Supreme Court dismisses appeal against second defendant but partially allows appeal against first defendant regarding unpaid wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to withdraw the appeal against the second defendant, rendering that part of the appeal inadmissible. However, the court found the first defendant liable for unpaid wages and interest from March 28, 2002, following the termination of the employment contract. Consequently, the appeal against the first defendant was partially allowed, and the case was remitted to the Athens Court of First Instance for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 299, 294, 295, 297 of the Code of Civil Procedure; The court may dismiss an appeal against one defendant while partially allowing it against another if the legal grounds for the latter are substantiated by the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1830 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)X.T.
Αριθμός 1830/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αναίρεσης όσον αφορά την β΄ αναιρεσίβλητη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ABELA ΕΛΛΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Αγγλικής εταιρείας "Athens Air Caterers Ltd", που διατηρεί στην Ελλάδα υποκατάστημα του άρθρου 50 του ν. 2190/1920 στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1394/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6904/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 24-8-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της α΄ αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως, χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε και έτσι να καταργείται η αναιρετική δίκη που ανοίχτηκε με την άσκηση της αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων δήλωσε, μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου και η σχετική δήλωση του τελευταίου καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεώς του για αναίρεση της υπ' αριθ. 6904/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ.
ΚΠολΔ) κατά το μέρος που η αίτηση αυτή αναιρέσεως απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία "ATHENS AIR CATERERS LTD". Μετά την παραίτηση αυτή, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της εν λόγω (2ης) αναιρεσίβλητης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και κατόπιν τούτου πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η με αυτή δίκη.
2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, όπως το τελευταίο άρθρο, ισχύει μετά το Π.Δ. 409/1986 και την αντικ.
της 3ης παρ. του με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, από το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή από το διοικητικό της συμβούλιο η εκπροσώπησή της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή και σε τρίτο.
Αν ασκηθεί αγωγή κατά ανώνυμης εταιρίας με αντικείμενο την εκπλήρωση υποχρεώσεων αυτής από σύμβαση που φέρεται ότι κατάρτισε για λογαριασμό της εταιρίας ορισμένο φυσικό πρόσωπο και αμφισβητηθεί από την εταιρία το κύρος της συμβάσεως που καταρτίστηκε λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως της εταιρίας, ο ενάγων πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι το παραπάνω πρόσωπο εκπροσωπούσε νόμιμα την εταιρία, είτε διότι ήταν καταστατικό όργανο αυτής, είτε διότι του είχε δοθεί από καταστατικό όργανο η εξουσία συμβατικής εκπροσωπήσεώς της (ΑΠ 1433/2002, 112/2002, 1193/2001).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Με την από 2-5-1996 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Athens Air Caterers Ltd", που είναι θυγατρική εταιρία του ομίλου εταιριών "ΑΒΕLA" και έχει ως εμπορική δραστηριότητα την τροφοδοσία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, ως διευθυντής εξυπηρετήσεως πελατών.
Συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη δεύτερη αναιρεσίβλητη έως 28-2-2001 και γι' αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπάρχει οφειλή της τελευταίας προς τον αναιρεσείοντα από οποιαδήποτε αιτία. Την 1-3-2001 συμφωνήθηκε να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, που είναι επίσης θυγατρική εταιρία του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου και έγινε γνωστοποίηση αυτής της συμφωνίας σύμφωνα με το π.δ. 156/1994.
Η εταιρία αυτή συνέχισε την εμπορική δραστηριότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης στο νέο Αερολιμένα Αθηνών "Ελευθέριος Βενιζέλος", ως διάδοχός της, και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ο αναιρεσείων να παρέχει τις υπηρεσίες του ως Γενικού Διευθυντή της πρώτης αναιρεσίβλητης σε πενθήμερη εργασία σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και ο μισθός του να ανέρχεται σε 1.510.000 δραχμές ή 4431,40 ευρώ.
Ακόμη συμφωνήθηκαν πρόσθετες παροχές προς τον αναιρεσείοντα για την καταβολή του μισθώματος κατοικίας, για έξοδα κινήσεως αυτού, για δυο αεροπορικά εισιτήρια με προορισμό τον τόπο καταγωγής του και ιατρική ασφάλιση. Οι ως άνω πρόσθετες παροχές αποτελούσαν μισθό, αποτιμώμενες σε 3.035,25 ευρώ μηνιαίως. Έτσι οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος ανέρχονταν σε (4.431,40 και 3.035,15) 7.446,65 ευρώ.
Αυτός εργαζόταν και παλαιότερα στην εταιρία με την επωνυμία "EMIRATES ABELA CATERING" του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα 1975 έως 1991, οπότε και λύθηκε η συνεργασία τους και έτσι δεν υπάρχει συνεχής απασχόληση στον ίδιο εργοδότη μέχρι την παρακάτω αναφερόμενη λύση της συμβάσεως εργασίας.
Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι στο συμβατικό μισθό του αναιρεσείοντος περιλαμβανόταν και ποσό 4.500 δολλαρίων ΗΠΑ, που έπρεπε να καταβάλλεται στο εξωτερικό, καθώς και ότι είχε συμφωνηθεί η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας να γίνει μετά προειδοποίηση του αναιρεσείοντος προ 24 μηνών. Ο τελευταίος προς επίρρωση του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού του επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφη σύμβαση εργασίας με χρονολογία 28-3-2001, η οποία υπογράφεται από το διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης αναιρεσίβλητης .....
Όμως αυτή η σύμβαση εργασίας, στην οποία διαλαμβάνονται οι δυο προαναφερόμενοι όροι, υπογράφεται μόνον από το διευθύνοντα σύμβουλο αυτής ..... στον οποίο με την από 8-2-2000 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω αναιρεσίβλητης, που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 1041/14-2-2000 τ. ΑΕ-ΕΠΕ), είχε δοθεί δικαίωμα πρώτης υπογραφής.
Για να δεσμεύεται η εταιρία, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση και τα άρθρα 6, 10 παρ. 2 και 12 του καταστατικού της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού επρόκειτο για σύμβαση που είχε διάρκεια αόριστη, δηλαδή πέραν του έτους που αναφέρει το καταστατικό και κόστος ετήσιο μεγαλύτερο των 10.000.000 δραχμών, έπρεπε να υπάρχει και δεύτερη υπογραφή κάποιου από τα αναφερόμενα στην απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης πρόσωπα.
Τον τρόπο δεσμεύσεως της εταιρίας με την απόφαση αυτή τον γνώριζε ο αναιρεσείων. Έτσι δεν υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση και συνακόλουθα δέσμευση της πρώτης αναιρεσίβλητης από αυτήν τη σύμβαση. Άλλωστε το ποσό των 4.500 δολλαρίων Η.Π.Α. καταβαλλόταν σε αυτόν στο εξωτερικό όχι όμως από την πρώτη αναιρεσίβλητη εργοδότιδά του, αλλά από τον .....
και όχι στον ίδιο αλλά σε λογαριασμό της συζύγου του. Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσίβλητη στις 27-3-2002 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας με τον αναιρεσείοντα και του κατέβαλε ως αποζημίωση 15.509,90 ευρώ. Όμως η αποζημίωση αυτή με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος, οι οποίες κατά τον τελευταίο πριν από την καταγγελία της συμβάσεως μήνα ήταν 7.466,65 ευρώ, ανέρχεται σε (7.466,65 ευρώ και 1.244,4 ευρώ για αναλογία επιδομάτων επί 3 μήνες και 1/6) 30.489 ευρώ.
Για την αιτία αυτήν η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, όπως προαναφέρεται, 15.509 ευρώ και επομένως αυτός δικαιούται (30.489 πλην 15.509,90) 14.979,10 ευρώ. Ακόμη με την εκκληθείσα απόφαση, η οποία δεν προσβλήθηκε κατά τούτο, έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων δικαιούται α) για διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας συνολικά 9.192,65 ευρώ, β) για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2002 3.745,73 ευρώ και γ) για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 24-3 έως 27-3-2002 1.393,76 ευρώ.
Επομένως αυτός δικαιούται να λάβει συνολικά από την πρώτη αναιρεσίβλητη (14.979,24+9.125,65+3.745,73+1.393,76) 29.311,24 ευρώ. Για την αξίωση αυτή δεν υπάρχει ευθύνη και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού αυτή γεννήθηκε μετά τη μεταβίβασή της στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1394/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία αφενός απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη (στην πραγματικότητα) η ένδικη από 12-9-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αφετέρου έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος η ίδια αγωγή κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ ή τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, πράγματι η πρώτη αναιρεσίβλητη ως εργοδότιδα του αναιρεσείοντος, δεν δεσμευόταν από την προαναφερόμενη υπό χρονολογία 28-3-2001, έγγραφη σύμβαση εργασίας, διότι αυτή, καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, είχε υπογραφεί μόνο από το διευθύνοντα σύμβουλο εκείνης .....
και όχι και από κάποιο άλλο από τα αναφερόμενα στην απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου πρόσωπα. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα είναι πλήρεις και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμέσως πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται υπό το στοιχείο α΄. Ενόψει αυτών: 1) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των πιο πάνω άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 18 και 22 του κ.ν. 2190/1920 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το μέρος που με τον πρώτο αυτόν λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων του π.δ. 196/1974, του άρθρου 3 του π.δ. 178/2002, των άρθρων 174, 330 και 669 ΑΚ, του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 (στην πραγματικότητα), του π.δ. 156/1994 και της με αριθ. 12/2002 διαιτητικής αποφάσεως του ΟΜΕΔ για το έτος 2001, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, αλλά και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως.
Και 2) Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, καθώς και ο τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, επί των παραπάνω ζητημάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα που αναφέρονται στον προσδιορισμό των αποδοχών του αναιρεσείοντος, καθώς και στο χρόνο προμηνύσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.- 3.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, μη ελεγχόμενη όμως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπό χρονολογία 28-3-2001 εγγράφου για τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος με την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Και αυτό, γιατί εσφαλμένα, κατά το λόγο αναιρέσεως, κατέληξε στην παραδοχή ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής δεν υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση και συνακόλουθα δέσμευση τελευταίας, ενόψει του ότι στο πιο πάνω έγγραφο υπήρχε μόνο η υπογραφή του ....., ως εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης αυτής και όχι και δεύτερη υπογραφή άλλου προσώπου, ως εκπροσώπου και τούτου της ίδιας (αναιρεσίβλητης), όπως θα έπρεπε, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, για να υπάρχει νόμιμη εκπροσώπηση και συνακόλουθα δέσμευση της τελευταίας από τη σχετική σύμβαση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, δηλαδή απόδοση σ' αυτό περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου του και δη σφάλμα ως προς το ότι για την ύπαρξη νόμιμης εκπροσωπήσεως και συνακόλουθα δεσμεύσεως της αναιρεσίβλητης θα έπρεπε το εν λόγω έγγραφο να φέρει και δεύτερη υπογραφή κάποιου από τα αναφερόμενα στην απόφαση πρόσωπα, ως νόμιμου εκπροσώπου και αυτού της αναιρεσίβλητης έτσι ώστε η τελευταία κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης να έχει εκπροσωπηθεί, ως αντισυμβαλλόμενη, από δυο πρόσωπα, που, σύμφωνα με το καταστατικό της, είχαν δικαίωμα, να υπογράψουν τη σύμβαση στο όνομα αυτής ως εκπροσωπουμένης, ενώ, κατά το λόγο αναιρέσεως, αρκούσε η δεύτερη υπογραφή που είχε τεθεί από τον αναιρεσείοντα, υπό την ιδιότητά του όμως ως αντισυμβαλλομένου της αναιρεσίβλητης.
4. Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός της μνημονευόμενης ένορκης βεβαιώσεως, αφενός των καταθέσεων των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου εκείνου, και αφετέρου όλων των εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.
Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται οποιαδήποτε χωρίς αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, αφενός αμφότερες τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφετέρου την από 1-2-1999 ατομική σύμβαση εργασίας, που ο αναιρεσείων είχε καταρτίσει με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, την οποία είχε νόμιμα προσκομίσει, με επίκληση, ο πρώτος, έστω και αν το τελευταίο έγγραφο δεν το μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν αξιολογεί τόσο το έγγραφο αυτό όσο και τις προαναφερόμενες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών μέσων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των αμέσως παραπάνω αποδεικτικών μέσων (ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφου), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 5. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του το λόγο εφέσεως που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί, κατά τα πιο πάνω, τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 88/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και έτσι άφησε αδίκαστο το 2ο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων με το να μη συμπεριλάβει στις μηνιαίες αποδοχές του και ποσό 4.500 δολαρίων Η.Π.Α.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, τον ερεύνησε και τελικά τον απέρριψε ως αβάσιμο. Επομένως, ο παραπάνω τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, αποκλειστικά και μόνο, κατά την αληθή έννοιά του, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
6. Επειδή, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Έτσι για τις ως άνω παροχές, που, κατά τα πιο πάνω, εμπίπτουν στην έννοια του μισθού, τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση αυτής να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ.
α' του Κώδικα αυτού. Περαιτέρω, ασχέτως του άρθρου 655 του ΑΚ, για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα άδειας τάσσεται από το νόμο (άρθρα 10 της Κ.Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ν.δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30ή Απριλίου και η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους, αντίστοιχα), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες.
Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των πιο πάνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους, που είναι επακριβώς με βάση τους ορισμούς του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, δηλαδή σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.
Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, λόγω μη υπάρξεως υπερημερίας του οφειλέτη εξαιτίας ελλείψεως υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του ως προς την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (ΟλΑΠ 39-40/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι αναφορικά με την υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για καταβολή τόκων επί των χρηματικών ποσών των 9.192,65 ευρώ για διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, των 3.745,73 ευρώ για αναβολία επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2002 και των 1.393.76 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 24-3 έως 27-3-2002 θα έπρεπε να επιδικαστούν τόκοι από την επίδοση της ένδικης αγωγής, όπως ζητήθηκε, κατά την εκτίμηση του Εφετείου, με την αγωγή αυτή.
Με βάση την παραδοχή του αυτή το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο για εσφαλμένη μη επιδίκαση τόκων και επί των αμέσως πιο πάνω οφειλόμενων μερικότερων χρηματικών ποσών από την επομένη της λήξεως της ένδικης συμβάσεως εργασίας, δηλαδή από την 28-3-2002 (επομένη της καταγγελίας της συμβάσεως αυτής).
Όπως όμως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται από το Δικαστήριο τούτο, ενόψει της υπάρξεως σχετικού λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (άρθρο 561 παρ. 2 του Κώδικα αυτού), με αυτήν είχε ζητηθεί η επιδίκαση τόκων και επί των αμέσως πιο πάνω οφειλόμενων χρηματικών ποσών (για διαφορά αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2002 και για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 24-3- έως 27-3-2002), κυρίως, από τις 28-3-2002, δηλαδή από την επόμενη ημέρα της 27-3-2002, κατά την οποία έλαβε χώρα, και κατά τη σχετική παραδοχή του Εφετείου, η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας που υπήρχε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ενόψει του ότι με τη λήξη της ένδικης συμβάσεως με την καταγγελία αυτής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, έγιναν απαιτητές και οι προαναφερόμενες μερικότερες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται, παραβίασε τους ανωτέρω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.
Γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως, ήτοι μόνο κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του παραπάνω τέταρτου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο για εσφαλμένη μη επιδίκαση τόκων και επί των αμέσως πιο πάνω (και μόνον αυτών, όπως εκτιμάται) οφειλόμενων μερικότερων χρηματικών ποσών (για διαφορά αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2002 και για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 24-3 έως 27-3-2002), από τις 28-3-2002 και εφεξής μέχρι την εξόφληση.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 2172/1993, πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος, κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθενός διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 12 Ιανουαρίου 2005 αιτήσεως του .... για αναίρεση της υπ' αριθ. 6904/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (αγγλική εταιρεία με την επωνυμία "ATHENS AIR CATERERS LTD").
Αναιρεί ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (εταιρεία με την επωνυμία "ABELA ΕΛΛΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ ΑΕ") μερικώς και μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την παραπάνω (υπ' αριθ. 6904/2004) απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ