Legislator Case Law & Legislation
182/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding non-appealable fact-finding by the Court of Appeal.

Case Number 182/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and supplementary arguments against the Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court improperly considered unproven facts and the appellant's conduct regarding the defendant's health, claiming these were not legally reviewable. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested facts constituted an unreviewable evaluation of reality under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the Court of Appeal's evaluation of factual circumstances, rendering appeals based on such grounds inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unreviewable fact-finding evaluation of reality procedural inadmissibility Court of Appeal jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(st) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 182 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Β. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ. του Ι. , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Π. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11261/2015 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας αυτού, 14960/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 215/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-05-2022 αίτησή της και τους από 24-02-2025 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Εισάγονται προς συζήτηση: α) η από 16.05.2022 (με αριθμ. καταθ. 1463/167/16.05.2022) αίτηση αναιρέσεως και β) οι από 24.02.2025 (με αριθμ. καταθ. 33/24.02.2025) πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, υπ' αριθμόν 215/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 11.07.2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμόν 14960/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 10.11.2011 αγωγή αυτού με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι έχει ανακληθεί εγκύρως η αναφερόμενη δωρεά του προς την αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η τελευταία σε δήλωση βουλήσεως αναμεταβιβάσεως προς αυτόν του δωρηθέτος ακινήτου.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στις 20.04.2022 στην αναιρεσείουσα και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 16.05.2022.

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, νομοτύπως και εμπροθέσμως, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, έχουν ασκηθεί και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, τους οποίους άσκησε η αναιρεσείουσα με το από 24.02.2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24.02.2025 και αντίγραφό του επιδόθηκε αυθημερόν στον αναιρεσίβλητο κατά το εδ.

β' της παραγράφου 2 του άρθρου 569 του ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που έλαβε χώρα στις 17.03.2025. Πρέπει, επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου με την αίτηση αναιρέσεως, να συνεκδικαστούν με αυτήν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 336/2025, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 304/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή η διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί της ηθικής και της ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.

Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, ιδία όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περιθάλψεως και φροντίδας, ή, ακόμη, από εκδηλώσεις αγάπης και ενδιαφέροντος για την ψυχολογική του υποστήριξη λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής καταστάσεως, στην οποία έχει περιέλθει εξαιτίας ασθένειας ή γήρατος ή άλλων παραγόντων, που τον έπληξαν, καθώς και η καταφρόνηση του δωρητή εκ μέρους του δωρεοδόχου με λόγο και έργο.

Η αδιαφορία αυτή είναι, λόγω των συνθηκών, υπό τις οποίες βρίσκεται ο δωρητής, κοινωνικά αποδοκιμαστέα, κατά τρόπο, ώστε, όταν αυτή συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, καθώς και ο τρόπος ενέργειας, αλλά και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη το παράπτωμα πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της ελλείψεως ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή.

Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή η διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο για τη διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του/της συζύγου ή του στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατ' αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το αν πράγματι έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (ήτοι, δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1397/2022), αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα άνω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ (ΑΠ 228/2024, ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 500/2019, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 656/2011, ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1719/2009).

Το δικαίωμα ανακλήσεως της δωρεάς για την άνω αιτία, ασκείται, κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του ΑΚ, με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 655/2014), ενώ πρέπει να αναφέρεται στη δήλωση και ο λόγος της ανακλήσεως της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία δύναται, βεβαίως, να τα αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε αυτά θα αποτελέσουν τότε το αντικείμενο της αποδείξεως.

Η μη αναφορά στην άνω δήλωση του λόγου ανακλήσεως της δωρεάς καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού κατά τον τρόπο αυτό στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανακλήσεως. Η δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της ευθύς ως περιέλθει στο δωρεοδόχο και εφόσον ο λόγος της ανακλήσεως, του οποίου γίνεται επίκληση στη δήλωση από το δωρητή, είναι αληθινός και αποδεικνυόμενος δύναται τα δικαιολογήσει την ανάκληση (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 648/2008, ΑΠ 155/1995).

Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανακλήσεως και αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του λόγου που αναφέρεται στη δήλωση ανακλήσεως και αν ο λόγος αυτός αφορά στην αχαριστία που επέδειξε ο δωρεοδόχος, να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε η αχαριστία αυτή (ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1025/1998). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νομίμως η δωρεά για λόγους αχαριστίας, τότε ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος, ο δε τρόπος της αυτούσιας αποδόσεως εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος, το οποίο απέκτησε ο λήπτης. Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και αυτό μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον την αρνείται ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης αποφάσεως και της δηλώσεως του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της αποφάσεως αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ - ΑΠ 2110/2017, ΑΠ 2054/2014, ΑΠ 840/1994).

4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και εντεύθεν σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ή η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, αλλά πρέπει επιπλέον να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ιδίως, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον οικείο λόγο αναιρετική πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται ξεχωριστά σε σχέση με καθέναν από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν όταν οι κανόνες αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 1271/2021). Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει, επίσης, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατό, με βάση μόνο το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, να στοιχειοθετηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.

Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνέχεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ενόψει και του ότι δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ούτε όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1020/2019).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και συνακόλουθα εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υφίσταται και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς/ ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά αυτός δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογίας κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υφίσταται όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006).

Ασάφειες ή ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 695/2020), διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, οι οποίες πρέπει να εκτίθενται με πληρότητα και όχι μόνον αποσπασματικά, και ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 123/2024, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 357/2018) και επιπλέον, στην περίπτωση της ανεπάρκειας των αιτιολογιών σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ώστε να είναι πλήρης, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996).

5.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών σε ηλικία περίπου 19 ετών και η εναγομένη ήδη εφεσίβλητη σε ηλικία 16 περίπου ετών, τέλεσαν, περί το έτος 1972, νόμιμο μεταξύ τους γάμο.

Μετά ένα έτος η εναγομένη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία διασπώντας έτσι οριστικά την έγγαμη συμβίωσή τους και ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα το έτος 1975. Η εναγομένη τέλεσε δεύτερο γάμο, με τον Α. Β. , στις ...1982, από τον οποίο απέκτησε μια κόρη, που κατά τον επίδικο χρόνο φοιτούσε σε σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Φλώρινα.

Ο γάμος αυτός λύθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 11259/28.3.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία). Ο ενάγων, ο οποίος παρά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος από τη λύση του πρώτου γάμου του με την εναγόμενη, εξακολουθούσε να τρέφει ισχυρά αισθήματα αγάπης γι' αυτήν, δεν τέλεσε άλλο γάμο, παρέμεινε μόνος, εργαζόμενος στη ΔΕΗ, ασχολούμενος με τον συνδικαλισμό και το ποδόσφαιρο, ως παράγοντας της ποδοσφαιρικής ομάδας του Μ.

Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκης. Όμως, ο ενάγων το έτος 2003 αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, και ειδικότερα, υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου εξαιτίας του οποίου έλαβε σύνταξη αναπηρίας και το έτος 2004 υποβλήθηκε σε σοβαρή καρδιοχειρουργική επέμβαση (3 by pass), έκτοτε δε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, που είναι μη συμβατή με την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος.

Ενόψει της κατάστασης αυτής της υγείας του, της ηλικίας του, 55 περίπου ετών, και του γεγονότος ότι δεν είχε σύντροφο στη ζωή του και τη φροντίδα του είχε αναλάβει η αδελφή του, ένιωθε ανασφαλής και επειδή έτρεφε βαθιά αισθήματα αγάπης για την εναγομένη, συνήψε ερωτική σχέση μαζί της στις αρχές του 2005, οπότε και άρχισαν να συζούν.

Ο ενάγων βλέποντας ότι η σχέση του με την εναγομένη εξελισσόταν ομαλά και απολάμβανε τις φροντίδες και τις περιποιήσεις της και προκειμένου να νιώθει ασφαλής η εναγόμενη, αλλά και για να νιώθει ο ίδιος ασφάλεια ότι θα εξακολουθήσει να του συμπαραστέκεται τόσο ψυχικά όσο και έμπρακτα στο μέλλον, το οποίο προσδοκούσε ότι θα ζήσει μαζί της, μεταβίβασε σ' αυτήν την ψιλή κυριότητα διαμερίσματος της αποκλειστικής του κυριότητας, που αποτελούσε την κύρια κατοικία του.

Ειδικότερα με το υπ' αριθμόν ...2005 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Βασιλικών, Χ. Ζ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, ο ενάγων μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, ένα αυτοτελές διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, οικοδομής κειμένης στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ... , εμβαδού 101,95 καθαρών τμ και 117,52 μικτών τ.μ. , με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και στους κοινόχρηστους χώρους 117,47/1000 , ενώ την επικαρπία διατήρησε εφ' όρου ζωής ο ίδιος.

Το οικόπεδο στο οποίο ανεγέρθηκε η οικοδομή επί της οποίας το μεταβιβασθέν διαμέρισμα, ανήκε στην πατρική περιουσία του ενάγοντα και στον τρίτο όροφο της ίδιας οικοδομής κατοικεί η αδελφή του Α. Κ. με την οικογένειά της, η οποία και είχε αναλάβει επί ετών την καθημερινή φροντίδα του ενάγοντα. Στις 18.10.2006 οι διάδικοι τέλεσαν δεύτερο μεταξύ τους γάμο και εγκαταστάθηκαν στο προπεριγραφόμενο διαμέρισμα, το οποίο και αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη και το οποίο με επιμέλεια της εναγομένης ανακαινίστηκε πλήρως.

Τον γάμο αυτό απέφυγε να κοινοποιήσει η εναγομένη σε συγγενικά πρόσωπα του ενάγοντα. Ο τελευταίος, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την εναγομένη, στις ...2006, με το υπ' αριθ. .../2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Α. , είχε μεταβιβάσει, λόγω δωρεάς, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφ' όρου ζωής την επικαρπία, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από ένα διαμέρισμα του 7ου ορόφου οικοδομής επί της οδού ...

στη Θεσσαλονίκη, εμβαδού 88,70 τμ καθαρών και 111, 50 τ.μ. μικτών, στην ανεψιά του Π. Κ. , κόρη της αδελφής του Α. Κ. , στην οποία ανήκει κατά κυριότητα το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του εν λόγω διαμερίσματος, γεγονός που απέκρυψε από την εναγομένη. Τον Μάιο του 2007 η ανεψιά του ενάγοντα, Π. Κ. , άφησε ένα σημείωμα στον τελευταίο, προκειμένου να του υπενθυμίσει να δηλώσει στην εφορία την μεταβίβαση του ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του διαμερίσματος σ' αυτήν, με συνέπεια η εναγομένη να πληροφορηθεί την μεταβίβαση αυτή, γεγονός που την εκνεύρισε και αντέδρασε εξυβρίζοντας τον ενάγοντα "άχρηστο" "ανίκανο", "φίδι".

Η συμπεριφορά της αυτή προκάλεσε ψυχικό άλγος στον ενάγοντα, ο οποίος προσέτρεξε στο διαμέρισμα της αδελφής του κλαίγοντας. Έκτοτε η εναγομένη επιδείκνυε απαξιωτική έναντι του ενάγοντα συμπεριφορά και αδιαφορούσε για το πρόσωπό του και την υγεία του και τον Ιούλιο του 2007 έφυγε, κάνοντας χρήση δελτία κοινωνικού τουρισμού του ενάγοντα, με την κόρη της, σε ξενοδοχείο στην Αλεξανδρούπολη, για μια εβδομάδα, με το πρόσχημα να ηρεμήσει, μετά την πάροδο της οποίας δεν επέστρεψε αλλά και έπαψε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς με τον ενάγοντα.

Ο ενάγων θορυβηθείς πήγε στην Αλεξανδρούπολη και μετά από έρευνα την εντόπισε σε άλλο ξενοδοχείο και την παρακάλεσε να γυρίσουν σπίτι τους, πλην αυτή αρνήθηκε και έκτοτε δεν επέστρεψε στη συζυγική τους εστία, διασπώντας με τον τρόπο αυτό οριστικά την έγγαμη συμβίωσή τους. Τον Ιούλιο του 2007 η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να απουσιάσει ο ίδιος από τη συζυγική τους οικία προκειμένου να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα, ο ενάγων δέχθηκε και η εναγομένη μαζί με τα προσωπικά της αντικείμενα πήρε το σύνολο σχεδόν των επίπλων.

Στη θέα της άδειας οικογενειακής στέγης ο ενάγων κατέρρευσε και σε κατάσταση σχεδόν λιποθυμίας τον βρήκε η αδελφή του στο πάτωμα του διαμερίσματος. Έκτοτε η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνθηκε, με συνέπεια να επισκέπτεται συχνά διάφορους ιατρούς, την κατάσταση δε αυτή της υγείας του πληροφορούνταν η εναγομένη από κοινούς τους γνωστούς, πλην όμως αδιαφορούσε πλήρως για την υγεία του δωρητή στη χρονική αυτή στιγμή, που αυτός είχε ανάγκη τη φροντίδα της και την περίθαλψή της.

Παρόλα αυτά ο ενάγων ήλπιζε ότι η εναγομένη θα επέστρεφε στην οικογενειακή τους στέγη. Το καλοκαίρι του 2008 η εναγομένη τηλεφώνησε στον ενάγοντα ζητώντας του χρήματα, προφανώς για την ανακαίνιση της οικογενειακής στέγης που, όπως διατείνεται, έγινε με δικά της αποκλειστικά χρήματα τα οποία αποκόμισε από τη λειτουργία, από το έτος 1990 έως το έτος 2016 του καταστήματος εμπορίας χρυσών- αργυρών αντικειμένων που διατηρούσε επί της οδού ...

στη Θεσσαλονίκη, χωρίς να προσκομίζει όμως κανένα αποδεικτικό προς τούτο στοιχείο (π.χ αποδείξεις πληρωμής, φορολογική δήλωση περί των εσόδων της κλπ). Ο εναγόμενος αρνήθηκε να της δώσει χρήματα και η εναγομένη τον εξύβρισε και τον αποκάλεσε άχρηστο και χωρίς ικανότητα για σεξουαλική ζωή. Κατόπιν αυτών, ο ενάγων κατέθεσε την με αριθ.

εκθ. καταθ. ...2009 αγωγή διαζυγίου σε βάρος της εναγόμενης λόγω παρόδου διετίας από την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους και με την από 24.4.2009 εξώδικη δήλωσή του επικαλούμενος τα ως πραγματικά περιστατικά (απαξιωτική και εξυβριστική σε βάρος του συμπεριφορά) που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα της δωρεοδόχου, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη 27.4.2009, ανακάλεσε τη δωρεά.

Στην εξώδικη αυτή δήλωση ανάκλησης της δωρεάς απάντησε η εναγομένη, με την από 7.5.2009 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο, με την οποία αρνήθηκε ότι τον εξύβρισε και αφού ισχυρίστηκε ότι ο γάμος τους λύθηκε από υπαιτιότητα του ενάγοντα συνιστάμενη σε βιαιοπραγίες σε βάρος της υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ότι για την ανακαίνιση του δωρηθέντος σ' αυτή, κατά ψιλή κυριότητα διαμερίσματος, δαπάνησε σημαντικά ποσά, τον κάλεσε να επικοινωνήσει μαζί της ή με την πληρεξούσια δικηγόρο της, εντός 10 ημερών, για να εξεύρουν εκτιμητή κοινής αποδοχής και αφού της καταβάλει το δαπανηθέν υπ' αυτήν ποσό για την ανακαίνιση του διαμερίσματος, θα προσέλθει σε συμβολαιογράφο για να συμπράξει στην ανάκληση της δωρεάς.

Ακολούθως, και αφού παρήλθε άπρακτη η τεθείσα από αυτήν προθεσμία, η εναγομένη κατέθεσε κατά του ενάγοντος την με αριθ. εκθ. καταθ. ...2009 αγωγή διαζυγίου, λόγω ισχυρού κλονισμού, για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντα, συνιστάμενους σε βιαιοπραγίες σε βάρος της υπό την επήρεια αλκοόλ. Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 32110/21.10.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές και λύθηκε ο γάμος των διαδίκων συζύγων.

Το γεγονός ότι η απόφαση αυτή περιέχει δυσμενείς για τον ενάγοντα αιτιολογίες, επειδή δέχεται ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων, που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει στην άλλη δίκη, όπως και στην παρούσα δίκη, όπως γίνεται παγίως δεκτό (ακολουθεί νομολογία).

Για τούτο εξάλλου ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει, αναλόγως, είτε κατ' άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης περί λύσης του γάμου είτε κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης (ακολουθεί νομολογία).

Επομένως η αμετάκλητη αυτή απόφαση δεν έχει περαιτέρω συνέπειες για τον ενάγοντα και δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Επικαλούμενη, όμως, η εναγομένη δωρεοδόχος, τους ίδιους αυτούς ισχυρισμούς, αμφισβητεί τους επικαλούμενος από τον ενάγοντα δωρητή λόγους ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς, οι οποίοι και πρέπει να αποδειχθούν, ως στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε.

Ειδικότερα, η εναγόμενη αρνείται ότι υπήρξε ανάρμοστη συμπεριφορά εκ μέρους της, ότι απαξίωσε και εξύβρισε τον ενάγοντα και διατείνεται, ότι εγκατέλειψε τη συζυγική εστία λόγω της κακοποιητικής σε βάρος της συμπεριφοράς του δωρητή. Περί τούτων κατέθεσαν όλως αορίστως και αντιφατικώς οι μάρτυρες της εναγομένης, η κόρη της και η μητέρα της, οι οποίες, αφού αναφέρθηκαν στην υπερβολική αγάπη που έτρεφε ο ενάγων προς την εναγομένη και στην προσδοκία του να περάσει το υπόλοιπο του βίου του μαζί της, γεγονότα που τον οδήγησαν στην δωρεά της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος στο οποίο κατοικούσε, στη συνέχεια, αναφέρονται αορίστως σε χειροδικίες του ενάγοντα προς την εναγομένη υπό την επήρεια οινοπνεύματος, μόνον όμως κατά τη διάρκεια της οκτάμηνης έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα της επί 1,5 έτους συμβίωσής τους ο ενάγων "έβγαλε τον καλύτερό του εαυτό" και δεν επέδειξε τέτοια συμπεριφορά, όπως καταθέτουν.

Οι καταθέσεις αυτές, ως προς το αποδεικτέο γεγονός της βιαιοπραγίας κατά της εναγομένης από τον ενάγοντα, ενόσω αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης δεν συνάδουν με τους κανόνες της κοινής λογικής, που επιβάλλουν όπως ένας άνθρωπος εθισμένος στο αλκοόλ, να μην δύναται να καταπνίξει τον αλκοολισμό του επί 1,5 έτος που συζούσε με την εναγόμενη και να τον εμφανίσει στην οκτάμηνη έγγαμη συμβίωσή του μ' αυτήν.

Επομένως, δεν δύναται το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί των ισχυρισμών αυτών της εναγομένης από τις καταθέσεις αυτές, ούτε από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγόμενη τέσσερες όμοιες φωτογραφίες στις οποίες εμφανίζεται αυτή με μώλωπα κάτω από τον δεξιό οφθαλμό και ίχνη εκδορών στο μάγουλο, καθόσον δεν συνδέονται με σχετική καταγγελία της προς την αστυνομία, ούτε με ιατροδικαστική έκθεση και δεδομένης της ελλείψεως σχετικής ημερομηνίας επί των φωτογραφιών αυτών, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντα, του γαμπρού του και της αδελφής του, οι οποίοι κατοικούν σε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας με το διαμέρισμα, που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη των διαδίκων και οι οποίοι κατέθεσαν μετά λόγου γνώσεως, για την αξιοπιστία των οποίων δεν βρίσκει λόγο να αμφιβάλει το Δικαστήριο, ότι ουδέποτε άκουσαν οποιαδήποτε διαπληκτισμό μεταξύ των διαδίκων.

Εξάλλου, η ίδια η δωρεοδόχος συναινεί στην ανάκληση της δωρεάς, υπό τον όρο να της καταβάλει ο δωρητής τα έξοδα ανακαίνισης, που όπως ισχυρίζεται κατέβαλε η ίδια και το ύψος των οποίων τα αναβιβάζει στο ποσό των 80.000 €, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρές της, που είναι ίση σχεδόν με την αξία του ακινήτου αυτού.

Πρέπει, συνεπώς, οι ισχυρισμοί της εναγομένης να απορριφθούν ως αναπόδεικτοι και συνακόλουθα ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Κατόπιν αυτών ο ενάγων με την έγγραφη εξώδικη - όχληση διαμαρτυρία του που κοινοποίησε στην εναγόμενη (βλ. την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Κ. επί της επιδοθείσας εξώδικης δήλωσης που προσκομίζει με επίκληση η εναγόμενη) , επικαλούμενος και καταγράφοντας την ανάρμοστη και αντισυζυγική συμπεριφορά της εναγόμενης με τα ως άνω περιστατικά που εκδηλώθηκαν και αποτελούν σοβαρά παραπτώματα και υποδηλώνουν έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό του και βαριά υπαίτια συμπεριφορά και διαγωγή της εναγόμενης, η οποία συμπεριφορά επιμαρτυρεί και αχαριστία της ίδιας εναγόμενης δωρεοδόχου προς το πρόσωπό του ως δωρητή και επικαλούμενος και αποδεικνύοντας ως τελευταίο περιστατικό επίδειξης προσβλητικής και αχάριστης συμπεριφοράς, εναντίον του την εξύβρισή του το καλοκαίρι του 2008, (ο εναγών) εγκύρως ανακάλεσε την ένδικη δωρεά λόγω βαριάς αχαριστίας που επέδειξε προς το πρόσωπό του ως δωρητή η εναγόμενη δωρεοδόχος και την κάλεσε να του αποδώσει το δωρηθέν. Με βάση τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγόμενη δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστη προς τον ενάγοντα δωρητή.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων εγκύρως ανακάλεσε την ένδικη δωρεά προς την εναγομένη και να καταδικαστεί αυτή σε δήλωση βουλήσεως αναμεταβίβασης του δωρηθέντος σ' αυτήν κατά ψιλή κυριότητα ακινήτου προς το δωρητή. Αβασίμως δε η εναγομένη επικαλείται, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί εκπρόθεσμης δήλωσης της ανάκλησης της δωρεάς, ως χρόνο γνώσης από τον ενάγοντα του λόγου ανάκλησης, τον Ιούλιο του 2007 που διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, αφού, αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης, που είχε ως συνέπεια την αθέτηση των υποχρεώσεών της, ήταν εξακολουθητική μέχρι και το καλοκαίρι του 2008, χρόνος που αποτελεί την αληθή αφετηρία της ενιαύσιος προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς.

Εξάλλου, ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί τέλεσης της δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, απαραδέκτως προβάλλονται με τις πρωτόδικες προτάσεις που ενσωματώνονται στην προσθήκη αντίκρουση επί των προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με τους σχετικούς, πρώτο και τέταρτο λόγους της έφεσής του. Στη συνέχεια πρέπει, μετά την ουσιαστική παραδοχή των λόγων αυτών της ένδικης έφεσης, να γίνει δεκτή η έφεση στο σύνολό της και ως κατ' ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση αυτή στο Δικαστήριο τούτο (ΚΠολΔ 535 παρ 1) να δικαστεί η ένδικη αγωγή και να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή του τελευταίου δεχόμενο ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 505 του ΑΚ για την ανάκληση της ένδικης δωρεάς, κρατώντας στη συνέχεια και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, μετά την παραδοχή ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις αυτές, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και αφενός μεν αναγνώρισε ότι νομίμως και εγκύρως ο αναιρεσίβλητος δωρητής ανακάλεσε την ένδικη δωρεά προς την αναιρεσείουσα δωρεοδόχο λόγω αχαριστίας στο πρόσωπό του, αφετέρου δε υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αναμεταβιβάσει στον αναιρεσίβλητο την ψιλή κυριότητα του δωρηθέντος ακινήτου και για την περίπτωση αρνήσεώς της την καταδίκασε σε δήλωση βουλήσεως προς αναμεταβίβαση αυτού συμβολαιογραφικώς.

6.- Η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και β) με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί το Εφετείο την ένδικη αγωγή του αντιδίκου της, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ, δια εσφαλμένης ερμηνείας και υπαγωγής σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αν και, όπως εκτιμάται, δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, με συνέπεια, όπως επίσης εκτιμάται, να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστη προς τον αναιρεσίβλητο δωρητή, στερώντας συγχρόνως την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενη ειδικότερα:

α) με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου ότι προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και ότι αποδείχθηκε αχαριστία, ανάρμοστη και αντισυζυγική συμπεριφορά εις βάρος του, αφενός ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια της αχαριστίας του άρθρου 505 του ΑΚ και αφετέρου εκτίμησε εσφαλμένα την κατάθεση της μάρτυρός της, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο και δεν συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της υπ' αριθμόν 32110/2010 αμετάκλητης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, σχετικά με την εις βάρος της βίαιη συμπεριφορά του τελευταίου, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της σχετικά με το συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου που την οδήγησε στο να απομακρυνθεί από εκείνον σωματικά και ψυχικά, αλλά και ως προς την κρίση της σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων του από τις οποίες δεν αποδεικνυόταν τα εις βάρος της επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αφετέρου αντιφατικές αιτιολογίες κρίνοντας από τη μία πλευρά ότι δεν δεσμεύεται από τις παραδοχές της υπ' αριθμόν 32110/2010 αμετάκλητης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που περιέχει δυσμενείς αιτιολογίες για τον αναιρεσίβλητο, και από την άλλη ότι λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά τις εις βάρος της καταθέσεις των μαρτύρων στο πλαίσιο της δίκης διαζυγίου.

Και β) με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της σχετικά με τους λόγους ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς, την οποία δέχθηκε ως έγκυρη το Εφετείο στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, και στην εξώδικη συναίνεσή της για την ανάκληση αυτής, διότι, όπως ισχυρίζεται, η συναίνεση του δωρητή στην ανάκληση της δωρεάς δεν αποτελεί κριτήριο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 505 του ΑΚ και δεν συνεπάγεται και αναγνώριση της απαιτούμενης από αυτήν αχαριστίας, αλλά, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, επιθυμία της ίδιας να ολοκληρωθεί η οποιαδήποτε διένεξη με τον αντίδικό της, 2) έχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά:

α) με την υπ' αριθμόν 32110/2010 αμετάκλητη απόφαση που εκδόθηκε επί της αγωγής διαζυγίου και β) με τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 11261/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το τελευταίο δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αλλά και γ) διότι, από τη μία πλευρά, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την ως άνω αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου, στη συνέχεια αποφαίνεται ότι η απόφαση αυτή διατάσσει τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως λόγω ισχυρού κλονισμού του γάμου για λόγους που αφορούν "και" στο πρόσωπο του αντίδικου της και από την άλλη πλευρά, ενώ δέχεται ότι οι λόγοι του ισχυρού κλονισμού με βάση την ίδια απόφαση αφορούν "αποκλειστικά" στο πρόσωπο του αντιδίκου της, στη συνέχεια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ίδια φάνηκε αχάριστη απέναντί του και τούτο δικαιολογεί τη γενόμενη ανάκληση της ένδικης δωρεάς, παραλείποντας συγχρόνως να αιτιολογήσει την αχαριστία σε σχέση με αυτή την υπαιτιότητα, δ) έχει αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την εκτίμηση των καταθέσεων της μητέρας και της θυγατέρας της, διότι ενώ λαμβάνει υπόψη το σκέλος αυτών που αφορά στην "καλή συμπεριφορά" του αντιδίκου της στην αρχή της έγγαμης συμβιώσεως, κρίνοντας κατά το σκέλος αυτός πειστικές τις εν λόγω καταθέσεις, στη συνέχεια, ως προς το σκέλος της βίαιης συμπεριφοράς και τον αλκοολισμό του αναιρεσιβλήτου τις κρίνει αόριστες, αλλά και διότι ε) ενώ αναφέρει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και αυτά που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εν τέλει δεν έλαβε υπόψη την ως άνω αμετάκλητη απόφαση της αγωγής διαζυγίου, στ) έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της σχετικά με την αληθή αφετηρία της ενιαύσιας προθεσμίας του άρθρου 510 του ΑΚ (και όχι του άρθρου 512 του ΑΚ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο), διότι, ενώ δέχεται ότι η "αχάριστη" συμπεριφορά της ήταν εξακολουθητική μέχρι και το καλοκαίρι του 2008, συγχρόνως δέχεται ως αποδεδειγμένο γεγονός την άσκηση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της από 12.01.2009 αγωγής διαζυγίου λόγω διετούς διάστασης στο περιεχόμενο της οποίας ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος συνομολογεί ότι η κοινή συμβίωση διακόπηκε στις 20.07.2007, ήτοι πέρα της ενιαύσιας προθεσμίας που θέτει η παραπάνω διάταξη και, τέλος, ότι ζ) έχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι συνέτρεξε συνυπαιτιότητα της ίδιας στη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως -ερχόμενη μάλιστα σε αντίθεση με όσα κρίθηκαν αμετακλήτως με την απόφαση διαζυγίου-, στη συνέχεια δεν αιτιολογεί πως ο αναιρεσίβλητος, παρότι κατά το χρόνο καταθέσεως της αγωγής του περί διαζυγίου λόγω της διετούς διάσπασης της έγγαμης συμβιώσεως είχαν συμβεί τα πραγματικά περιστατικά της αχάριστης κατ' αυτόν συμπεριφοράς της, δεν τα περιέλαβε σε αυτήν, αλλά στηρίχθηκε μόνο στη διετή διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως και δεν άσκησε ένδικο μέσο κατά της υπ' αριθμόν 32110/2010 αμετάκλητης αποφάσεως διαζυγίου.

Οι λόγοι αυτοί, έτσι διατυπωμένοι, είναι προεχόντως απαράδεκτοι ένεκα της αοριστίας τους, κυρίως διότι, εκτός από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε και τις νομικές απόψεις της για αυτήν, αναφορικά μεν με την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο σε τι αφορά το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου και ιδία ποιο είναι το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 505 του ΑΚ, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε τους αμυντικούς ισχυρισμούς της ότι αυτή δεν φέρθηκε αχάριστα έναντι του αναιρεσιβλήτου, ποιός ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και ο σύνδεσμός του με το διατακτικό, αναφορικά δε με την πλημμέλεια τόσο εκ του αριθμού 1 όσο και εκ του αριθμού 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, διότι δεν αναφέρονται στα δικόγραφα της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα δεν εκτίθενται σε αυτά ακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, ή έστω το ουσιώδες μέρος τους, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις του ως άνω επικαλούμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως, χωρίς να αρκεί η έκθεση στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων μόνον η κατά την αναιρεσείουσα ερμηνεία της ως άνω διατάξεως, η οποία φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και η μνεία, κατ' επιλογήν της αναιρεσείουσας, των εντελώς αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επιπλέον, ως προς την αποδιδόμενη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια περί ανεπαρκών/ελλιπών αιτιολογιών της προσβαλλομένης, που αναφέρεται ως μερικότερη αιτίαση στο δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και στις υπό τα στοιχεία (α) και (στ) αιτιάσεις στον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, διότι, πέρα των παραπάνω, δεν εξειδικεύονται στα δικόγραφα αυτά οι επιπλέον παραδοχές, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θα έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι πλήρης και από που προκύπτουν τα περιστατικά αυτά, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, ενώ ως προς τις λοιπές -υπό τα στοιχεία (β), (γ) (δ), (ε) και (ζ) αιτιάσεις του λόγου αυτού δεν αναφέρονται και μάλιστα ενάριθμα οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, με την εκτεθείσα ως άνω κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστη προς τον αναιρεσίβλητο δωρητή σύζυγό της, δεν παραβίασε ευθέως, δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ (σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 279, 280 και 510 παρ. 1 του ΑΚ), αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, στο πραγματικό της οποίας υπήγαγε ορθώς τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν και δικαιολογούσαν, κατ' ορθή εφαρμογή της, την απόρριψη των αντίστοιχων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία ανταποκρίνεται στο πραγματικό της εν λόγω διατάξεως ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δωρεάς, δυνάμει της οποίας μεταβιβάσθηκε από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα η ψιλή κυριότητα του προαναφερθέντος αυτοτελούς διαμερίσματος, και της μετέπειτα υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας απέναντι στον αναιρεσίβλητο, αυτοτελώς κρινόμενα αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους προς τις λοιπές επικρατούσες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις τις οποίες δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών "του βαρέος παραπτώματος" και "της αχαριστίας" της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου έναντι του αναιρεσιβλήτου δωρητή συζύγου της, υπαγόμενα στην έννοια αυτής, και συνεπώς δικαιολογούν την εφαρμογή της άνω διατάξεως και την ανάκληση της ένδικης δωρεάς εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, η οποία εγκύρως ασκήθηκε με τη ρηθείσα -από 24.04.2009- δήλωση αυτού και επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 27.04.2009, χωρίς, επιπλέον, να έχει παρέλθει έτος, δοθέντος ότι, κατά τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ήταν εξακολουθητική και το βαρύ παράπτωμα και η αχαριστία της συνεχίσθηκε μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2008.

Από τις ίδιες ως άνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των γενόμενων δεκτών λόγων αχαριστίας και της εμπρόθεσμης ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς, ήτοι ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διατάξεως, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα με βαρύ παράπτωμα φάνηκε αχάριστη απέναντι στο δωρητή αναιρεσίβλητο, ώστε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η ανάκληση της ένδικης δωρεάς, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης αναφορικά με τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 505 του ΑΚ και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου για την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανακλήσεως της ένδικης δωρεάς και την επιστροφή σε αυτόν του δωρηθέντος ακινήτου, ακόμη και με καταδίκη της αναιρεσείουσας σε δήλωση βουλήσεως, οι παραδοχές του Εφετείου ότι μετά τη δωρεά η αναιρεσείουσα:

α) απέφυγε να κοινοποιήσει το δεύτερο γάμο της με τον αναιρεσίβλητο σε συγγενικά πρόσωπα του τελευταίου, β) ότι ευθύς μόλις πληροφορήθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς, κατά ψιλή κυριότητα, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος στην ανεψιά του, θυγατέρα της αδερφής του, στην οποία ανήκε κατά κυριότητα το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του εν λόγω διαμερίσματος, αντέδρασε με νεύρα και επέδειξε προσβλητική συμπεριφορά προς τον αναιρεσίβλητο, τον οποίο εξύβρισε με τις φράσεις "άχρηστο", "ανίκανο", "φίδι", γ) επεδείκνυε αδικαιολογήτως απαξιωτική και ταπεινωτική συμπεριφορά απέναντι στον αναιρεσίβλητο, αδιαφορώντας πλήρως για το πρόσωπό του και την υγεία του και μάλιστα κάνοντας χρήση δελτίων κοινωνικού τουρισμού που του ανήκαν, έφυγε εν αγνοία του επί μία εβδομάδα σε ξενοδοχείο στην Αλεξανδρούπολη κατά τη διάρκεια της οποίας σταμάτησε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς μαζί του, αποκρύβοντας μάλιστα τον ακριβή τόπο των διακοπών της από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος ταξίδεψε για το λόγο αυτό στην Αλεξανδρούπολη και κατόπιν έρευνας την εντόπισε να διαμένει σε άλλο ξενοδοχείο και ότι δ) έκτοτε, παρά τις επίμονες εκκλήσεις και παρακλήσεις του αναιρεσιβλήτου δεν επέστρεψε στη συζυγική εστία διασπώντας οριστικώς την έγγαμη συμβίωση, ε) με το πρόσχημα της παραλαβής των προσωπικών αντικειμένων της από τη συζυγική εστία ανέλαβε το σύνολο σχεδόν των επίπλων αφήνοντας άδεια την οικογενειακή στέγη προξενώντας με τον τρόπο αυτό βαθύτατο πόνο στον αναιρεσίβλητο, του οποίου επιδεινώθηκε η υγεία, στ) αδιαφορούσε πλήρως για τον αναιρεσίβλητο και την κατάστασή του καθ' ον χρόνο αυτός είχε ανάγκη από τη φροντίδα και την περίθαλψή της, παρότι πληροφορούνταν από κοινούς γνωστούς την κατάσταση της υγείας του, ζ) εξύβρισε τον αναιρεσίβλητο όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να την συνδράμει οικονομικά, όπως του ζήτησε το θέρος του 2008, με (ανοίκειους για την ηλικία, τη συζυγική σχέση και τη γενναιοδωρία του) χαρακτηρισμούς, με τις φράσεις "άχρηστο" και "ανίκανο για σεξουαλική ζωή", η) ότι στην άνω καταφρονητική, ανάρμοστη και εξυβριστική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου με τα πιο πάνω περιστατικά που εκδηλώθηκαν εις βάρος του αναιρεσιβλήτου δωρητή συζύγου της, δεν συνέτρεξε (συν)υπαιτιότητα του τελευταίου και θ) ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής της αναιρεσείουσας, που επιμαρτυρεί και αχαριστία της, ο αναιρεσίβλητος με τη ρηθείσα εξώδικη δήλωσή του, στην οποία αναφερόταν οι πιο πάνω διαλαμβανόμενοι βάσιμοι και αληθείς λόγοι του βαρέος παραπτώματος της αναιρεσίβλητης και της αχαριστίας αυτής εις βάρος του, ανακάλεσε εγκύρως την προαναφερθείσα προς αυτήν δωρεά, εντός της προβλεπόμενης ετήσιας αποκλειστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι, βάσει των προεκτεθέντων, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, όπως περιγράφεται παραπάνω, αντικειμενικώς κρινόμενη, ενόψει των συνθηκών και του τρόπου με τον οποίον εκδηλώθηκαν τα ως άνω περιστατικά (κάθε ένα ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους), συνιστά βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά και διαγωγή της αναιρεσείουσας, ήτοι παράβαση τόσο των κανόνων του δικαίου όσο και των περί ηθικής και ευπρέπειας κρατουσών στην κοινωνία αντιλήψεων, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα αυτής και δυνάμενη να της καταλογιστεί, και επιμαρτυρεί και αχαριστία της ίδιας ως δωρεοδόχου προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου δωρητή συζύγου της, προσβάλλοντας αμέσως αγαθά του ιδίου, ώστε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να δικαιολογείται η γενομένη από τον αναιρεσίβλητο, εντός έτους από την εξακολουθητική μέχρι και το καλοκαίρι του 2008 τέλεση του παραπτώματος, ανάκληση της ένδικης δωρεάς.

Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης: α) ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που εκδηλώθηκαν από την αναιρεσείουσα με τον παραπάνω τρόπο προς το αναιρεσίβλητο δωρητή σύζυγό της και συγκροτούν το λόγο της αχαριστίας, άρχισαν από το έτος 2007 και συνεχίσθηκαν έκτοτε εξακολουθητικά μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2008, οπότε, θεωρούμενα και λαμβανόμενα υπόψη ως ενιαίο σύνολο, η ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της ένδικης δωρεάς άρχισε από την τέλεση του τελευταίου ως άνω παραπτώματος της αναιρεσείουσας και β) ότι ο αναιρεσίβλητος ανακάλεσε εγκύρως, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ, την ένδικη δωρεά στις 27.04.2009, με την επίδοση στην αναιρεσείουσα της ως άνω αναφερόμενης εξώδικης δήλωσης ανακλήσεως αυτής και συνεπώς δεν ανακύπτει ζήτημα παρελεύσεως της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την επιδίωξη της εν λόγω αξιώσεως.

Αλυσιτελώς, επομένως, η αναιρεσείουσα επικαλείται, προς θεμελίωση του ισχυρισμού της περί εκπρόθεσμης δηλώσεως της ανακλήσεως της δωρεάς, ως χρόνο γνώσεως του λόγου ανακλήσεως το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων που επήλθε στις 20.07.2007, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση -ειδικότερα με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων- την αιτίαση (στ) ότι έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το χρόνο ενάρξεως της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ (και όχι του άρθρου 512 του ΑΚ, όπως εσφαλμένως αναγράφεται στο αναιρετήριο), αφού κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία είχε ως συνέπεια την αθέτηση των υποχρεώσεών της, ήταν εξακολουθητική μέχρι και το καλοκαίρι του 2008, χρόνος που αποτελεί την αληθή αφετηρία της ενιαύσιας προθεσμίας για την ανάκληση της ένδικης δωρεάς.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 505 του ΑΚ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι και αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι, κατά τις περιλαμβανόμενες αιτιάσεις τους από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμός 19 και 561 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή της ίδιας ως άνω διατάξεως και έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αναφέρονται τόσο στο δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και στις υπό τα στοιχεία (β), (γ), (δ), (ε) και (ζ) αιτιάσεις του τρίτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων (εκ των οποίων μάλιστα εκείνες των υπό τα στοιχεία (β) και (ε) επαναλαμβάνουν κατά το περιεχόμενό τους τον κάτωθι δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων) και αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα και τα αντίθετα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που σχετίζονται με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και βρίσκονται κατά τη δική της εκδοχή σε πλήρη αντίθεση με το γεγονός ότι ο γάμος της με τον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις αιτιολογίες της άνω αμετάκλητης αποφάσεως διαζυγίου, λύθηκε λόγω ισχυρού κλονισμού που επήλθε στην έγγαμη συμβίωσή τους εξαιτίας γεγονότων που αφορούν μόνον αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, αλλά και με τις καταθέσεις των μαρτύρων, είναι απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ως προς τα ζητήματα αυτά, το από τις αποδείξεις πόρισμα του Εφετείου εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της, ότι τούτο δεν έχει καμία δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις του αναιρεσιβλήτου, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη, ενώ και ο ισχυρός κλονισμός, που όπως δέχθηκε η αμετάκλητη αυτή απόφαση, επήλθε εξαιτίας γεγονότων που συνδέονται με το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, δεν έχει άλλη έννομη συνέπεια (πέρα από την επιδιωκόμενη πάντως και από την αναιρεσείουσα λύση του γάμου τους).

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, τα ως άνω περιστατικά που εκδηλώθηκαν και αποτελούν σοβαρά παραπτώματα υποδηλώνοντας βαριά υπαίτια συμπεριφορά και διαγωγή της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου δωρητή συζύγου της, όπως αυτά έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεχίσθηκαν και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων και τα μεταγενέστερα της διασπάσεως περιστατικά της εν λόγω συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας -μέχρι και το καλοκαίρι του 2008- επιμαρτυρούν και θεμελιώνουν επαρκώς αχαριστία της προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, ώστε οι λόγοι εξαιτίας των οποίων επήλθε ο ισχυρός κλονισμός στην έγγαμη συμβίωσή τους που οδήγησε και στη λύση του γάμου τους, να μην αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη διάγνωση των λόγων της αχαριστίας της αναιρεσείουσας και εντεύθεν για την έκβαση της προκειμένης δίκης.

Πέρα από τα παραπάνω περιγραφόμενα περιστατικά της ανάρμοστης και αντισυζυγικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, που αποτελούν σοβαρά παραπτώματα, το Εφετείο δέχθηκε επιπλέον, όπως προκύπτει από τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι "εξάλλου, η ίδια η δωρεοδόχος συναινεί στην ανάκληση της δωρεάς, υπό τον όρο να της καταβάλει ο δωρητής τα έξοδα ανακαίνισης, που όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε η ίδια και το ύψος των οποίων τα αναβιβάζει, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρές της, στο ποσό των 80.000 ευρώ, που είναι ίση σχεδόν με την αξία του ακινήτου......".

Ωστόσο, η παραδοχή αυτή εκφέρθηκε εκ περισσού και αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσείουσας κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 505 του ΑΚ, δηλαδή της συμπεριφοράς και της διαγωγής της προς τον αναιρεσίβλητο δωρητή σύζυγό της, που οφείλεται σε υπαιτιότητά της και δικαιολογεί την ανάκληση της ένδικης δωρεάς.

Εκ τούτου, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι υφίσταται ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, δοθέντος ότι η πλεοναστική αυτή αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία για την κρίση επί της προκειμένης διαφοράς και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης, το οποίο στηρίζεται επαρκώς από τις λοιπές προαναφερθείσες αιτιολογίες της περί της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία επιμαρτυρεί και αχαριστία της, αυτής συνισταμένης, κατά τα προεκτεθέντα, στο ότι αυτή απέφυγε να κοινοποιήσει το δεύτερο γάμο της με τον αναιρεσίβλητο σε συγγενικά του πρόσωπα, αντέδρασε με νεύρα όταν πληροφορήθηκε τη μεταβίβαση λόγω δωρεάς ποσοστού εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος από τον αναιρεσίβλητο στη θυγατέρα της αδερφής του (ανεψιά του) επιδεικνύοντας προσβλητική συμπεριφορά προς τον αναιρεσίβλητο, τον οποίο εξύβρισε με τις φράσεις "άχρηστο", "ανίκανο" και "φίδι", επεδείκνυε απαξιωτική συμπεριφορά και αδιαφορούσε πλήρως για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και την υγεία του, έκανε χρήση δελτίων κοινωνικού τουρισμού που ανήκαν στον αναιρεσίβλητο και έφυγε εν αγνοία του επί μία εβδομάδα σε ξενοδοχείο στην Αλεξανδρούπολη, χωρίς να έχει τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, απέκρυψε τον ακριβή τόπο των διακοπών της από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος ταξίδεψε για το λόγο αυτό στην Αλεξανδρούπολη και κατόπιν έρευνας την εντόπισε σε άλλο ξενοδοχείο και ότι, έκτοτε, δεν επέστρεψε στη συζυγική εστία διασπώντας οριστικώς την έγγαμη συμβίωση παρά τις εκκλήσεις του αναιρεσιβλήτου, κατά την παραλαβή προσωπικών αντικειμένων της από τη συζυγική εστία ανέλαβε το σύνολο σχεδόν της επιπλώσεως αφήνοντας άδεια την οικογενειακή στέγη προξενώντας βαθύτατο πόνο στον αναιρεσίβλητο, του οποίου επιδεινώθηκε η υγεία, ενώ, εξύβρισε βάναυσα τον αναιρεσίβλητο το καλοκαίρι του 2008, όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να την συνδράμει οικονομικά, με τις φράσεις "άχρηστο" και "ανίκανο για σεξουαλική ζωή", εξαιτίας της οποίας (συμπεριφοράς, δυνάμενης να της καταλογισθεί) ο αναιρεσίβλητος ανακάλεσε την ένδικη δωρεά.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ως προς την υπό το στοιχείο (α) αιτίαση αναφορικά με την συναίνεση της αναιρεσείουσας στην ανάκληση της ένδικης δωρεάς, είναι αλυσιτελής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η σχετική κρίση της προσβαλλομένης είναι εντελώς πλεοναστική, δεν δημιουργεί δεδικασμένο και δεν επιδρά στο διατακτικό της.

Με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, ανεπίτρεπτα, μέσω των αναφερομένων συλλογισμών, επιχειρημάτων και συμπερασμάτων της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε αυτούς, η αναιρετικώς ανέλεγκτη -κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ- επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ η ανάκληση αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος, αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς (λαμβανόμενη υπόψη αυτεπαγγέλτως, άρθρο 280 του ΑΚ) δεν αρχίζει εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανακλήσεως της δωρεάς (η οποία μπορεί να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανάκλησης), διότι στην περίπτωση αυτή τα περιστατικά αυτά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 655/2014).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, είναι, κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, εκείνες που αντικειμενικώς, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή (και όχι κοινό, το οποίο έχει κάθε άνθρωπος προς τους συνανθρώπου τους), το οποίο συνιστά επιπλέον ηθική επιταγή, θεμελιωμένη στην ιδιαίτερη σχέση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βουλήσεώς του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Ο εκ της άνω διατάξεως του άρθρου 512 του ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου δωρεοδόχου συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως στο δευτεροβαθμίου δικαστήριο (ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 2054/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της παραδεκτής και νόμιμης προτάσεώς τους, συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).

Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 1395/2022, ΑΠ 666/2022, ΑΠ 736/2019). Δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντες ισχυρισμούς (πράγματα) και τους απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του νόμου 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατά το άρθρο 116 παρ.2 εδ. β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, διότι διαφορετικά αυτό δεν μπορούσε να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο ενώπιον αυτού (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1851/2007).

Ο ισχυρισμός, επομένως, ο οποίος στηρίζει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 15/2000, ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 235/2024).

Ως νόμιμη επαναφορά νοείται η σαφής και ορισμένη αναφορά είτε στις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή/και σε συγκεκριμένα μέρη των επαναφερόμενων πρωτόδικων προτάσεων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, ώστε να προκύπτει σαφώς η ταυτότητα και το περιεχόμενο των επαναφερόμενων ισχυρισμών και όχι η απλή και γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις οι οποίες ενσωματώνονται στην προσθήκη αντίκρουση επί των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου.

Το καθιερούμενο απαράδεκτο, όπως περαιτέρω προκύπτει από την άνω διάταξη, αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 235/2024, ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017).

8.- Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι φάνηκε αχάριστη έναντι του αναιρεσιβλήτου δωρητή συζύγου της παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμους και παραδεκτώς προβληθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες νόμιμα ενώπιόν του ισχυρισμούς της, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε:

α) την ένστασή της εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ περί παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας προς ανάκληση της ένδικης δωρεάς και β) την ένστασή της εκ του άρθρου 512 του ΑΚ με βάση την οποία η ένδικη δωρεά του αναιρεσιβλήτου έγινε προς αυτήν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρεπείας μη δυνάμενη εκ τούτου να ανακληθεί, παρά μόνο αρκέσθηκε στο να δεχθεί ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της απαραδέκτως προβλήθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις που ενσωματώνονται στο δικόγραφο της προσθήκης αντίκρουσης επί των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ενέχει αοριστία και εκ τούτου είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί/ενστάσεις της αναιρεσείουσας όπως ακριβώς προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε όμως και τα στοιχεία εκείνα (τρόπος και χρόνος) από τα οποία να προκύπτει με σαφήνεια ότι οι θεμελιωτικοί του λόγου αυτού ισχυρισμοί παραδεκτώς είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκαν νόμιμα και στην έκκλητη δίκη.

Πέρα τούτου, από το δικόγραφο των από 28.05.2021 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν γίνεται επίκληση των πιο πάνω ισχυρισμών-ενστάσεων της αναιρεσείουσας ούτε και περιέχεται σε αυτές σύντομη περίληψη και σαφή αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεών της, που τους περιέχουν, παρά μόνο σημειώνεται σε αυτές η αναφορά της αναιρεσείουσας ότι "προσάγω και επικαλούμαι......, τις προτάσεις μου καθώς και την Προσθήκη-Αντίκρουση με όλες τις Ενστάσεις επί της Αγωγής του Αντιδίκου τις οποίες προσάγω και επικαλούμαι μετά του φακέλου όλων των σχετικών εγγράφων που προσκόμισα πρωτοδίκως (σχετικό 11), αιτούμενη "να γίνουν δεκτές οι προτάσεις, ενστάσεις και ισχυρισμοί μου και οι αυτές πρωτοδίκως", ενώ από το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσης επί των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, όπως εμμέσως πλην σαφώς συνομολογεί στο αναιρετήριο, απλά ενσωμάτωσε στην προσθήκη-αντίκρουση τις πρωτόδικες προτάσεις της.

Η επαναφορά, όμως, των εν λόγω ενστάσεων με τον ως άνω τρόπο, ήτοι με την ενσωμάτωσή τους στην προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, δεν ήταν νόμιμη, αφού οι ενστάσεις αυτές εμπεριέχονται μεν στις πρωτόδικες προτάσεις της, οι προτάσεις όμως αυτές δεν ενσωματώνονται και μάλιστα αυτουσίως στο κείμενο των προτάσεων της έκκλητης δίκης, ενοποιημένων με αυτές σε ένα ενιαίο ολικό κείμενο, ώστε να καταστούν ενιαίες οι πρωτόδικες και οι εφετειακές προτάσεις.

Επομένως, το Εφετείο, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τις ενστάσεις αυτές, οι οποίες δεν μπορούσαν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως, αφού δεν ενέπιπταν σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ούτε εντός του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, ενώ και ο κανόνας ακόμη της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ περί της ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 280 του ΑΚ, δεν είναι κανόνας δημοσίας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε και αυτός να επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου, ώστε να μπορεί αυτό να τον λάβει υπόψη.

Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με τις ως άνω αιτιάσεις τα ακόλουθα: (α) Ως προς την ένσταση εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ ότι "αβασίμως η εναγομένη επικαλείται, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί εκπρόθεσμης δήλωσης της ανάκλησης δωρεάς, ως χρόνο γνώσης από τον ενάγοντα του λόγου ανάκλησης, τον Ιούλιο του 2007 που διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, αφού, αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης, που είχε ως συνέπεια την αθέτηση των υποχρεώσεών της, ήταν εξακολουθητική μέχρι και το καλοκαίρι του 2008, χρόνος που αποτελεί την αληθή αφετηρία της ενιαύσιας προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς" και (β) ως προς την ίδια ένσταση, αλλά και εκείνη εκ του άρθρου 512 του ΑΚ, όπως συνομολογείται στο αναιρετήριο, ότι "εξάλλου, ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί τέλεσης της δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, απαραδέκτως προβάλλονται με τις πρωτόδικες προτάσεις που ενσωματώνονται στην προσθήκη αντίκρουση επί των προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αν και δεν είχε προς τούτο υποχρέωση, σαφώς έλαβε υπόψη τις προβληθείσες ως άνω ενστάσεις της αναιρεσείουσας και τις απέρριψε κρίνοντας, κατά τρόπο σαφή, κατά τις παραδοχές της, την μεν ένσταση εκ του άρθρου 510 παρ. 1 του ΑΚ ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεχόμενο ανελέγκτως από τις αποδείξεις ότι δεν αποδείχθηκε η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας και επαλλήλως ως απαράδεκτη λόγω μη νόμιμης επαναφοράς της στο Εφετείο, την δε ένσταση εκ του άρθρου 512 του ΑΚ ως απαράδεκτη λόγω, επίσης, μη νόμιμης επαναφοράς της στην έκκλητη δίκη.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, εκτιμώμενος ακόμη και ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 (της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου) του ιδίου άρθρου, είναι, σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος.

9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία μόνον αυτά ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας κατά τις παραπάνω διατάξεις, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022).

Ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αν από την προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αφού καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Αρκεί προς τούτο να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

10.- Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αφορούσαν την αχαριστία της έναντι του αναιρεσιβλήτου και δικαιολογούσαν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς και το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών ότι συνέτρεξαν εκ μέρους της λόγοι αχαριστίας και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις ως δικαστικό τεκμήριο την υπ' αριθμόν 32110/2010 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο λόγω ισχυρού κλονισμού εξαιτίας λόγων που αφορούν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και εκ της οποίας προέκυπτε η βίαιη και κακοποιητική συμπεριφορά του τελευταίου εις βάρος της, παρά μόνον έκρινε ότι από τις αιτιολογίες της αποφάσεως αυτής δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας και ότι η απόφαση αυτή δεν έχει περαιτέρω δυσμενείς συνέπειες για τον αναιρεσίβλητο ούτε δεσμεύει το δικαστήριο.

Από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση στο προοίμιο του σκεπτικού της, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, σχετικά και με τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αποδείχθηκαν, πέρα από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση και "από όλα γενικά τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων", δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του τελικού αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και το περιεχόμενο της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως διαζυγίου, στην οποία μάλιστα, όπως συνομολογείται εξάλλου από την αναιρεσείουσα και προκύπτει από τις διατυπώσεις, τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, γίνεται ρητή αναφορά, καθώς διαλαμβάνεται σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι "το γεγονός ότι η απόφαση αυτή περιέχει δυσμενείς για τον ενάγοντα (τον αναιρεσίβλητο) αιτιολογίες, επειδή δέχεται ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο να χρησιμεύσει στην άλλη δίκη, όπως και στην παρούσα δίκη, ...

Επομένως, η αμετάκλητη αυτή απόφαση δεν έχει περαιτέρω συνέπειες για τον ενάγοντα και δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο". Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, εκτιμώμενος (και) ως λόγος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου για τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβιώσεώς τους, που επήλθε εξαιτίας λόγων που αφορούσαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του, ο οποίος είχε, κατά τα επικαλούμενα, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προέκυπτε από τις παραδοχές της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως διαζυγίου, είναι απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελούσε απλό υπερασπιστικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και όχι "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, που όφειλε να λάβει υπόψη το Εφετείο, το οποίο παρά ταύτα διέλαβε, μεταξύ άλλων, στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως τα εκτιθέμενα αμέσως παραπάνω.

11.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση γεγονότων, που όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, (ΑΠ 630/2020, ΑΠ867/2019).

12.- Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο ισχυρός κλονισμός που οδήγησε στη λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο επήλθε εξαιτίας λόγων που αφορούν "και" στο πρόσωπό του, παραμόρφωσε -ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας- το περιεχόμενο της υπ' αριθμόν 32110/2010 αμετάκλητης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις, ενώ αν, όπως εκτιμάται, είχε προβεί σε ορθή ανάγνωση της αποφάσεως αυτής θα είχε κρίνει ότι ο ισχυρός κλονισμός που οδήγησε στη λύση του γάμου τους επήλθε, σύμφωνα με τις αιτιολογίες της εν λόγω αποφάσεως, εξαιτίας λόγων που αφορούν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου.

Ωστόσο, το Εφετείο έκρινε περί του ουσιώδους ζητήματος του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάταξη του άρθρου 505 του ΑΚ, αναφέροντας μάλιστα ρητώς, όπως προκύπτει ιδιαίτερα από τις σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν το δεσμεύουν οι αιτιολογίες της ως άνω -υπ' αριθμόν 32110/2010- αμετάκλητης αποφάσεως διαζυγίου και έτσι δεν στήριξε την κρίση του περί της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως αυτής, αλλά αφού τη συνεκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο μετά των άλλων αποδεικτικών μέσων, και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος στην αναληθή προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε το πόρισμα της αμετάκλητης αποφάσεως περί λύσεως του γάμου των διαδίκων, ενώ μια τέτοια παραδοχή είναι ανύπαρκτη στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά και καθ' ο μέρος αναφέρεται σε σφάλμα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση του περιεχομένου της εν λόγω αμετάκλητης αποφάσεως για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού πρόκειται για αιτίαση σχετιζόμενη με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ , εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

13.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι συγκεκριμένοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελείς κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες της (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 136/2022). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 154/2018).

14.- Με τον πρώτο και τελευταίο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της αχαριστίας της έναντι του αναιρεσιβλήτου, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι έλαβε υπόψη επιπλέον πραγματικούς ισχυρισμούς-παραπτώματα και συγκεκριμένα ότι η ίδια αδιαφόρησε για την κατάσταση της υγείας του αναιρεσιβλήτου όταν αυτός είχε ανάγκη τη φροντίδα της και την περίθαλψή της μετά τον Ιούλιο του 2007, οπότε παρέλαβε από τη συζυγική οικία τα προσωπικά της αντικείμενα και έκτοτε επιβαρύνθηκε η κατάσταση της υγείας του, καίτοι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεσθεί τέτοιο ισχυρισμό στην αγωγή του, μεταβάλλοντας έτσι την ιστορική της βάση.

Από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η εξακολουθητική, κατά τα προεκτεθέντα, απαξιωτική και εξυβριστική, συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία:

α) απέφευγε να κοινοποιήσει σε συγγενικά πρόσωπα του αναιρεσιβλήτου το δεύτερο γάμο τους, β) αντέδρασε με νεύρα και επέδειξε προσβλητική συμπεριφορά προς τον αναιρεσίβλητο, τον οποίο εξύβρισε με τις φράσεις "άχρηστο", "ανίκανο" και "φίδι" όταν πληροφορήθηκε τη μεταβίβαση λόγω δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα, ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου αυτοτελούς διαμερίσματος στην ανεψιά του, θυγατέρα της αδερφής του και έκτοτε γ) επεδείκνυε απαξιωτική συμπεριφορά έναντι του αναιρεσιβλήτου αδιαφορώντας πλήρως για το πρόσωπό του και την υγεία του και μάλιστα, κάνοντας χρήση δελτίων κοινωνικού τουρισμού που του ανήκαν, έφυγε επί μία εβδομάδα σε ξενοδοχείο στην Αλεξανδρούπολη και σταμάτησε να επικοινωνεί τηλεφωνικώς μαζί του, αποκρύβοντας τον ακριβή τόπο των διακοπών της από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος ταξίδεψε για το λόγο αυτό στην Αλεξανδρούπολη και κατόπιν έρευνας την εντόπισε σε άλλο ξενοδοχείο, δ) δεν επέστρεψε, παρά τις επίμονες εκκλήσεις και παρακλήσεις του αναιρεσιβλήτου, στη συζυγική εστία, την οποία εγκατέλειψε, διασπώντας οριστικώς την έγγαμη συμβίωση, ε) με το πρόσχημα της παραλαβής των προσωπικών αντικειμένων της από τη συζυγική εστία ανέλαβε το σύνολο σχεδόν των επίπλων αφήνοντας άδεια την οικογενειακή στέγη και προξενώντας βαθύτατο πόνο στον αναιρεσίβλητο, του οποίου επιδεινώθηκε έκτοτε η υγεία, στ) αδιαφορούσε πλήρως για τον αναιρεσίβλητο και την κατάστασή του καθ' ον χρόνο αυτός είχε ανάγκη από τη φροντίδα και την περίθαλψή της, παρότι πληροφορούνταν από κοινούς γνωστούς την κατάσταση της υγείας του και ζ) εξύβρισε τον αναιρεσίβλητο όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να την συνδράμει οικονομικά το καλοκαίρι του 2008 με τις φράσεις "άχρηστο" και "ανίκανο για σεξουαλική ζωή".

Τα περιστατικά αυτά αποτελούν, το καθένα ξεχωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, παράβαση των κανόνων δικαίου και των αντιλήψεων περί της ηθικής και ευπρέπειας και συνιστούν βαριά παραπτώματα, καθένα των οποίων στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το κρίσιμο ζήτημα της αχαριστίας της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια μόνον ως προς την υπό το στοιχείο (στ) αιτιολογία της και όχι και ως προς τις λοιπές επάλληλες αιτιολογίες, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη επιπλέον μη προταθέντα περιστατικά και δη την αδιαφορία της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσιβλήτου όταν επιβαρύνθηκε η κατάσταση της υγείας του, χωρίς ο τελευταίος να την έχει επικαλεσθεί στην αγωγή του, ο ως άνω -πρώτος- λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αλυσιτελής και εκ τούτου απαράδεκτος, κυρίως διότι τυχόν παραδοχή του λόγου αυτού δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται επαρκώς και αυτοτελώς στις προεκτεθείσες και μη πληγείσες επιτυχώς με την αναίρεση λοιπές επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες η αναιρεσείουσα δωρεοδόχος φάνηκε αχάριστη απέναντι στον αναιρεσίβλητο δωρητή σύζυγό της.

Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, κατά τις οποίες οι προαναφερθείσες λοιπές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν επαρκούν προς θεμελίωση του διατακτικού της, αφενός διότι "ουδόλως αποδείχθηκαν από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο αντίδικος" και αφετέρου διότι η ιστορική βάση της αγωγής του αντιδίκου και τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται στην αγωγή του ουδόλως αποδείχθηκαν", είναι ωσαύτως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στην επικαλούμενη ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

15.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την ηττηθείσα αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την ένωση και συνεκδικάζει: α) την από 16.05.2022 αίτηση αναιρέσεως και β) τους από 24.02.2025 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της Μ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 215/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ