Legislator Case Law & Legislation
1830/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal interest and irrelevance of secondary grounds in employment termination case.

Case Number 1830/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a lower court ruling regarding early termination compensation. The appellant argued the lower court erred on legal grounds, but the court found these arguments lacked legal interest as they relied on unnecessary findings that did not support the judgment. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and irrelevant, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556(1), 578, 68 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest by relying on unnecessary findings that do not support the contested decision, and grounds attacking secondary justifications are rejected as irrelevant when the primary justification remains unaffected.

Keywords

AI generated
lack of legal interest irrelevant appeal grounds secondary justification employment termination early retirement compensation inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 8(a) of Law 3198/1955
Article 6(1) of Law 2112/1920
Article 5(1) and (2) of Law 2112/1920
Article 33 of the Employment Regulation
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1830 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1830/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Παναγιώτης Κομμάτας και Κωνσταντίνος Λένης.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αναστάσιος Πετρόπουλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.09.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1631/2002 του ίδιου δικαστηρίου και 6164/ του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα την από 5 Ιουλίου 2006 αίτησή της καθώς και τους από 1 Αυγούστου 2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 18.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του -ισχύοντος από 12.3.2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9.3.2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12.3.2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 2 παρ. 6, 7 παρ.1 και 8 παρ. 3 του Ν.1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτηση του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας, που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2224/1994, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού, ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο Κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή η συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτηση του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεση της στην αποχώρηση των εργαζομένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την 5-9-1975, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του υποτμηματάρχη. Η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν ορισμένου χρόνου, διότι στον Οργανισμό Προσωπικού αυτής (αναιρεσείουσας) προβλεπόταν αυτοδίκαιη λύση της, εφόσον η σχέση τους καθοριζόταν ως οριστική και ο αναιρεσίβλητος, με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας (62° έτος) αποχωρούσε αυτοδίκαια από την υπηρεσία.

Περαιτέρω, ο ίδιος οργανισμός προβλέπει και δυνατότητα πρόωρης λύσης της εργασιακής σχέσης με καταγγελία της σύμβασης για αμφότερους τους συμβαλλομένους, πριν από την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, με συνέπεια η εν λόγω σύμβαση, ως τελούσα υπό διαλυτική εξουσιαστική αίρεση υπέρ και των δύο και ως εκ τούτου, εξαρτωμένη από μέλλον και αβέβαιο γεγονός, οπότε με την πλήρωση της αίρεσης αυτής η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου.

Ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εργάσθηκε στην αναιρεσείουσα έως την 2-4-2001, την ως άνω ημερομηνία παραιτήθηκε εγγράφως από την υπηρεσία της πριν τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας (62°). 'Εκρινε δε το Εφετείο ότι έτσι πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύμβασης, που μετέπεσε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας και ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 8 εδ.

α του ν . 3198/1955, αφού, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας, στις διατάξεις του οποίου προσχώρησε ο αναιρεσίβλητος, προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 του οργανισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 παρ . 1 και 8 παρ . 3 ν. 1876/1990 και 8 εδ.

α' του ν. 3198/1995. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, και ως προς τα δύο σκέλη του, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δικ. για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δικ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο σκέλος του, του κυρίου δικογράφου, και τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, επειδή το Εφετείο δέχθηκε με αυτή, αντιφατικά, εκτός από τα ανωτέρω που αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγηθείσα σκέψη, ότι δηλαδή η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί την παραίτηση του αναιρεσίβλητου θεωρείται ότι είναι χωρίς αποτέλεσμα, ως και ότι η άρνηση της πρώτης να δεχθεί την παραίτηση του δεύτερου, ε ίνα ι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η κρίση όμως αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αποζημίωση, επειδή κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση αυτής για την περίπτωση πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού από την υπηρεσία του.

Επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων ασκούνται χωρίς έννομο συμφέρον και γι' αυτό είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, αν η προσβαλλομένη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, οι λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν άλλη αιτιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο πλήγεται η επικουρική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, εφόσον κατά την προηγούμενη αιτιολογία της παρούσης, δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, στο σύνολο τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2008 αίτηση καθώς και το από 1-8-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ'αριθμ.6164/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδατου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλιαδιακόσια (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ