to demonstrate a specific legal error, and the assessment of moral damages remains within the court's discretionary power subject to common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1830 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1830/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Τεχνικής Κοινοπραξίας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Χ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου .... Οι 1η και 2ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γκούσκο και ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Θ. του Κ., 2) Α. συζ. Δ. Θ., το γένος Γ. Π., κατοίκων ... και 3) Μ. Γ. Γ., κατοίκου ... Οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μορφόπουλο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2006 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η 5637/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, όπου η ως άνω αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 21-3-2008 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ν. Γ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4140/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 203/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης διάβασε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες της από 9-6-2006 αγωγής, Δ. Θ. και Α. Π., οι οποίοι είναι μεταξύ τους σύζυγοι, εκθέτουν σε εκείνη, ότι είναι κατ' ισομοιρίαν συγκύριοι της σαφώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφομένης διώροφης οικίας και ότι οι εναγόμενοι, υπό τις προσδιοριζόμενες ιδιότητές των, προτιθέμενοι να ανεγείρουν πολυώροφη οικοδομή σε όμορο ακίνητο, αφ' ενός μεν κατά την κατεδάφιση του υφισταμένου στο όμορο ακίνητο παλαιού κτίσματος προσεπάθησαν να καθαιρέσουν και την "αργολιθοδομή" της οικίας των εναγόντων, αφ' ετέρου δε, κατά την εκσκαφή των θεμελίων στο ίδιο ακίνητο δεν προέβησαν "σε αντιστήριξη του μετώπου εκσκαφής", με αποτέλεσμα να μετακινηθούν τα θεμέλια της οικοδομής των εναγόντων και να δημιουργηθούν σε αυτήν σοβαρές ρωγμές και έτσι η οικοδομή των να χαρακτηρισθεί από την Πολεοδομία επικίνδυνη για τα διαμένοντα σε αυτήν μέλη της οικογενείας των.
Περαιτέρω οι ενάγοντες εκθέτουν λεπτομερώς τις ζημίες τις οποίες υπέστη η οικία των, τις δαπάνες οι οποίες απαιτούνται για την αποκατάστασή των και την συνολική ζημία την οποία υπέστησαν από την παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, ζητούν δε, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν νομιμοτόκως και αλληλεγγύως σε κάθε ενάγοντα α1) αποζημίωση 35.303,82 ευρώ για τις θετικές ζημίες τις οποίες υπέστησαν και β1) 40.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299 και 932 Α.Κ. απαιτούμενα στοιχεία, το δε Εφετείο, το οποίο έκρινε, ομοίως, ορισμένη την αγωγή και προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
και συνεπώς ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π.7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 193/2010).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π. 533/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες... Δ. Θ. και Α. Θ. - Π. ... δυνάμει του .../1998 συμβολαίου της Συμ/φου -... που έχει μεταγραφεί νόμιμα, αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και έγιναν έτσι συγκύριοι ενός οικοπέδου 100,33τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο ... ...
επί της οδού ..., στο οποίο υπάρχει οικοδομή που χρησιμοποιείται ως κατοικία των ιδίων και των δύο ανήλικων τέκνων τους. Η εν λόγω οικοδομή αποτελείται από δύο ορόφους, ισόγειο και ανώγειο, εμβαδού 60τ.μ. έκαστος... Το έδαφος επί του οποίου η ως άνω οικοδομή έχει ανεγερθεί εμφανίζει μικρή έως μέση φέρουσα ικανότητα με παρουσία νερού.
Περί το έτος 2004 η πρώτη εναγομένη της πρώτης αγωγής (Κοινοπραξία), πραγματοποίησε εργασίες εκσκαφής με συνεργείο εργατοτεχνιτών που τελούσε υπό τις οδηγίες των μελών της, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων Ν. Γ. και Ν. Χ. και υπό την επίβλεψη του τετάρτου εναγομένου της ίδιας αγωγής Ε. Κ., πολιτικού μηχανικού, με σκοπό την ανέγερση, δυνάμει ...
οικοδομικής αδείας πολυώροφης οικοδομής... σε οικόπεδο...όμορο με το οικόπεδο των εναγόντων της πρώτης αγωγής. Κατά την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής προκλήθηκαν καθιζήσεις στη δεξιά πλευρά και στους τοίχους της οικοδομής των ως άνω εναγόντων με αποτέλεσμα τη δημιουργία ρωγμών, διαμπερών και τριχοειδών, σε δίαφορα σημεία και κυρίως στους τοίχους του ισογείου (φέροντες και μη) που είναι εγκάρσιοι στο κοινό πλαϊνό όριο με την πολυκατοικία.
Ειδικότερα εμφανίστηκαν: 1) Στη φέρουσα τοιχοποιία κυρίας όψης στην οδό …(ισόγειο) α) Ρωγμή διαγώνια διαμπερής, πάχους 0,02 μ., στην πεσσό παρά το κοινό πλαϊνό όριο..., β)..., γ)... 2) Στη φέρουσα τοιχοποιία όψης στον ακάλυπτο (ισόγειο) α') Ρωγμή διαμπερής...αγ') Λοξές τριχοειδείς ρωγμές σε ύψος 2,10μ. με διεύθυνση συγκλίνουσα προς τα πάνω με το κοινό όριο, β) Στον πρώτο όροφο:
λοξές τριχοειδείς ρωγμές σε ύψος 2,10μ. με διεύθυνση συγκλίνουσα προς τα πάνω με το κοινό όριο. Οι ως άνω βλάβες πιστοποιήθηκαν και περιγράφηκαν με την από 4.7.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου, κατόπιν σχετικού αιτήματος των ως εναγόντων της πρώτης αγωγής, από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος ιδιωτικού πραγματογνώμονα-πολιτικού μηχανικού Α.
Κ., ο οποίος τη συνέταξε κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποίησε στον χώρο ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά από τις ως άνω ζημίες που προκλήθηκαν στην οικοδομή τους, οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής προσέφυγαν στην αρμόδια Πολεοδομία Πειραιώς και ζήτησαν τη διενέργεια αυτοψίας στην οικία τους, προκειμένου η ως άνω αρμόδια δημόσια υπηρεσία να αποφανθεί σχετικά με την επικινδυνότητά της.
Πράγματι η εν λόγω υπηρεσία...αποφάνθηκε ότι η οικοδομή τους είναι επικίνδυνη από άποψη δομική και στατική και ότι για να αρθεί ο κίνδυνος πρέπει ο κατά νόμο υπόχρεος να προβεί στην επισκευή των δομικών στοιχείων που παρουσιάζουν βλάβη, κατόπιν υποβολής στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία μελέτης επισκευής και ανάθεσης μελέτης επίβλεψης.
Οι ως άνω ενάγοντες της πρώτης αγωγής σε συμμόρφωση με τις ως άνω εκθέσεις ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό Μ. Γ. (τρίτο εναγόμενο της δεύτερης αγωγής) να διενεργήσει μελέτη επισκευής των δομικών στοιχείων που παρουσιάζουν βλάβη στην οικοδομή τους, προκειμένου να την υποβάλουν στην παραπάνω υπηρεσία προς άρση της επικινδυνότητας.
Ο ως άνω μηχανικός συνέταξε την από Μαΐου 2006 τεχνική έκθεση, όπου επιβεβαιώνει κι αυτός πλήρως, ως προς τα αίτια των προκληθεισών βλαβών, την ως άνω έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Κ., αποδίδοντας στους εναγομένους της πρώτης αγωγής την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά... Από τις παραπάνω εκθέσεις σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται πλήρως ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για τις βλάβες που υπέστη το ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόντων της πρώτης αγωγής είναι οι εναγόμενοι της ίδιας αγωγής, οι οποίοι επέδειξαν την ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφόμενη αμελή συμπεριφορά, παρέλειψαν δηλαδή να λάβουν κατά το στάδιο της εκσκαφής και θεμελίωσης της νεοανεγειρόμενης από αυτούς οικοδομής τα ως άνω περιγραφόμενα τεχνικώς ενδεικνυόμενα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη την παλαιότητα, τον τρόπο και τα υλικά κατασκευής, τις συνθήκες του εδάφους της όμορης οικοδομής των εναγόντων της πρώτης αγωγής και γενικά την όλη κατάσταση και εμφάνισή της, για την αποτροπή κινδύνου βλαβών, την επέλευση των οποίων όφειλαν και μπορούσαν να προβλέψουν, ενόψει των ειδικών γνώσεων και της επαγγελματικής πείρας τους...".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 Α.Κ., περιέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα όσον αφορά την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και την επιδειχθείσα εκ μέρους των αμέλεια, στην οποία οφείλεται η προκληθείσα στους ενάγοντες ζημία.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη την οποία δεσμευτικώς γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει την ίδια βαρύτητα στα έχοντα την ίδια αποδεικτική δύναμη αποδεικτικά μέσα ή σε άλλα εξ αυτών μεγαλύτερη και σε άλλα μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1455/2007, Α.Π. 66/2005). Περαιτέρω δε, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξάρει οπωσδήποτε ένα από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ή να καθορίσει ποιο από όλα έγινε δεκτό και σε ποιο προσέδωσε την δύναμη πλήρους αποδεικτικού μέσου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν καθόρισε με την απόφασή του ποιο από όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα έγινε δεκτό και σε ποιο εξ αυτών προσέδωσε την δύναμη πλήρους αποδεικτικού μέσου και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη μη προσκομισθείσες αποδείξεις ή δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να καθορίζουν εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα και ποια, ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη μη προσκομισθείσες αποδείξεις ή δεν έλαβε υπόψη επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υπόχρεου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.
Α.Π. 19/2011, Ολ. Α.Π. 13/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο επεδίκασε υπέρ εκάστου ενάγοντος χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσόν της οποίας καθόρισε σε 25.000 ευρώ, κατά λέξη: "... ενόψει της έκτασης της προσβολής, της κοινωνικής και της οικονομικής κατάστασης των μερών, του τρόπου που έλαβε χώρα η προσβολή, της υπαιτιότητας των εναγομένων, της έλλειψης οικείου πταίσματος από την πλευρά των εναγόντων καθώς και όλων γενικά των συνθηκών" και αφού έλαβε υπόψη, όσον αφορά την οικονομική κατάσταση των μερών, ότι οι μεν εναγόμενοι, ως επιχειρηματίες οι πρώτοι και πολιτικός μηχανικός ο τελευταίος, ανήγειραν εξαώροφη πολυκατοικία, οι δε ενάγοντες, λόγω οικονομικής αδυναμίας, αναγκάσθηκαν να δανεισθούν από την Τράπεζα Πειραιώς 35.000 ευρώ, για να αποκαταστήσουν τις ζημίες της οικίας των.
Επομένως, το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 932 Α.Κ., διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά τα απαιτούμενα κατά νόμον στοιχεία για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Ακολούθως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση της κοινοπραξίας " …" και των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 203/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ