Legislator Case Law & Legislation
1830/2011 AI generated

1830/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1830/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1830/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποκλείεται όμως η προσβολή της τιμής των μελών νομικού προσώπου με ομαδικό χαρακτηρισμό, εφόσον σ' αυτόν είναι καταληπτά τα φυσικά πρόσωπα, κατά των οποίων στρέφεται η υβριστική εν γένει εκδήλωση γιατί στην περίπτωση αυτή η καταφρονητική συμπεριφορά του δράστη, με τη συνδρομή και των λοιπών στα άνω άρθρα του ΠΚ προϋποθέσεων, στρέφεται κατ' αυτών των φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στην ομάδα ως ατόμων πλέον στην κοινωνία.

Keywords

AI generated
political morality professional ethics religious discrimination constitutional grievances leader of the opposition conscience clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1830 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1830/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Κ., Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Λάρδα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Χ. του Σ. και 2. Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.5.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7561/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6901/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26.4.2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 11 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Παθητικό υποκείμενο των εγκλημάτων της απλής και συκοφαντικής δυσφήμισης, αλλά και της εξύβρισης είναι το υπό την έννοια του άρθρου 34 Α.Κ. φυσικό πρόσωπο, το οποίο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψη του, δια των τρόπων που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 362, 363 και 361 Π.Κ.. Εκ τούτου προκύπτει ότι τα νομικά πρόσωπα ή οι ομάδες φυσικών προσώπων που δεν αποτελούν κατά το νόμο νομική προσωπικότητα, δεν μπορούν να είναι υποκείμενα των ως άνω εγκλημάτων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο.

Δεν αποκλείεται όμως η προσβολή της τιμής των μελών νομικού προσώπου με ομαδικό χαρακτηρισμό, εφόσον σ' αυτόν είναι καταληπτά τα φυσικά πρόσωπα, κατά των οποίων στρέφεται η υβριστική εν γένει εκδήλωση γιατί στην περίπτωση αυτή η καταφρονητική συμπεριφορά του δράστη, με τη συνδρομή και των λοιπών στα άνω άρθρα του ΠΚ προϋποθέσεων, στρέφεται κατ' αυτών των φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στην ομάδα ως ατόμων πλέον στην κοινωνία.

Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 -αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Ο πρώτος εκκαλών είναι, μεταξύ άλλων, εκδότης και διευθυντής της ημερήσιας και πανελλήνιας κυκλοφορίας αθλητικής εφημερίδας με τον τίτλο "SPORTIME", της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΡΟΙΝΤ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, ενώ ο δεύτερος εκκαλών έχει την ιδιότητα του δημοσιογράφου και αρθρογράφου αυτής.

Στο φύλλο της 3ης Σεπτεμβρίου 2004, η ως άνω εφημερίδα περιέλαβε δημοσίευμα, το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ο δεύτερος εκκαλών με τον τίτλο "Διαμαρτύρονται οι δικηγόροι" και με το ακόλουθο περιεχόμενο : "Με μια θρασύτατη επιστολή προς τον υφυπουργό Αθλητισμού Γιώργο Ορφανό, η Ολομέλεια προέδρων των δικηγορικών συλλόγων Ελλάδος διαμαρτύρεται για το "ξήλωμα" των δικηγόρων από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ε.Π.Ο.

και Ε.Π.Α.Ε., όπως προβλέπει το νέο αθλητικό νομοσχέδιο. Οι άνθρωποι που υποτίμησαν όσο κανένας άλλος τη νοημοσύνη των Ελλήνων φιλάθλων, που εδώ και χρόνια προκαλούν το δημόσιο αίσθημα με τις σκανδαλώδεις αποφάσεις τις οποίες χάρις στις δικές τους ψήφους εξέδιδαν, δηλώνουν τώρα προσβεβλημένοι και υποβαθμισμένοι, επειδή στην αθλητική Δικαιοσύνη θα υπάρχουν πλέον μόνο τακτικοί Δικαστές, Αυτοί που κάνουν δεκτούς τους ισχυρισμούς ότι τα καθίσματα των γηπέδων τα παίρνει ο ...

αέρας, που ενώ καίγονται τα γήπεδα επιβάλλουν 1.500 ευρώ πρόστιμο και αυτοί που εντέλει διορίζονται από τους προέδρους της Ομοσπονδίας και της Λίγκας, ζητούν τώρα ρέστα και τροποποίηση των σχετικών διατάξεων για την αθλητική δικαιοσύνη. Επιστολή στον Υφυπουργό έστειλε και ο Πρόεδρος των Δικηγορικών Συλλόγων Δημήτρης Παξινός, ζητώντας συνάντηση μαζί του για να γίνει διάλογος.

Κάτι βεβαίως που δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ, αφού η απόφαση της Πολιτείας για αξιόπιστη δικαιοσύνη είναι τελεσίδικη. Ο Γιώργος Ορφανός επικοινώνησε χθες με τον κύριο Παξινό και του γνωστοποίησε όλα αυτά. Είναι ολοφάνερο άλλωστε ,ότι ο Πρόεδρος δεν είχε ιδέα για το γεγονός πως οι δικηγόροι που συνέθεταν τις πειθαρχικές επιτροπές αποτελούσαν μια από τις μεγαλύτερες πληγές του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ωστόσο, το να λένε πως "η μέχρι σήμερα νομολογία των επιτροπών αυτών αποδεικνύει ότι οι δικηγόροι με την επιστημονική τους επάρκεια εξετέλεσαν τα καθήκοντα τους με περισσή ευθύνη", είναι τουλάχιστον πρόκληση. Ο Δικηγορικός Σύλλογος, άλλωστε, θα έπρεπε εδώ και πολύ καιρό να έχει παρέμβει, για να πάρει τα κεφάλια των μελών του, που διαπράττουν εγκλήματα στις αίθουσες των αθλητικών δικαστηρίων".

Την εποχή που δημοσιεύθηκε το ως άνω άρθρο, είχε εκδηλωθεί η πρόθεση της Πολιτείας για αλλαγές του νομικού πλαισίου που αφορούσε τον χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού με ειδικότερη αναφορά στα προβλήματα κυρίως της βίας στα γήπεδα, της οικονομικής εξυγίανσης και ανάπτυξης του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και της απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης.

Κατά το προηγούμενο δε χρονικό διάστημα, τουλάχιστον από το έτος 2001, είχαν υπάρξει διάφορα δημοσιεύματα σε αθλητικές εφημερίδες, αλλά και σε αθλητικές στήλες ημερήσιων εφημερίδων πανελλήνιας εμβέλειας, τα οποία αναφέρονταν σε αποφάσεις της Αθλητικής Δικαιοσύνης, πολλές φορές μάλιστα με δριμύτατη κριτική.

Υπήρξαν σαφείς και ορισμένες αναφορές για φαινόμενα έλλειψης ίσης αντιμετώπισης και ειδικότερα μη εφαρμογής των νόμων και του κανονισμού αγώνων ποδοσφαίρου για μεγαλοπαράγοντες του ποδοσφαίρου, καθώς και για επιβολή μικρών ποινών στους μεγάλους αθλητικούς συλλόγους και μεγάλων ποινών σε μικρούς.

Γινόταν επίσης λόγος για υπέρμετρη ανοχή της Αθλητικής Δικαιοσύνης σε κρίσιμα φαινόμενα στο ελληνικό ποδόσφαιρο, και η μη αντιμετώπιση τους με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα από αυτήν, για "χαμένη αξιοπιστία" της, για "σκανδαλώδεις αποφάσεις". Στα δημοσιεύματα όμως αυτά γίνονταν κριτική γενικά για τις αποφάσεις της Αθλητικής Δικαιοσύνης, χωρίς να αποδίδεται συνήθως μομφή κατά συγκεκριμένων προσώπων τα οποία απάρτιζαν τις επιτροπές της Αθλητικής Δικαιοσύνης που επέλυαν αθλητικά ζητήματα.

Στα ίδια πλαίσια κινήθηκαν και οι δηλώσεις αρμοδίων πολιτικών παραγόντων. Ο πρώην Υφυπουργός Αθλητισμού Γ. Φλωρίδης σε δήλωση του που δημοσιεύθηκε στον τύπο στις 2 -2- 2002 ανέφερε τα εξής: "Επιλέξαμε να επέμβουμε στους τομείς της διαιτησίας και της αθλητικής δικαιοσύνης ... . Είχαμε σχεδιάσει να παρέμβουμε σε Πέντε τομείς, τη διαιτησία, την αθλητική δικαιοσύνη, την επιχειρηματικότητα με την πολύ ιδιοκτησία, τη βία και ντόπιγκ.

Ξεκινήσαμε από τους δύο πρώτους γιατί δεν είχε και δεν θα είχε αποτέλεσμα να ασχοληθούμε με τους άλλους εάν οι δύο Πρώτοι ήταν σαθροί". Ακολούθησε στις 23-5- 2002 επερώτηση στη Βουλή του τότε Πρόεδρο του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου Ν. Κωνσταντόπουλου, για την εξυγίανση στο χώρο του αθλητισμού και της βίας στα γήπεδα, στην οποία μεταξύ άλλων έγινε λόγος για τα παραπάνω φαινόμενα στο χώρο της Αθλητικής Δικαιοσύνης, Ενόψει της διευθέτησης των ζητημάτων του Αθλητισμού, το έτος 2004, ο τότε Υφυπουργός Αθλητισμού Γ.

Ορφανός είχε συναντήσεις για ανταλλαγή απόψεων με όλους τους αρμόδιους φορείς και διαπίστωσε ότι υπήρχε συναίνεση τούτων για τις προτιθέμενες αλλαγές στα παραπάνω θέματα. Ο ίδιος άλλωστε υποστήριζε σθεναρά την ανάγκη των αλλαγών αυτών, αναφέροντας συχνά σε συνεντεύξεις του στα ΜΜΕ, ότι η υπάρχουσα κατάσταση είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη των φιλάθλων και ήταν απαραίτητο να αναβαθμισθεί το ποδόσφαιρο, το οποίο εμφάνιζε κακή εικόνα.

Εκφράζοντας δε παράλληλα την άποψη της πολιτείας, υποστήριζε ότι η συγκρότηση των επιτροπών της Αθλητικής Δικαιοσύνης, κατά πλειοψηφία από δικηγόρους, και ο τρόπος διορισμού τούτων από τις ίδιες τις Αθλητικές Ομοσπονδίες, ή τους οικείους επαγγελματικούς συνδέσμους αθλητών ή προπονητών, δημιουργούσε προβλήματα στην απονομή της.

Τότε ήταν σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 95 του Ν. 2725/1999, όπως είχε τροποποιηθεί από τη διάταξη του άρθρου 51 τον Ν. 3057/2002, η οποία προέβλεπε ότι οι οικονομικές διαφορές που προέκυπταν από συμβάσεις μεταξύ αθλητών ή προπονητών και Αθλητικών Ανωνύμων Εταιριών επιλύονται διαιτητικά από επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών.

Στις επιτροπές αυτές, πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες συμμετείχαν και δικηγόροι. Ειδικότερα στο πρωτοβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο , που λειτουργούσε στους κόλπους της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Αθλητικών Εταιριών (ΕΠΑΕ),η σύνθεση ήταν τριμελής αποτελούμενη από ένα Πρόεδρο Πρωτοδικών της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης και από δύο νομικούς, δικηγόρους ή επίτιμους δικαστικούς λειτουργούς, τους οποίους επέλεγε το Δ.Σ.

της ΕΠΑΕ. Στην Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εφέσεων της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Δ.Ε.Ε./Ε.Π.Ο.) η επίλυση των αθλητικών ζητημάτων γίνονταν από πενταμελή επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από ένα δικαστή Αρεοπαγίτη, ως πρόεδρο, ένα δικαστή Εφέτη και τρεις δικηγόρους, παρ' Αρείω Πάγω, ως τακτικά μέλη, ενώ επίσης διορίζονταν και ένας δικαστής Πρόεδρος Εφετών, ως αναπληρωτής πρόεδρος, ένας δικαστής Εφέτης και ένας δικηγόρος ως αναπληρωματικά μέλη.

Είναι προφανές )ότι στις συνθέσεις των επιτροπών αυτών την πλειοψηφία κατείχαν οι δικηγόροι. Όσον αφορά δε τους δικηγόρους που συμμετείχαν στην δευτεροβάθμια ως άνω επιτροπή, οι δύο εξ αυτών ορίζονταν από τα Δ.Σ. της οικείας Αθλητικής Ομοσπονδίας και του οικείου επαγγελματικού συνδέσμου αθλητών ή προπονητών, ο τρίτος δε δικηγόρος και ο αναπληρωτής διορίζονταν με κοινή αποδοχή των μερών ή σε περίπτωση διαφωνίας, τους, από το Δ.Σ.

τον Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με το Ν. 3262 της 15.9.2004 τροποποιήθηκαν διατάξεις του προηγούμενου ως άνω Νόμου και ρυθμίσθηκαν διάφορα θέματα αθλητισμού. Ειδικότερα δε με το άρθρο 13 του ως άνω νόμου αναδιαρθρώθηκε η δομή και στελέχωση των Επιτροπών Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών, με συνέπεια η Δευτεροβάθμια Επιτροπή, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, να αποτελείται από πέντε μέλη, εκ των οποίων τα τρία (3) είναι τακτικοί δικαστές.

Συγκεκριμένα η Επιτροπή αυτή αποτελείται από έναν Πρόεδρο Εφετών της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης ως Πρόεδρο και δύο Εφέτες ως μέλη, οι οποίοι κληρώνονται με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Οργανισμό Δικαστηρίων, επί πλέον δε από ένα (1) μέλος του Δ.Σ. της οικείας ομοσπονδίας κατά προτίμηση νομικό, που ορίζεται με απόφαση του οικείου Δ.Σ., και από έναν (1) εκπρόσωπο των αθλητών ή κατά περίπτωση προπονητών, κατά προτίμηση νομικό, που ορίζεται ύστερα από πρόταση τον διοικητικού συμβουλίου του οικείου επαγγελματικού συνδέσμου αθλητών ή προπονητών.

Η ίδια διαδικασία εκλογής των μελών της Δευτεροβάθμιας αυτής Επιτροπής ισχύει και για τα αναπληρωματικά μέλη της. Στην εισηγητική δε έκθεση για το συγκεκριμένο αυτό άρθρο 13 του Ν. 3262/2004, που τροποποίησε την στελέχωση και των Πρωτοβαθμίων Επιτροπών Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών, ώστε και σ' αυτές να υπάρχει πλειοψηφία τακτικών δικαστών, αναφέρεται ότι "Η μέχρι τώρα εμπειρία από τη λειτουργία των επιτροπών αυτών παρότι απέδειξε τη χρησιμότητα τους, δεν υπήρξε ικανοποιητική ως προς το ουσιαστικό και δικονομικό περιεχόμενο και το ποιόν των σχετικών αποφάσεων".

Επίσης δε ότι "... παρίσταται αναγκαία η εξατομίκευση της ευθύνης για τις λαμβανόμενες αποφάσεις, τόσο του αποφασίζοντος οργάνου, όσο και αυτού που το επιλέγει ...", προκειμένου με τον τρόπο αυτό να διασφαλισθεί η αμεροληψία και η επιστημονική τεκμηρίωση της δικανικής κρίσης, παράλληλα δε η βασική περί διαιτησίας δικονομική αρχή της ισότιμης εκπροσώπησης των ενδιαφερομένων μερών και αντικρουόμενων συμφερόντων.

Σύμφωνα με την άποψη της Πολιτείας, δεδομένου ότι η αθλητική δικαιοσύνη είχε αποτελέσει κατά καιρούς πεδίο τριβών και παραπόνων για τον τρόπο απονομής της και την αμεροληψία των οργάνων της, αυτή έπρεπε να στελεχωθεί πλέον με τακτικούς δικαστές, "οι οποίοι κατά τεκμήριο λόγω της Θεσμικής ανεξαρτησίας τους έχουν περισσότερα εχέγγυα ακριβοδίκαιης δικανικής κρίσης".

Η επιχειρούμενη αυτή αλλαγή προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες των δικηγορικών συλλόγων της Χώρας. Ο δικηγορικός σύλλογος Αθηνών απέστειλε σχετική επιστολή στη Βουλή, με διαμαρτυρία ότι η κατάργηση των δικηγόρων από μέλη των αθλητικών δικαιοδοτικών οργάνων αποτελεί άμεση μομφή κατ' αυτών. Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι όλες οι επιτροπές επίλυσης αθλητικών διαφορών επαγγελματικού αθλητισμού (οικονομικών διαφορών, πειθαρχικές, πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες) ήταν μεικτές, απαρτίζονταν δηλαδή τόσο από τακτικούς δικαστές, όσο και από δικηγόρους, σύστημα που ισχύει σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Επίσης διευκρινίζεται στην επιστολή ότι το σύστημα της λειτουργίας των αθλητικών επιτροπών αμιγώς από τακτικούς δικαστές που είχε λειτουργήσει στο παρελθόν, δεν είχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και καταργήθηκε, ενώ το μικτό σύστημα που λειτούργησε από 6.2.2002 ήταν αποτελεσματικότερο οπό ποτέ. Προς επίρρωση δε της ως άνω απόψεως αναφέρεται σ' αυτήν ότι:

α) από την έναρξη της λειτουργίας της Δευτεροβάθμιας Πειθαρχικής Επιτροπής της ΕΠΟ που κρίνει τελεσίδικα επί των πειθαρχικών παραβάσεων στο ποδόσφαιρο, μέχρι τις 7.7.2004, έχουν εκδοθεί "περί τις 600 αποφάσεις, από τις οποίες μόνο 16 εκδόθηκαν κατά πλειοψηφία και από αυτές μόνο 3 με πλειοψηφία αμιγώς δικηγόρων και αυτές για Θέματα που αφορούσαν τοπικά ερασιτεχνικά πρωταθλήματα" β) το ίδιο ισχύει και για την πρωτοβάθμια επιτροπή της ΕΠΟ, όπου σε σύνολο 1.081 αποφάσεων για τη χρονική περίοδο 2002 - 2004 "όλες ήταν ομόφωνες, εκτός δύο που οι πλειοψηφίες ήταν μικτές (δικηγόρων δικαστών)", γ) ακόμη και στη δευτεροβάθμια επιτροπή επιλύσεως οικονομικών διαφορών της Ε.Π.Ο., σε σύνολο περίπου 300 αποφάσεων που εξέδωσε τα δύο τελευταία χρόνια περίπου 15 από αυτές, μόνον, είναι με πλειοψηφία και όλες με μεικτή (δικηγόρων - δικαστών)".

Κατέληγε δε η επιστολή αυτή με την επισήμανση ότι και οι δικηγόροι επιθυμούν την εξυγίανση της αθλητικής δικαιοσύνης και την πρόταση να παραμείνουν οι δικηγόροι στις εν λόγω επιτροπές, μαζί με τους τακτικούς δικαστές, να υπάρξει δε διαφοροποίηση στον τρόπο επιλογής των δικηγόρων που Θα συμμετέχουν στις επιτροπές αυτές, ώστε να γίνεται πλέον με κλήρωση από σχετικό κατάλογο δικηγόρων, ειδικευμένων σε αθλητικά θέματα, καταρτιζόμενο με πρωτοβουλία και ευθύνη των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας.

Από την επιστολή αυτή συνάγεται ότι οι διοικήσεις των τελευταίων εξέλαβαν ως μομφή για την επαγγελματική τους τάξη, την πλήρη απομάκρυνση των μελών τους από- τις επιτροπές της αθλητικής δικαιοσύνης, στις οποίες συμμετείχαν επί σειρά ετών και επιχείρησαν να εκθέσουν τα επιχειρήματα τους για τη συνέχιση της συμμετοχής τους σ' αυτές, στο νομοθετικό όργανο της Βουλής, ενόψει της επικείμενης συζητήσεως του σχετικού νομοσχεδίου" σ' αυτήν.

Αντιλαμβανόμενοι δε ότι εκείνο που δημιουργούσε ιδιαίτερα προβλήματα και υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος τους, όσον αφορά τη δικαιοδοτική τους κρίση στα Θέματα που αντιμετωπίζονταν στις επιτροπές της αθλητικής δικαιοσύνης, ήταν ο διορισμός τους από τα διοικητικά συμβούλια των αθλητικών ομοσπονδιών ή των συνδέσμων αθλητών ή προπονητών, πρότειναν τον προαναφερόμενο τρόπο διαφοροποίησης της εκλογής τους.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω είναι προφανές ότι επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου, από το σύνολο σχεδόν του αθλητικού τύπου εκφραζόταν έντονη δυσαρέσκεια για διάφορες αποφάσεις της αθλητικής δικαιοσύνης, υλοποιούμενη με οξύτατες εκφράσεις, ειρωνικά σχόλια και σαφείς υπόνοιες μεροληψίας, καθώς και ότι το ζήτημα της απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης είχε απασχολήσει το σύνολο του πολιτικού κόσμου.

Στα δημοσιεύματα όμως αυτά του τύπου, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν γινόταν ευθεία επίθεση κατά συγκεκριμένων μελών των επιτροπών της αθλητικής δικαιοσύνης, αλλά γενική κριτική της ορθότητας ή μη των αποφάσεων της τελευταίας, σύμφωνα με τις απόψεις των εκάστοτε συντακτών των οικείων άρθρων, έστω και με δριμύτατες εκφράσεις, είναι δε αναμφισβήτητο γεγονός) ότι όλες οι αποφάσεις δικαιοδοτικών οργάνων μπορεί να υφίστανται κριτική στα πλαίσια της ελευθεροτυπίας.

Το κλίμα της αμφισβήτησης της ορθότητας ορισμένων αποφάσεων της αθλητικής δικαιοσύνης, που διαχέονταν στον αθλητικό τύπο ακολούθησαν και οι δηλώσεις και τα σχόλια πολιτικών παραγόντων, με γενικόλογες όμως εκφράσεις στην κατεύθυνση κυρίως της ανάγκης της γενικής εξυγίανσης του χώρου του αθλητισμού, σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων ήταν και η αθλητική δικαιοσύνη.

Το επίμαχο όμως δημοσίευμα αποδίδει ευθεία μομφή στους δικηγόρους που συμμετείχαν στις αθλητικές επιτροπές, τους οποίους ο συντάκτης τούτου ονομάζει "πληγές", του ελληνικού ποδοσφαίρου και μάλιστα από τις μεγαλύτερες, κατηγορεί ότι διαπράττουν "εγκλήματα στις αίθουσες των αθλητικών δικαστηρίων" και αποδίδει σαφώς τις "σκανδαλώδεις" αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα αθλητικά δικαιοδοτικά όργανα στις δικές τους ψήφους.

Όσον αφορά όμως ειδικότερα τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εφέσεων της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 6.2.2002 και έως την 31.7.2004, κατά το οποίο ο εφεσίβλητος δικηγόρος μετείχε ως τακτικό μέλος, έχοντας διορισθεί με πάγια αντιμισθία, εκδόθηκαν 571 αποφάσεις εκ των οποίων οι 551 ήταν ομόφωνες και μόνο 20 λήφθηκαν κατά πλειοψηφία ενώ και από τις 20 αυτές αποφάσεις μόνο τέσσερεις (4) ήταν με αμιγή πλειοψηφία δικηγόρων, ενώ οι δεκαέξι (16) λήφθηκαν με μικτή πλειοψηφία δικηγόρων και δικαστών, σύμφωνα με τους σχετικούς πίνακες των πεπραγμένων της εν λόγω Επιτροπής Εφέσεων των ετών 2002, 2003 και 2004, που δεν αμφισβητούνται ειδικά από τους εκκαλούντες.

Κατά συνέπεια είναι προφανές ότι τα διαλαμβανόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα τυγχάνουν ψευδή, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δικηγόροι ως μέλη των Επιτροπών της Αθλητικής Δικαιοσύνης, εκμεταλλευόμενοι την πλειοψηφία τους, διέπρατταν εγκληματικές πράξεις με τη μορφή εκδόσεως σκανδαλωδών αποφάσεων, εξυπηρετώντας αποκλειστικά τα συμφέροντα των ποδοσφαιρικών ομάδων, όπως αναφέρεται σ' αυτό.

Ούτε προέκυψε πραγματική μεροληπτική συμπεριφορά των δικηγόρων που συμμετείχαν στις Επιτροπές αυτές, όπως σαφώς και με αιχμηρό τρόπο υπαινίσσεται το δημοσίευμα. Ο συντάκτης δε του δημοσιεύματος προφανώς γνώριζε την αναλήθεια τούτων, καθώς είναι έμπειρος αθλητικογράφος, με το αναληθές δε δημοσίευμα παρέβη το καθήκον αληθείας, που αποτελεί μέλημα του τύπου και θεμελιώνεται σε σύμπλεγμα διατάξεων του θετικού δικαίου.

Διότι σε κάθε περίπτωση υιοθέτησε πλήρως την άποψη που είχε εκθέσει σ' αυτόν σε σχετική συνέντευξη του ο ως άνω πρώην Υφυπουργός Πολιτισμού και αρμόδιος για Θέματα Αθλητισμού Γεώργιος Ορφανός στις 16.5.2004, η οποία μάλιστα δημοσιεύθηκε στην ίδια εφημερίδα, ότι δηλαδή οι αθλητικές ομοσπονδίες, έχοντας διορίσει στις επιτροπές τους δικηγόρους μέλη τους, μπορούσαν να επηρεάζουν αποφασιστικά τις αποφάσεις της Αθλητικής Δικαιοσύνης, χωρίς να φροντίσει να εξακριβώσει πριν από τη δημοσίευση την αλήθεια των εν λόγω δυσφημιστικών περιστατικών.

Παρά το γεγονός όμως της αναλήθειας των περιστατικών αυτών, καθώς και των οξύτατων και αιχμηρών εκφράσεων που διαλαμβάνονται στο επίμαχο δημοσίευμα και δεν τελούν σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ούτε αποτελούν το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της πληροφόρησης και ενημέρωσης τούτου, είναι προφανές, από την απλή ανάγνωση του, ότι δεν αναφέρεται στο πρόσωπο του εφεσίβλητου δικηγόρου, αλλά γενικά στους δικηγόρους οι οποίοι, ως εναλλασσόμενα πρόσωπα, αποτέλεσαν κατά καιρούς, μέλη των επιτροπών της Αθλητικής Δικαιοσύνης, Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός, ότι στο επίμαχο δημοσίευμα δεν εξατομικεύεται μία συγκεκριμένη επιτροπή, πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια, επίλυσης πειθαρχικών ή οικονομικών παραβάσεων, ούτε υφίσταται αναφορά συγκεκριμένων αποφάσεων, αλλά γίνεται αορίστως γενική μνεία σε αποφάσεις των επιτροπών της Αθλητικής Δικαιοσύνης, Πολύ δε περισσότερο δεν κατονομάζεται σ' αυτό ο εφεσίβλητος, ούτε αποδίδεται κάποια συγκεκριμένη μομφή στο πρόσωπο του, όσον αφορά τη δικηγορική του ιδιότητα ή την ιδιότητα του ως μέλους των προαναφερόμενων επιτροπών.

Αναμφισβήτητα ο εφεσίβλητος, ο οποίος είναι από το έτος 1993 μάχιμος δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, είναι γνωστός σε ευρύ κύκλο προσώπων, τόσο στον επαγγελματικό του χώρο, όσο και γενικότερα, χαίρει δε εκτιμήσεως στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο, ο ίδιος δε εκλέχθηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα του ως άνω Δικηγορικού Συλλόγου με την από 11.6.2002 απόφαση τον Δ.Σ.

τούτου, για τριετή θητεία, δηλαδή μέχρι τις 15.3.2005, οπότε εκλέχθηκε εκ νέου στην ίδια θέση με την από 12.4.2005 απόφαση του ίδιου οργάνου, επίσης για τριετή θητεία μέχρι τις 15.3.2007. Επί πλέον είναι γεγονός ότι ο εφεσίβλητος, με την ιδιότητα του ως δικηγόρος συμμετείχε κατά το χρονικό διάστημα από 6.2.2002 μέχρι 31.7.2004 ως τακτικό μέλος στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εφέσεων της Ε.Π.Ο., δηλαδή μέχρι ένα περίπου μήνα πριν από το επίμαχο δημοσίευμα, όπως και ότι ικανός αριθμός ατόμων πανελληνίως έλαβε γνώση του δημοσιεύματος τούτου.

Από το περιεχόμενο όμως αυτού, δεν ήταν δυνατό στο μέσο αναγνώστη να διαγνώσει οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο του εφεσίβλητου, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για διασυρμό του. Ακόμη και ο επαγγελματικός περίγυρος τούτου, αποτελούμενος από στενότερο κύκλο ανθρώπων, δικηγόρων και των ιδίων ως επί το πλείστον, ή και από άτομα του ευρύτερου κοινωνικού του περιβάλλοντος που γνώριζαν ότι ο εφεσίβλητος είχε αποτελέσει μέλος επιτροπής της Αθλητικής Δικαιοσύνης , δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το επίμαχο δημοσίευμα αναφερόταν στον συγκεκριμένο δικηγόρο.

Τούτο δε διότι, πέραν των όσων προεκτέθηκαν, δηλαδή της μη αναφοράς οποιουδήποτε ονόματος δικηγόρου που συμμετείχε στις επιτροπές αυτές, ούτε βεβαίως και του ίδιου του εφεσίβλητου, ούτε στοιχείου που να τον ταυτοποιεί ως προσωπικότητα και να τον εξατομικεύει κατά λογική και αντικειμενική κρίση, είναι προφανές ότι το δημοσίευμα έχει ομαδικό χαρακτήρα και περιλαμβάνει ικανό αριθμό δικηγόρων, δηλαδή όλους εκείνους που συμμετείχαν επί σειρά ετών, σε όλες τις επιτροπές απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης, χωρίς από τις γενικόλογες κρίσεις περί αυτών να μπορεί να εξατομικευθεί συγκεκριμένο πρόσωπο, στο οποίο να αποδίδεται συγκεκριμένη απαξιωτική συμπεριφορά.

Δεν είναι δε περιορισμένος ο αριθμός των προσώπων, στα οποία αναφέρεται το δημοσίευμα, καθώς αυτό δεν προσδιορίζει τους δικηγόρους, που αποτέλεσαν μέλη επιτροπών μόνο κατά το χρονικό διάστημα, που και ο ίδιος ο εφεσίβλητος ήταν μέλος της ως άνω επιτροπής, ώστε να είναι ευχερέστερο να εντοπισθούν συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά αντίθετα γίνεται λόγος για εκείνους, που κατά τον συντάκτη τούτου, "εδώ και χρόνια" προκαλούσαν το δημόσιο αίσθημα με τις αποφάσεις τους, γίνεται δηλαδή σαφώς καταφρονητική εκδήλωση ομαδικού χαρακτήρα, χωρίς να οριοθετούνται πρόσωπα, κατά χρονικές περιόδους, επιτροπές και αποφάσεις.

Με βάση τα παραπάνω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πρόθεση των εκκαλούντων να θίξουν, με το επίμαχο δημοσίευμα τους, την τιμή και την υπόληψη του εφεσίβλητου, ούτε ως επαγγελματία, ούτε ως προς την ιδιότητα του ως μέλους της ως άνω επιτροπής. "Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και είχαν υποχρεωθεί εις ολόκληρο αυτοί να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, εξαφάνισε την απόφαση αυτή ως προς τους εν λόγω εναγομένους, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή κατ' αυτών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: Α) Ότι το επίμαχο δημοσίευμα με το ανωτέρω ψευδές περιεχόμενο αναφέρεται γενικά στους δικηγόρους οι οποίοι ως εναλλασσόμενα πρόσωπα αποτέλεσαν κατά καιρούς μέλη των επιτροπών της Αθλητικής Δικαιοσύνης και πιο συγκεκριμένα σε όλους εκείνους τους δικηγόρους που συμμετείχαν επί σειρά ετών σε όλες τις επιτροπές απονομής της Αθλητικής Δικαιοσύνης και τις αποφάσεις των επιτροπών αυτών και οι οποίοι με τις αποφάσεις τους προκαλούσαν το δημόσιο αίσθημα και Β) :

α) Ότι ο ενάγων είναι από το έτος 1993 μάχιμος δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, είναι γνωστός σε ευρύ κύκλο προσώπων, τόσο στον επαγγελματικό του χώρο, όσο και γενικότερα, χαίρει εκτιμήσεως στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο, ο ίδιος εκλέχθηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα του ως άνω Δικηγορικού Συλλόγου με την από 11.6.2002 απόφαση τον Δ.Σ.

τούτου, για τριετή θητεία, δηλαδή μέχρι τις 15.3.2005, οπότε εκλέχθηκε εκ νέου στην ίδια θέση με την από 12.4.2005 απόφαση" του ίδιου οργάνου , επίσης για τριετή θητεία) μέχρι τις 15.3.2007 και β) ότι το δημοσίευμα τούτο δεν αφορούσε και τον ενάγοντα ο οποίος συμμετείχε ως τακτικό μέλος στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εφέσεων της Ε.Π.Ο.

κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-2002 μέχρι 31-7-2004 δηλαδή μέχρι ένα περίπου μήνα πριν από το επίμαχο δημοσίευμα , ότι δεν ήταν δυνατό στο μέσο αναγνώστη να διαγνώσει οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για διασυρμό του και ακόμη ότι και ο επαγγελματικός περίγυρος τούτου, αποτελούμενος από στενότερο κύκλο ανθρώπων, δικηγόρων και των ιδίων ως επί το πλείστον, ή και από άτομα του ευρύτερου κοινωνικού του περιβάλλοντος που γνώριζαν ότι ο εφεσίβλητος είχε αποτελέσει μέλος επιτροπής της Αθλητικής Δικαιοσύνης , δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το επίμαχο δημοσίευμα αναφερόταν στον συγκεκριμένο δικηγόρο ελλείψει στοιχείων που να τον ταυτοποιούν και ότι ενόψει τούτων δεν μπορεί να γίνει λόγος για πρόθεση των εναγομένων να θίξουν με το δημοσίευμα τη τιμή και την υπόληψη του εναγομένου ούτε ως επαγγελματία, ούτε ως προς την ιδιότητα του ως μέλους της ως άνω επιτροπής.

Οι παραδοχές αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους και καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο για την ορθή η μη εφαρμογή του νόμου (άρθρων 57, 59, 299, 914, 932, Α.Κ., άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981, 362, 363 Π.Κ.) αφού γίνεται δεκτό το μεν ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε όλους τους δικηγόρους που συμμετείχαν επί σειρά ετών σε όλες τις επιτροπές της Αθλητικής Δικαιοσύνης και προκαλούσαν με τις αποφάσεις τους το δημόσιο αίσθημα το δε ότι τούτο δεν αφορούσε ούτε και μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφορά, ελλείψει στοιχείων ταυτοποίησης, και τον ενάγοντα ο οποίος όμως κατά τις ίδιες παραδοχές είναι μάχιμος δικηγόρος από το έτος 1993 γνωστός κατά τα προεκτεθέντα και συμμετείχε ως τακτικό μέλος στην Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εφέσεων της Ε.Π.Ο.

και μάλιστα κατά την πλέον πλησιόχρονη προς το δημοσίευμα χρονική περίοδο (από 6-2-2002 μέχρι 31-7-2004).

Συνεπώς ο μοναδικός σχετικός λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Εξάλλου οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6901/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ